«Η Μεταπολίτευση κατοχύρωσε ένα κοινωνικό συμβόλαιο»

Standard

Συνέντευξη του Κορνέλ Μπαν στον Κωστή Κορνέτη

Ο Κορνέλ Μπαν στο Σύνταγμα, Δεκέμβριος 2012

Ο Κορνέλ Μπαν στο Σύνταγμα, Δεκέμβριος 2012

Με την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, κυριάρχησε στη δημόσια σφαίρα ένας λόγος σύμφωνα με τον οποίο η «κουλτούρα» της Μεταπολίτευσης –που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν μια επιτυχημένη περίπτωση οικοδόμησης ενός άρτιου δημοκρατικού συστήματος– ευθύνεται για όλα τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας από το 1974 και μετά. Το περιοδικό Ιστορείν σε συνεργασία με το Freie Universitaet του Βερολίνου οργάνωσε επιστημονικό συνέδριο, προτείνοντας θεματικές πέρα από τις στερεοτυπικές κριτικές και τις ηγεμονικές αφηγήσεις που προτείνει η παρούσα κρίση, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου αναστοχασμού για την πρόσφατη ιστορία μας με θέμα «Μεταπολίτευση: Από τη μετάβαση στη δημοκρατία στην οικονομική κρίση;», με κεντρικό ομιλητή τον ρουμάνο πολιτικό επιστήμονα Cornel Ban.

Ο Μπαν είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, με ερευνητική έμφαση στην ιστορία της πολιτικής οικονομίας. Ενώ δηλώνει οπαδός του Κέυνς –«η υιοθέτηση μέτρων λιτότητας είναι ο θρίαμβος των αντι-κεϋνσιανών ιδεών στην ΕΕ», όπως λέει χαρακτηριστικά– έχει ασχοληθεί διεξοδικά με την εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ιστορία της εμπλοκής του ΔΝΤ στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: «το σημερινό ΔΝΤ δεν είναι αυτό των παπούδων μας ή των πατεράδων μας: είναι πιθανότερο να βρει κάποιος «ετερόδοξη» οικονομική σκέψη στο ερευνητικό προσωπικό του σήμερα από ότι στις Βρυξέλλες», σημειώνει με νόημα. Όντας σε πλεονεκτική θέση για να συγκρίνει διαφορετικούς οικονομικούς κύκλους στην πρόσφατη ιστορία, ο Ban θεωρεί πως η «μακρά» οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’70 λειτούργησε με διαφορετικούς όρους από την σημερινή ύφεση γιατί «ο κόσμος ήταν πολύ πιο απλός»: «το εργατικό κίνημα δεν ήταν αποδυναμωμένο, ο κόσμος δεν είχε μεγάλες αντοχές στον νεοφιλελευθερισμό, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δεν ήταν τόσο ισχυρό, και οι συντάξεις και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν είχαν αποκτήσει «χρηματοπιστωτικό» χαρακτήρα»».

O Μπαν έχει ασχοληθεί εκτενώς και με την εδραίωση της δημοκρατίας σε χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης στα τέλη του ’70 και του ’80 αντίστοιχα. Αυτό τον καιρό ολοκληρώνει το βιβλίο του για την πολιτική οικονομία της κρίσης, με έμφαση στο ρόλο των οικονομικών ιδεών και την αλληλεπίδραση μεταξύ διεθνών και εγχώριων παραγόντων εστιάζοντας στα παραδείγματα χωρώ με δικτατορικό παρελθόν, όπως η Βραζιλία, η Ισπανία και η Ρουμανία. Μιλήσαμε μαζί του μερικές μέρες πριν έρθει στην Αθήνα για να δώσει την ομιλία του με θέμα «Τα φαντάσματα των μεταβάσεων: Οι ανολοκλήρωτες μεταδικτατορικές πολιτικές στην Νότια και την Ανατολική Ευρώπη», και του θέσαμε μερικά ερωτήματα σε σχέση με δυο από τους βασικούς άξονες του συνεδρίου του Ιστορείν – γιατί επανεξετάζουμε τις μεταβάσεις στην δημοκρατία τον καιρό της κρίσης και πώς μπορούμε να δούμε τη Μεταπολίτευση σε ένα συγκριτικό πλαίσιο.

Κωστής Κορνέτης

"Δον Κιχώτης", έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλου

«Δον Κιχώτης», έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλου

Είστε κεντρικός ομιλητής του συνεδρίου του περιοδικού «Ιστορείν», που εστιάζει στην ελληνική Μεταπολίτευση. Ποια είναι η άποψή σας για την ελληνική περίπτωση, σε σχέση με άλλες μεταβάσεις, για παράδειγμα την ισπανική; Αποτελεί «εξαίρεση»;

 Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με την ισπανική. Στη φάση της εδραίωσης της δημοκρατίας, τόσο ο Φελίπε Γκονθάλεθ όσο και ο Ανδρέας Παπανδρέου κατοχύρωσαν ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα μπορούσε να συνοψιστεί στο εξής: μέτρια –αλλά πραγματική– αναδιανομή για κοινωνικοπολιτική ειρήνη. Το κράτος εγγυόταν επιδόματα για τους ηλικιωμένους, τους ανάπηρους, τους ανέργους. Προφανώς, κάτι τέτοιο επήλθε με το κόστος της υψηλής ανεργίας στους νέους, ειδικά στην Ισπανία, αλλά συνολικά η συμφωνία μετάβασης έγινε αποδεκτή από ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας. Θα έπρεπε ίσως να προσθέσει κανείς τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις σε σχέση με το  κοινωνικό φύλο, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό.

Ωστόσο, δύο πράγματα καθιστούσαν το ελληνικό «σύμφωνο» πιο εύθραυστο. Πρώτον, το ελληνικό κράτος ήταν σε μεγάλο βαθμό πιο αδύναμο από το ισπανικό ως προς τις οργανωμένες επιχειρήσεις. Μετά το 1977, όλες οι ισπανικές κυβερνήσεις κατάφεραν να αποσπάσουν περισσότερα φορολογικά έσοδα από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους οικονομικά προνομιούχους συγκριτικά με τους έλληνες ομολόγους τους. Δε νομίζω ότι πρέπει να επεκταθώ, δεδομένης της συγκυρίας, στο πόσο δραματικά σημαντικό ήταν κάτι τέτοιο, όχι μόνο για τα επίπεδα του δημοσίου χρέους αλλά και για το δεύτερο στοιχείο της σύγκρισης Ελλάδας-Ισπανίας, το ρόλο του κράτους στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας.

Η τρέχουσα συγκυρία, λοιπόν, επηρεάζει άμεσα την κατανόηση μας σε σχέση με τις μεταβάσεις;

Είναι προφανές ότι η κρίση θέτει σε δοκιμασία τον πυρήνα των όρων που καθόρισαν τις μεταβάσεις και τη νομιμοποίηση των πολιτικών δυνάμεων που διαμόρφωσαν αυτούς τους όρους. Ως τώρα πιστεύαμε πως οι συμφωνίες μετάβασης είχαν έρθει για να μείνουν. Κανένας μελετητής των μεταβάσεων δε θα είχε διανοηθεί, φέρ’ ειπείν το 2007, ότι οι κυρίαρχες πολιτικές τάσεις θα συρρικνώνονταν σε τέτοιο βαθμό ως το 2012, ότι οι θεσμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας θα έχαναν σε τόσο μεγάλο βαθμό τη σημασία τους. Κανείς δε θα είχε ασχοληθεί με την εύθραυστη φύση αυτών των συμφωνιών μετάβασης που συγκροτήθηκαν υπό το βάρος εσωτερικών υποτιμήσεων και εξωτερικών προϋποθέσεων.

Η παρούσα κρίση διδάσκει στους μελετητές των μεταβάσεων δύο πράγματα. Πρώτον, καθιστά σαφές ότι η απουσία πολιτικοοικονομικής σκέψης στις αναλύσεις των μεταβάσεων εξέθρεψε βολικές αυταπάτες. Δεύτερον, και πιο ανησυχητικό, η συγκριτική ανάλυση των νοτιοευρωπαϊκών και ανατολικοευρωπαϊκών προσαρμογών σε περιόδους κρίσης καταδεικνύει πως εάν οι εξωτερικοί φορείς και οι εγχώριοι υποστηρικτές τους πιέσουν αρκετά έντονα για μεγάλο διάστημα, τότε οι άνθρωποι θα συνηθίσουν στην συρρίκνωση της κοινωνικής αλληλεγγύης που σφυρηλατήθηκε με την ανοχή του κράτους την εποχή των μεταβάσεων.

Κάτι ανάλογο συνέβη στους Ανατολικοευρωπαίους μετά το 1989…

Πράγματι. Πολλοί θεωρούν πως η οικονομική τραγωδία που βίωσαν οι ανατολικοευρωπαίοι μετά την πτώση του «υπαρκτού» αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση.  Πως είχαν μόλις εγκαταλείψει τον κομμουνισμό και πως αποδέχονταν δήθεν αγόγγυστα τον εξακοντισμό των ανισοτήτων, την κατάργηση των κοινωνικών παροχών, και ούτω καθεξής. Αυτή η άποψη είναι σε μεγάλο βαθμό αβάσιμη. Πλήθος σφυγμομετρήσεων σε ανατολικοευρωπαϊκές χώρες στις αρχές του 1990 δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι πολίτες ονειρεύονταν το μεταπολεμικό σουηδικό κράτος. Επιπλέον, τα επίπεδα διαμαρτυρίας της εργατικής τάξης σε μέρη όπως η Ρουμανία ή η Πολωνία, ήταν απλά θεαματικά.

Τελικά όμως, όταν επήλθε η κόπωση της διαμαρτυρίας, ο φιλελεύθερος οικονομικός ζήλος των ελίτ είχε παραμείνει αμείωτος. Τα εκατομμύρια ανθρώπων που βγήκαν ζημιωμένα συμβιβάστηκαν τελικά, παρά το γεγονός πως οι μεταρρυθμίσεις οδηγούσαν σε πρωτόγνωρη μείωση της εργασίας και της ευημερίας. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, εκείνοι που ονειρεύτηκαν μια τελείως διαφορετική έκβαση της μετάβασης, επέστρεψαν στα χωριά τους και το ’ριξαν στη γεωργία, έγιναν εσωτερικοί μετανάστες ή απλώς καταστράφηκαν. Αποτελούν τη μαρτυρία μιας τραγωδίας, η οποία αυτή τη στιγμή επαναλαμβάνεται στη Νότια Ευρώπη, μόνο που τα θύματα τώρα είναι πολύ νεότερα.

 

Γίνεται πολύς λόγος για την κληρονομιά των μεταπολιτευτικών χρόνων, ειδικά στην Ελλάδα, ιδιαίτερα σε σχέση με την κρατική βία και καταστολή. Βλέπετε υπολείμματα αυταρχισμού στον ευρωπαϊκό νότο;

Είναι τραγελαφικό που μετά από τριάντα χρόνια επαίνων για αυτές τις μεταβάσεις, κάποιοι παρατηρητές ξαφνικά ανακάλυψαν εκ νέου τα απολυταρχικά γονίδια του «Νότου»… Νομίζω πάντως πως πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στην Πορτογαλία, αφενός, και την Ελλάδα και την Ισπανία αφετέρου. Η εκκαθάριση των παλαιών ελίτ στην Πορτογαλία μετά την «Επανάσταση των Γαρυφάλλων» απάλλαξε τη χώρα από τέτοια υπολείμματα και αυτό είχε αντίκτυπο στο πώς το κράτος αντιμετωπίζει τους διαδηλωτές. Στην Ισπανία και την Ελλάδα, από την άλλη, η αστυνόμευση των διαδηλώσεων δείχνει πόσο ελλιπής ήταν πραγματικά η μεταρρύθμιση των κατασταλτικών μηχανισμών. Όλοι εκείνοι που ζούσαν μέσα στη φούσκα της υποτιθέμενης παραδειγματικής ισπανικής μετάβασης σοκαρίστηκαν από την έντονη βία με την οποία το κράτος αντιμετώπισε τους διαδηλωτές το φετινό φθινόπωρο. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με τον συντονισμό αστυνομίας και Άκρας Δεξιάς που βλέπουμε στην Ελλάδα. Νομίζαμε ότι αυτά τα πράγματα είχαν εξοστρακιστεί στα βιβλία της ιστορίας…

Όμως πρέπει να διασαφηνίσουμε εάν όλα αυτά έχουν να κάνουν με υπολείμματα αυταρχισμού στους κατασταλτικούς μηχανισμούς  ή εάν πρόκειται για εκδήλωση της πρωτοφανούς κοινωνικοπολιτικής αναστάτωσης που συναντάται στην Ισπανία και την Ελλάδα, αντίθετα με την Πορτογαλία. Ορισμένοι γάλλοι συνάδελφοι μου υποστηρίζουν ότι εάν η Γαλλία βίωνε αυτά που βιώνουν η Ισπανία και η Ελλάδα, τα CRS (τα γαλλικά ΜΑΤ) πιθανότατα θα χρησιμοποιούσαν ακόμα μεγαλύτερη βία και θα συντάσσονταν ανοιχτά με ακροδεξιούς τραμπούκους, εμφορούμενους από τις ιδέες του Front National.

 

Τέλος, μια και μιλάμε για διαδηλωτές, ποιά είναι η άποψή σας για τις νέες μορφές οριζόντιων κοινωνικών σχέσεων και την επίκληση της άμεσης δημοκρατίας που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία των πλατειών και των «αγανακτισμένων»;

Πιστεύω ότι αποτελούν καταπληκτικά πειράματα κοινωνικής συμμετοχής και θα μπορούσαν να παρέχουν καινοτόμες βάσεις για ένα νέο προοδευτικό συνασπισμό με γνήσια λαϊκή βάση. Το Πόρτο Αλέγκρε στη Βραζιλία άσκησε σοβαρή πίεση στην κατεύθυνση της αναδιανομής του εισοδήματος, στις κυβερνήσεις της χώρας τη δεκαετία του 2000. Στην Ευρώπη για την ώρα δεν είναι ακόμα κάτι παραπάνω από ασκήσεις πολιτικής φαντασίας και δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο. Τώρα που η επικρατούσα πολιτική σφαίρα ατροφεί με γοργούς ρυθμούς, αυτές οι νέες μορφές διάρθρωσης της πολιτικής συνείδησης θα πρέπει να μετασχηματιστούν σε γνήσια λαϊκά κινήματα με σαφή ατζέντα βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων μεταρρυθμίσεων και θεσμική ικανότητα να διαμορφώσουν πολιτικές και να περιορίσουν αποφάσεις που θα χειροτερεύσουν τις ζωές μας. Κάτι τέτοιο, όμως, απαιτεί συμβιβασμούς, λογικές συμμαχιών και μια σοβαρή δέσμευση σχετικά με τις οικονομικές εναλλακτικές που προτείνονται. Αποτελεί πρόκληση για πολιτική δημιουργικότητα προς όλους εκείνους που επιθυμούν να χτίσουν νέους ισχυρούς κοινωνικούς συνασπισμούς.

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “«Η Μεταπολίτευση κατοχύρωσε ένα κοινωνικό συμβόλαιο»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s