Τα δικαιώματα

Standard

Διήγημα του Γιώργου Μπουγελέκα

Έντβαρτν Μυνκ, "Μαντόνα¨, 1896-1902

Έντβαρτν Μυνκ, «Μαντόνα¨, 1896-1902

Η Πετρούλα ζούσε μόνη πια. Ορφανή κι ανάδελφη την είχε πάρει ο Πότης, από μιαν άκληρη θεία της, και την έκανε γυναίκα του. Μετά το θάνατο του άντρα της, εκείνη παρέμεινε εδώ, στην άκρη του Ταινάρου, και δεν το κούναγε ρούπι απ’ το χωριό.

 Ένα χωριό, που μαράζωνε απ’ τη μετανάστευση, τη φτώχια, την καθυστέρηση, τις αγωνίες της επιβίωσης, τη δυσκολία της επαφής με τον έξω κόσμο. Τον κόσμο της πρωτεύουσας, δηλαδή τον Πειραιά. Γιατί, για όλους τους Μανιάτες, εκεί ήταν η πρωτεύουσα. Στην πιο τρανή απ’ όλες τις σκάλες που έπιανε το καράβι της ακτοπλοϊκής συγκοινωνίας, όταν έγλειφε τις παραλίες της νότιας και της ανατολικής Πελοποννήσου.

Ένα παιδί μονάκριβο απέκτησε η Πετρούλα∙ τον Κούλη, κι εκείνο ταξίδευε. Πάλευε με τα κύματα για το ψωμί του.  Όμως τελευταία, που βασιλέας έγινε ένα νέο παιδί, οι φορές που της έστελνε κάποια χρηματάκια άρχισαν να πυκνώνουν. Και κείνη τα φορολογούσε. Για το γάμο του… Ήταν βλέπεις κι ανύπαντρο.

Παρηγοριά και συντροφιά ήταν πλέον η σκύλα της και το γαϊδουράκι της. Η μία για να μαρτυράει όσους πλησίαζαν το σπιτικό της, εκεί στην άκρη του χωριού, και το άλλο για να την ανεβοκατεβάζει στον Γερολιμένα, όταν τα χρειώδη τελείωναν κι έπρεπε να προστρέξει στο μαγαζί. Γιατί αυτοκίνητα δεν υπήρχαν, όμως ούτε και δρόμος να τον διαβούν και το μονοπάτι, το σκαλί όπως το λέγαν οι Οχιάτες, δεν ήταν εύκολο πια να το κατέβει και κυρίως να τ’ ανέβει, η Πετρούλα.

Ως και ράδιο με μπαταρίες τις έστειλε ο Κούλης. Το επιτραπέζιο αυτό ραδιόφωνο, έτσι τα λέγαν τότε, το είχε πάντα δίπλα στο κρεβάτι της. Το άνοιγε λίγο το πρωί και πιο πολύ το βράδυ, για συντροφιά. Όταν άναβε το κερί, φώτιζε λίγο το δωμάτιο, γύριζε το κουμπί και άκουγε φωνές να της λένε ιστορίες. Λες κι ήταν στη ρούγα οι φωνές και τις κρυφάκουγε απ’ το σπίτι της. Όμως σιγά-σιγά η ρούγα δεν της έφτανε και έφτιαχνε με το νου της άλλα χωριά και πολιτείες, κι εκεί έστηνε τις φωνές, που έβγαιναν απ’ το ραδιόφωνο, να ζουν, να μιλούν, να αγαπιούνται, να μισιούνται, να σκοτώνονται.

***

«Το θέατρο στο ραδιόφωνο ακούς, κυρά Πόταινα;» τη ρώτησε ο μπάρμπα Γιωργάκης, ο πρόεδρος της κοινότητας, όταν βραδιάτικα, μες στο καταχείμωνο, της χτύπησε την πόρτα, να την ειδοποιήσει, να πάει στο σπίτι του, για να μιλήσει στο τηλέφωνο με το παιδί της, που την καλούσε από τα μεσοπέλαγα.

«Τι, ξέρω πώς το λένε αυτό που ακούω; Παρέα μου κάνει, και δεν ξέρω μήπως του κάνω κι εγώ;» απάντησε κεφάτη η Πετρούλα, εξαιτίας της τηλεφωνικής πρόσκλησης και κίνησαν για το σπίτι του.

«Πάντα καλά να είσαι, κορώνι μου!» ακούστηκε η φωνή της στον περίγυρο, μόλις έπιασε το ακουστικό.

Γιατί έτσι ήταν τα πράγματα στην Οχιά. Ένα τηλέφωνο, κοινοτικό, στο σπίτι του μπάρμπα Γιωργάκη, στη μέση του μικρού σαλονιού και γύρω τριγύρω να κάθονται πάντα οι αγαπημένες φιλενάδες, η Μέλπω, η Μαρία και η Ματίνα, η γυναίκα του μπάρμπα Γιωργάκη, και φυσικά ν’ ακούνε ό,τι λεγόταν σε όλες τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις.

Γράμματα η Πετρούλα δεν έπαιρνε. Καμιά κάρτα μόνο, με ωραίες χρωματιστές φωτογραφίες, της έστελνε ο Κούλης, από τα ξένα λιμάνια που έπιανε. Στο πίσω μέρος της έγραφε κάθε φορά ένα μικρό κείμενο, που ο πρόεδρος πρόθυμα, εκεί, πάντα στο μικρό σαλόνι με τη  Μέλπω, τη Μαρία και τη Ματίνα παρούσες γύρω τριγύρω, της το διάβαζε αργά και καθαρά, όσες φορές η κυρά Πόταινα ήθελε. Γιατί η Πετρούλα δεν ήξερε να διαβάζει και πολύ τη στεναχώραγε αυτό∙ κι ας ήτανε έτσι για όλες τις γυναίκες της δικιάς της ηλικίας.

Ο Κούλης μόνο χαρές της έδινε, σ’ όλη του τη ζωή. Καλό παιδί και δουλευτής καλός. Στην Αρεόπολη τέλειωσε το  γυμνάσιο, μετά το στρατιωτικό μπάρκαρε στα καράβια και ήταν ήδη τρίτος καπετάνιος. Όμως και τώρα, που σπάνια πια ερχότανε στο σπίτι του, το κρεβάτι του ήταν πάντα στρωμένο. Με τ’ αφράτα παπλώματα τον χειμώνα και τα τριζάτα, λουλακιαστά σεντόνια το καλοκαίρι.

«Όποτε  έρχεται, όλα να είναι στη θέση τους», ήταν η αρχή της μάνας.

Και πόση περηφάνια είχαν νιώσει, τότε που ζούσε ακόμα ο πατέρας του, κι ο Κούλης τους ειδοποίησε, μέρες πριν, ότι εκείνη την Τρίτη να κατέβουν στην Πούντα. Γιατί το καράβι του, που πήγαινε από Κύπρο για Βενετία, θα το πέρναγε πολύ κοντά στα βράχια και θα τους χαιρετούσε με τον βροντώδη ήχο του φουγάρου του. Και κατέβηκαν σιγά-σιγά τα δύο γεροντάκια και περίμεναν. Και το καράβι του Κούλη φάνηκε. Και πέρασε με χάρη τα βαθιά νερά, σύρριζα στον  Κάβο Γκρόσο, σφυρίζοντας με θυμό. Και το είδαν  κι άλλοι στο χωριό και την άλλη μέρα ο Πότακας δεχόταν στη ρούγα τα συχαρίκια για τον καπετάνιο του!

***

Εκείνη τη μέρα η μοναχική γυναίκα έφτιαξε με κέφι το πρωινό της. Δεν έδωσε συνέχεια στ’ όνειρο, που είδε. Ψάρι μεγάλο, λέει, ήτανε, και μάλιστα ωμό και ξαπλωμένο στο τραπέζι της. Και τι δεν θα της έλεγαν οι γειτόνισσες για ένα τέτοιο όνειρο. Όμως εκείνη δεν θα τους το ξεφούρνιζε. Θα το κράταγε για τον εαυτό της. Θα πέρναγε εκείνη η μέρα και αν καμιά άλλη φορά έβλεπε κανένα καλό όνειρο αυτό θα τους ζήταγε να σχολιάσουν, όταν θα έπιναν καφέ. Σέρβιρε λίγες μικροσκοπικές μανιάτικες ελίτσες στο πιατέλο, έκοψε μια φέτα ψωμί, έβαλε μια κουταλιά μέλι στο καυτό φασκόμηλο και έφαγε ορεξάτη. Βγήκε έξω, σέλωσε το γαϊδουράκι της, φόρεσε το παλτό της, έδεσε καλά το μαύρο τσεμπέρι, ανέβηκε στο ζωντανό και ξεκίνησε για το Γερολιμένα.

***

Ο Θανάσης, στο ταχυδρομείο, είχε παγώσει μπροστά στον τηλέγραφο. Το μήνυμα της ναυτιλιακής εταιρείας ήταν σαφές. «Θερμά συλλυπητήρια για την απώλεια του υιού σας Κυριάκου…». Σηκώθηκε, βάζοντας όλες του τις δυνάμεις, και την ώρα που έφτιαχνε τον φάκελο του τηλεγραφήματος είδε τη μάνα του πνιγμένου συμμαθητή του να διαβαίνει, ευτυχώς καμαρωτή, μπροστά απ’ το ταχυδρομείο. Δεν γύρισε προς το μέρος του για τη συνηθισμένη της καλημέρα και κατευθύνθηκε προς το μπακάλικο του Δικαίου.

«Πώς να της το πω;» σκέφτηκε έντρομος. «Δεν έχω το κουράγιο». Την ίδια στιγμή έδωσε λύση στην αγωνία του. Θ’ ανέβαινε γρήγορα στην Οχιά, πριν επιστρέψει η θεια-Πόταινα, και αφού δεν θα την έβρισκε στο σπίτι της θα άφηνε το τηλεγράφημα στον πρόεδρο. Εκείνος, όπως πάντα, θα της το διάβαζε και θα προσπαθούσε, πριν απ’ όλους, να την παρηγορήσει. «Ο πρώτος θα σηκώσει το μεγάλο βάρος», σκέφτηκε, καθώς κλείδωνε το ταχυδρομείο. «Για τους υπόλοιπους τα πράγματα θα ήταν πιο εύκολα».

Η Πετρούλα δεν έμεινε πολύ ευχαριστημένη από τα ψώνια της. Δεν της άρεσε το μαγαζί του Δικαίου. Ούτε τα βασικά δεν έβρισκε πια, άσε το ζήτημα της καθαριότητας. Τέλος πάντων, άλλες λύσεις δεν υπήρχαν. Όπως όλοι, έτσι κι αυτή. Ίσως, όταν θ’ άνοιγε ο αμαξιτός δρόμος προς την Αρεόπολη, να έστρωναν τα πράγματα. Να μπορούσαν κι εκείνοι απ’ την Οχιά να έχουν πρόσβαση στα μαγαζιά του Δυρού και της Τσίμοβας.

Μ’ αυτές τις σκέψεις στο κεφάλι, επέστρεφε στο σπίτι της, όταν συνάντησε τον Θανάση τον ταχυδρόμο να κατεβαίνει σχεδόν τρέχοντας∙ τον χαιρέτησε, όμως εκείνος, ενώ σταμάτησε προ στιγμήν μπροστά της, την κοίταξε με ένα βλέμμα άδειο και συνέχισε το σχεδόν τρεχάτο και επικίνδυνο για την κατωφέρεια του μονοπατιού βάδισμά του, χωρίς, για πρώτη φορά στη ζωή του, να ανταποδώσει τον χαιρετισμό της. Μπήκε στο χωριό, έστριψε το γαϊδουράκι στην Παναγίτσα και πλησίασε στο σπίτι της. Το σκυλί την προϋπάντησε γαυγίζοντας ξέφρενα. Μπροστά στην πόρτα της στεκόταν ο μπάρμπα Γιωργάκης, η Μέλπω, η Μαρία και η Ματίνα. Παγωμένοι, ωχροί, αμίλητοι. Ο πρόεδρος κρατούσε ένα φάκελο.

«Πετρούλα», της είπε τρέμοντας, «μακάρι να μπορούσες να το διαβάσεις μόνη σου».

Ξεπέζεψε. Άφησε τα γκέμια να πέσουν. Τα τριμμένα παπούτσια της σέρνονταν στο χώμα. Πλησίασε τον Γιωργάκη, τράβηξε απ’ τα χέρια του τον φάκελο και συνέχισε να βαδίζει προς το σπίτι της. Μπήκε στην αυλή της, αλλά δεν σταμάτησε. Συνέχισε  προς το μονοπάτι που έβγαζε στα βράχια της Πούντας. Έλυσε το μαντίλι της, έλυσε και τα μαλλιά της και όταν πλησίασε στο νερό, οι άλλοι, που την είχαν ακολουθήσει ως εκεί, την άκουσαν, να ψέλνει:

«…Α, ρε Θεέ από ψηλά

που δε σε φτάνει ούτε γρας

Δε κατεβαίνεις χαμηλά

να πούμε δικαιώματα;

Τα πλέα τα ’χομε εμείς

Που μείναμε χωρίς παιδί…»

 

2 σκέψεις σχετικά με το “Τα δικαιώματα

  1. Πίνγκμπακ: Τα δικαιώματα | EcoLeft

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s