Η γέννηση της κλινικής

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Μισέλ Φουκώ

μετάφραση: Κική Καψαμπέλη

Φράνσις Μπέικον, Δεύτερη εκδοχή του «Πίνακα 1946» (1961)

Φράνσις Μπέικον, Δεύτερη εκδοχή του «Πίνακα 1946» (1961)

H γέννηση της κλινικής, το δεύτερο μεγάλο έργο (1963)  του Μισέλ Φουκώ,  που εκδόθηκε δύο  χρόνια μετά την Ιστορία της τρέλας (1961),  κυκλοφορεί αυτές τις μέρες και στα ελληνικά, σε μετάφραση Κικής Καψαμπέλη, από τις εκδόσεις «νήσος» (στη σειρά «Γνώμονες», αρ. 8). Δημοσιεύουμε σήμερα ένα απόσπασμα από τον Πρόλογο, όπου ο Φουκώ μας μιλάει για τη μέθοδό του.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Παραδοσιακά, όταν μιλώ για τη σκέψη των άλλων, όταν προσπαθώ να πω ό,τι έχουν πει, κάνω ανάλυση του σημαινομένου. Αλλά είναι άραγε αναγκαίο να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα που έχουν λεχθεί, αλλού και από άλλους, αποκλειστικά σύμφωνα με την αλληλενέργεια μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου; Δεν είναι δυνατόν να κάνουμε μια ανάλυση των λόγων που να ξεφεύγει από τον μοιραίο χαρακτήρα του σχολίου χωρίς να υποθέτουμε κανένα υπόλοιπο, κανένα πλεόνασμα σε εκείνο που έχει λεχθεί, αλλά μόνο το γεγονός της ιστορικής του εμφάνισης; Σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να πραγματευόμαστε τα γεγονότα του λόγου όχι ως αυτόνομους πυρήνες πολλαπλών σημασιών αλλά ως συμβάντα και λειτουργικά τμήματα, που βαθμιαία σχηματίζουν σύστημα. Το νόημα ενός εκφωνήματος δεν θα προσδιοριζόταν από το θησαυρό προθέσεων που θα περιείχε, οι οποίες το αποκαλύπτουν και ταυτόχρονα το διαφυλάσσουν, αλλά από τη διαφορά που το συναρθρώνει πάνω στα άλλα πραγματικά και πιθανά εκφωνήματα, που είναι σύγχρονά του ή στα οποία αντιτίθεται μέσα στη γραμμική ακολουθία του χρόνου. Τότε θα εμφανιζόταν η συστηματική ιστορία των λόγων.

Μέχρι σήμερα, η ιστορία των ιδεών γνώριζε δύο μόνο μεθόδους. Η μία, αισθητική, ήταν η μέθοδος της αναλογίας – μιας αναλογίας της οποίας τους δρόμους διάχυσης ακολουθούσαν μέσα στο χρόνο (γενέσεις, καταγωγικές σχέσεις, συγγένειες, επιρροές) ή στην επιφάνεια μιας καθορισμένης ιστορικής έκτασης (το πνεύμα μιας εποχής, η κοσμοθεώρησή της (Weltanschauung), οι θεμελιώδεις κατηγορίες της, η οργάνωση του κοινωνικοπολιτισμικού της κόσμου). Η άλλη, ψυχολογική, είναι η μέθοδος της άρνησης του περιεχομένου (ο τάδε αιώνας δεν υπήρξε τόσο ορθολογιστικός ή ανορθολογιστικός όσο έλεγε και όσο τον θεώρησαν), μέσω της οποίας εγκαινιάζεται και αναπτύσσεται ένα είδος «ψυχανάλυσης» των σκέψεων με αυτοδικαίως αντιστρέψιμο τέρμα – εφόσον ο πυρήνας του πυρήνα είναι πάντα το αντίθετό του.

Θα θέλαμε να αποπειραθούμε εδώ την ανάλυση ενός τύπου λόγου –του λόγου της ιατρικής εμπειρίας– σε μια εποχή πριν από τις μεγάλες ανακαλύψεις του 19ου αιώνα, όταν δεν τροποποίησε τόσο τα υλικά του όσο τη συστηματική μορφή του. Η κλινική είναι μια νέα περίτμηση των πραγμάτων και ταυτόχρονα η αρχή της άρθρωσής τους σε μια γλώσσα στην οποία έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε τη γλώσσα μιας «θετικής επιστήμης». Όποιος θα ήθελε να κάνει τη θεματική απογραφή της ιδέας της κλινικής, μάλλον θα την έβρισκε φορτωμένη με αρκετά ασαφείς αξίες· θα αποκρυπτογραφούσε πιθανόν άχρωμα σχήματα, όπως είναι η ιδιάζουσα επίπτωση της ασθένειας στον ασθενή, η ποικι λότητα της ατομικής ιδιοσυγκρασίας, η πιθανότητα παθολογικής εξέλιξης, η αναγκαιότητα μιας αντίληψης σε επιφυλακή, που ανησυχεί για τις παραμικρές ορατές τροπικότητες, η εμπειρική, σωρευτική και επ’ άπειρον ανοιχτή μορφή της ιατρικής γνώσης: παλιές, πολυχρησιμοποιημένες έννοιες που αποτελούσαν ήδη, πέρα από κάθε αμφιβολία, τον εξοπλισμό της αρχαιοελληνικής ιατρικής.

Τίποτα σε αυτό το παλιό οπλοστάσιο δεν μπορεί να καταδείξει με σαφήνεια τι συνέβη στο γύρισμα του 18ου αιώνα, τότε που, αν πιστέψουμε τις πρώτες βιαστικές εντυπώσεις, η επανενεργοποίηση του αρχαίου κλινικού θέματος «παρήγαγε» μια ουσιώδη μεταβολή στην ιατρική γνώση. Για την εμπειρία του γιατρού όμως, η κλινική, θεωρούμενη στη συνολική της διάταξη, εμφανίζεται ως μια νέα φυσιογνωμία του αντιληπτού και του εκφωνήσιμου: νέος καταμερισμός των διακριτών στοιχείων του σωματικού χώρου (π.χ., απομόνωση του ιστού, λειτουργικής δισδιάστατης περιοχής που αντιτίθεται στη λειτουργούσα μάζα του οργάνου και συνιστά το παράδοξο μιας «εσωτερικής επιφάνειας»), αναδιοργάνωση των στοιχείων που συγκροτούν το παθολογικό φαινόμενο (μια γραμματική των σημείων υποκαθιστά τη βοτανική των συμπτωμάτων), ορισμός των γραμμικών σειρών νοσηρών συμβάντων (σε αντίθεση με τις θαμνώδεις διακλαδώσεις των νοσολογικών ειδών), διάρθρωση της ασθένειας πάνω στον οργανισμό (εξαφάνιση των γενικών νοσηρών οντοτήτων, που ομαδοποιούσαν τα συμπτώματα σε ένα λογικό σχήμα, και ανάδειξη μιας τοπικής καταστατικής θέσης, που τοποθετεί σε έναν τρισδιάστατο χώρο το είναι της ασθένειας μαζί με τις αιτίες και τα αποτελέσματά της). Η εμφάνιση της κλινικής, ως ιστορικό γεγονός, πρέπει να ταυτιστεί με το σύστημα αυτών των αναδιοργανώσεων.

Η νέα δομή σηματοδοτείται, χωρίς ασφαλώς να εξαντλείται, από την ελάχιστη και αποφασιστική αλλαγή που αντικατέστησε την ερώτηση «τι έχετε;», με την οποία εγκαινιαζόταν τον 18ο αιώνα ο διάλογος γιατρού και ασθενούς που διέθετε την ιδιαίτερη γραμματική του και το ιδιαίτερο ύφος του, με μια άλλη ερώτηση όπου αναγνωρίζουμε τη λειτουργία της κλινικής και την αρχή που διέπει όλο της το λόγο: «Πού πονάτε;». Από εκεί και πέρα, ανακατανέμεται η όλη σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, και αυτό σε όλα τα επίπεδα της ιατρικής εμπειρίας: ανάμεσα στα συμπτώματα που σημαίνουν και την ασθένεια που σημαίνεται, ανάμεσα στην περιγραφή και ό,τι περιγράφει, ανάμεσα στο συμβάν και ό,τι προγιγνώσκει, ανάμεσα στη βλάβη και τη νόσο την οποία σηματοδοτεί κ.λπ. Η κλινική, την οποία επικαλούνται ακατάπαυστα για τον εμπειρισμό της, για την απλότητα της προσοχής της και για τη φροντίδα με την οποία αφήνει τα πράγματα να έρθουν σιωπηλά μπροστά στο βλέμμα χωρίς να τα διαταράσσει με κανένα λόγο, οφείλει την πραγματική της σπουδαιότητα στο γεγονός ότι είναι μια σε βάθος αναδιοργάνωση όχι μόνο των ιατρικών γνώσεων αλλά και της ίδιας της δυνατότητας ενός λόγου περί της ασθένειας. Η αυτοσυγκράτηση του κλινικού λόγου (η οποία διακηρύσσεται από τους γιατρούς: άρνηση της θεωρίας, εγκατάλειψη των συστημάτων, μη φιλοσοφία) παραπέμπει στις μη ρηματικές συνθήκες βάσει των οποίων μπορεί και μιλά: την κοινή δομή που περιτέμνει και αρθρώνει ό,τι βλέπουμε και ό,τι λέμε.

Επομένως η έρευνα η οποία επιχειρείται εδώ προϋποθέτει το σκόπιμο πρόταγμα να είμαστε ιστορικοί και ταυτόχρονα κριτικοί, στο βαθμό που το ζητούμενο είναι, πέρα από κάθε πρόθεση καθοδήγησης, να προσδιοριστούν οι συνθήκες που κατέστησαν δυνατή την ιατρική εμπειρία όπως τη γνώρισε η νεότερη εποχή.

Ας γίνει σαφές ότι το βιβλίο αυτό δεν γράφτηκε υπέρ μιας ιατρικής και εναντίον μιας άλλης ή εναντίον της ιατρικής και υπέρ της απουσίας ιατρικής. Εδώ, όπως και αλλού, πρόκειται για μια μελέτη που προσπαθεί να ανασύρει μέσα από την πυκνότητα του λόγου τις συνθήκες της ιστορίας του.

Εκείνο που μετράει στα πράγματα που λένε οι άνθρωποι δεν είναι τόσο το τι μπορεί να σκέφτηκαν εντεύθεν αυτών ή εκείθεν, αλλά το τι τα συστηματοποιεί ευθύς εξαρχής, καθιστώντας τα εφεξής επ’ άπειρον προσιτά σε νέους λόγους και ανοιχτά στο έργο του μετασχηματισμού τους.

 

 

Φράνσις Μπέικον, Δεύτερη εκδοχή του «Πίνακα 1946» (1961)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s