Για μια αναστοχαστική και κριτική αρχαιολογία

Standard

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ «ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ»

συνέντευξη με τον Γιάννη Χαμηλάκη

 

xamilΚυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες και στα ελληνικά το βιβλίο του Γιάννη Χαμηλάκη, καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, Το έθνος και τα ερείπιά του: αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα (μετ.: Νεκτάριος Καλαϊτζής, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου· α΄ έκδ: Oxford University Press, 2007). Το βιβλίο παρουσιάζεται την Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου, ώρα 19.00, στον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων (Ερμού 134-136), με ομιλητές τη Δέσποινα Καταπότη (Παν. Αιγαίου), τον Στρατή Μπουρνάζο, τον Δημήτρη Πλάντζο (Παν. Ιωαννίνων), τον συγγραφέα Χρήστο Χρυσόπουλο και τον Γ. Χαμηλάκη. Η προσέγγιση του Χαμηλάκη συνιστά ένα βαθύτατα πολιτικό εγχείρημα, καθώς αποδομεί κυρίαρχους μύθους (με μια γκάμα που ξεκινάει από την κατασκευή μνημειοποιημένων τοπίων όπως η Ακρόπολη, τον ρόλο των «εθνικών αρχαιολόγων» όπως ο Μανόλης Ανδρόνικος, τη χρήση της αρχαιολογία στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου και της αρχαιότητας στη Μακρόνησο, μέχρι τη διαμάχη για τα Ελγίνεια). Με την ευκαιρία αυτή, μιλήσαμε με τον Γιάννη Χαμηλάκη.

Στρ. Μπ.

Γιάννης Τσαρούχης, «Θυσία Ιφιγένειας», 1947-1955

Γιάννης Τσαρούχης, «Θυσία Ιφιγένειας», 1947-1955

Το βιβλίο επιγράφεται Το έθνος και τα ερείπιά του. Όπως εξηγείς, «το έθνος σπάνια μπορεί (αν μπορεί) να νοηθεί χωρίς ερείπια». Γιατί συμβαίνει αυτό, και πώς εξειδικεύεται στην περίπτωση της σύγχρονης Ελλάδας;

Είναι γνωστό πως κάθε έθνος παράγει την εθνική του γενεαλογία, τον ιδρυτικό του μύθο, βασισμένο σε συγκεκριμένες ιστορικές αφηγήσεις. Προσπαθώ να δείξω ότι αυτό από μόνο του δεν αρκεί, ότι το εθνικό φαντασιακό έχει ανάγκη και από τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος. Και αυτό γιατί η υλικότητα των ερειπίων, η άμεση ενσώματη και αισθητηριακή τους πρόσληψη, οι δεσμοί με το χώμα και το έδαφος, οι δυνατότητες επιτελεστικότητας που παρέχουν, καθώς και για κοινωνικά δρώμενα, αλλά και η αίσθηση της αρχαιότητας και χρονικότητας που ενεργοποιούν προσδίδουν στην εθνική αφήγηση «σάρκα και οστά»: αμεσότητα και οικειότητα, παρέχουν αυθεντικότητα, μια ορατή και απτή «αλήθεια», στοιχεία απολύτως απαραίτητα για να γίνει η εθνική αφήγηση κοινό κτήμα.

Η Ελλάδα δεν συνιστά εξαίρεση στο παραπάνω φαινόμενο, ίσα-ίσα αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις διεθνώς. Κι αυτό γιατί ο «χρυσός αιώνας» πάνω στον οποίο βασίστηκε η εθνική της αφήγηση, δηλαδή η κλασική αρχαιότητα, αποτέλεσε παράλληλα και έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της δυτικής νεωτερικότητας, ιδιαίτερα για την αστική της τάξη. Έτσι, τα αντίστοιχα αρχαιολογικά κατάλοιπα έγιναν τόσο ιεροποιημένες αξίες για το ελληνικό εθνικό φαντασιακό όσο και αντικείμενα του πόθου για τις δυτικές ελίτ, απαραίτητα για την αισθητική και πολιτική τους συγκρότηση. Αυτό δημιούργησε μια σειρά εντάσεις, τις οποίες εξετάζω στο βιβλίο.

Σήμερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εξακολουθούν να ισχύουν τα παραπάνω;

Παρά τις προβλέψεις ορισμένων, το πολύπλοκο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης δεν οδήγησε στην υποχώρηση του εθνικισμού ως ιδεολογίας και οντολογίας. Ίσα-ίσα, και λόγω της ανασφάλειας που δημιουργούν ορισμένες πλευρές της παγκοσμιοποίησης σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ο εθνικισμός είναι σήμερα περισσότερο ισχυρός. Επομένως, και η ανάγκη για ερείπια, για υλικές «αλήθειες» του έθνους παραμένει εξίσου αδήριτη — μόνο που σήμερα γίνεται προσπάθεια να συμβιβαστεί με την έκδηλη πια και χωρίς όρια εμπορευματοποίηση της αρχαιότητας, κάτι που θα φέρει παραπέρα εντάσεις. Φυσικά, κάθε γενιά εθνικοποιείται με ιδιαίτερους τρόπους, το εθνικό φαντασιακό είναι μια δυναμική διαδικασία, ο εθνικός μύθος τελεί διαρκώς εν τω γίγνεσθαι.

Μέσα από τη διερεύνηση των σχέσεων κλασικής αρχαιότητας-αρχαιολογίας-εθνικού φαντασιακού, τι μπορούμε να μάθουμε, όχι τόσο για την αρχαιολογία ή την αρχαιότητα, αλλά για το έθνος και τις διαδικασίες συγκρότησής του;

Όσον αφορά την αρχαιολογία, ένα βασικό συμπέρασμα είναι πως δεν έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία ακούσιας και καταχρηστικής εκμετάλλευσής της από τον εθνικισμό, αλλά με μια σχέση αμοιβαίας συγκρότησης. Η κριτική διερεύνηση αυτής της σχέσης συνιστά το πρώτο βήμα για τη δημιουργία μια άλλης, αναστοχαστικής και κριτική αρχαιολογίας.

Όσο για το έθνος, έννοιες όπως αυτές της αποκάθαρσης από κάθε ετερότητα, και της νοσταλγίας για την εθνική ολότητα, είναι κυρίαρχες τόσο στο εθνικό φαντασιακό εν γένει όσο και στη διαχείριση και αντιμετώπιση από μέρους του των αρχαιοτήτων. Το ελληνικό εθνικό φαντασιακό συγκροτήθηκε ως μια υβριδική κατασκευή: ενσωματώνοντας φαινομενικά προ-νεοτερικές έννοιες και πρακτικές όπως η θρησκεία, και όχι αντικαθιστώντας τες, όπως φαίνεται να υποστηρίζουν διανοητές σαν τον Μπενεντίκτ Άντερσον. Τέλος, το βιβλίο αναδεικνύει τη στενή σχέση ανάμεσα στην αποικιοκρατική και την εθνικιστική ρητορεία και πρακτική, παρά τη φαινομενική τους αντίθεση.

 Μια που αναφέρθηκες σε μια «κριτική αρχαιολογία», θα ήθελα να μας μιλήσεις για τον Ναό του Ποσειδώνα στον Πόρο, ένα ανασκαφικό πρόγραμμα με διαφορετική λογική, που επιδίωξε να δημιουργήσει δεσμούς με την τοπική κοινωνία.

Ο χώρος ανασκάπτεται εδώ και χρόνια από συναδέλφους του Σουηδικού Ινστιτούτου της Αθήνας, οι οποίοι το 2006 με κάλεσαν να συνεργαστώ μαζί τους. Από το 2007 λοιπόν ξεκινήσαμε ένα πρόγραμμα αρχαιολογικής εθνογραφίας, με στόχο αφενός την κατανόηση της σχέσης της σημερινής τοπικής κοινωνίας αλλά και όλων των επισκεπτών με τον αρχαιολογικό χώρο, και αφετέρου την (επαν)ένταξη του χώρου στην κοινωνική και πολιτισμική ζωή του νησιού και της ευρύτερης περιοχής. Έτσι, για τρία χρόνια (σε συνεργασία με τους συναδέλφους Άρη Αναγνωστόπουλο και Φώτη Υφαντίδη) πραγματοποιήσαμε συστηματική εθνογραφική, φωτο-εθνογραφική και αρχειακή έρευνα, αλλά και μια σειρά δραστηριότητες στο χώρο, στην πόλη, στα σχολεία, αλλά και στο διαδίκτυο (βλ. http://www.kalaureiainthepresent.org), ξεναγήσεις και φωτογραφικές εκθέσεις, μέχρι θεατρικές παραστάσεις που γράφτηκαν ειδικά για το χώρο και στηρίχτηκαν στα αποτελέσματα της εθνογραφικής και αρχαιολογικής έρευνας. Η εθνογραφική έρευνα αφορούσε κυρίως ελεύθερες συνεντεύξεις και συζητήσεις με κατοίκους, ορισμένες από τις οποίες στον ίδιο τον χώρο, αλλά και ξεναγήσεις από τους ίδιους τους κατοίκους. Οι όροι είχαν αντιστραφεί: Αντί να κάνει την ξενάγηση ο αρχαιολόγος, την έκανε ένας κάτοικος, διδάσκοντάς μας την πρόσφατη ιστορία του χώρου, αλλά και τη σχέση του με τις αγροτικές πρακτικές και με την κοινωνική ζωή. Παράλληλα, έδινε τη δική του ερμηνεία για τα αρχαιολογικά κατάλοιπα και μνημεία, ερμηνεία που για μας είναι άξια καταγραφής και συζήτησης. Η προσπάθεια συνεχίζεται από το 2009 και στο χώρο της Κουτρουλού Μαγούλας στη Φθιώτιδα, όπου η αρχαιολογική εθνογραφία αποτέλεσε και αποτελεί, μαζί με την ανασκαφή, βασικό άξονα του ερευνητικού προγράμματος. Οι δε δύο παραστάσεις που ανεβάσαμε δίπλα στις ανοιχτές τομές, το 2011 και το 2012 (σε συνεργασία με τον συνάδελφο και ηθοποιό Ευθύμη Θέου), αγκαλιάστηκαν απ’ όλη την τοπική κοινωνία. Τα μηνύματα που στέλνουμε είναι πως η ανασκαφή και η έρευνα πεδίου γενικότερα αφορούν τόσο το παρόν όσο και το παρελθόν, πως οι αρχαιολογικοί χώροι πρέπει να είναι ανοικτοί στην κοινωνία και όχι ετεροτοπίες. Μόνο έτσι θα προστατευτούν, και παράλληλα θα συνεχίσουν να ζουν, να παράγουν πολιτισμό και κοινωνική δράση.

Επιστρέφοντας στο βιβλίο, ποια είναι η προσδοκία σου, πώς θα ήθελες να λειτουργήσει στην «αγορά των ιδεών»;

Δεν συμπαθώ ιδιαίτερα την έκφραση «αγορά των ιδεών»… Όσο για την προσδοκία μου, αφορά μάλλον κάθε συγγραφέα, και μπορεί να συνοψισθεί με τα λόγια του Έντουαρντ Σαΐντ — παραθέτω από μνήμης: Ελπίζω πως κάποιος, κάποτε, θα διαβάσει αυτά που έχω γράψει με το πνεύμα και τις προθέσεις τις οποίες είχαν γραφτεί. Στη δική μου περίπτωση, ελπίζω να διαβλέψει, όπως λέω στην εισαγωγή, τη βαθιά μου αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους του, παρελθόντες και παρόντες, «αυτόχθονες» και μετανάστες.

Τέλος, παρά τη σημερινή σκοτεινή και απαισιόδοξη ατμόσφαιρα, έχω την αίσθηση πως κάτι καινούργιο συμβαίνει, κάτι που δεν μπορεί παρά να αφορά και την επανα-διατύπωση και επανα-συγκρότηση της συλλογικής ταυτότητας του νεοελληνικού. Αν αυτά που έχω γράψει συμβάλλουν, έστω και λίγο, στη δόμηση μια συλλογικής ταυτότητας, ανοιχτής, που να περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους που έχουν συνδέσει τη μοίρα τους μ’ αυτό τον τόπο, ανεξάρτητα από καταγωγή και επιμέρους εθνοτική ή άλλη ταυτότητα, τότε θα είμαι ευτυχισμένος.

Tη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος

 Γιάννης Τσαρούχης, «Θυσία Ιφιγένειας», 1947-1955.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Για μια αναστοχαστική και κριτική αρχαιολογία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s