Εμμενείς εκκρεμότητες της Αριστεράς

Standard

 του Βασίλη Κ. Δωροβίνη

Ανρί Ματίς, "Η λύπη του βασιλιά"

Ανρί Ματίς, «Η λύπη του βασιλιά»

Μετά την πάροδο πολλών δεκαετιών η σύνολη Αριστερά στην Ελλάδα έχει αισθητά υπερβεί το «ακρωτήριο» του 30%. Ταυτόχρονα, εσωτερικές διαφοροποιήσεις και στρατηγικές στοχεύσεις της ποτέ δεν βρίσκονταν σε σημείο τόσης σύγχυσης όσο σήμερα. Ενώ συνεχίζουν να υφίστανται εμμενείς εκκρεμότητές της, με συνέπειες διόλου στο θεωρητικό και μόνον επίπεδο, αλλά και σε εκείνο των πρακτικών αναμετρήσεων και των στοιχημάτων των καιρών. Και ναι μεν υπό τις παρούσες συνθήκες και συγκυρίες κάθε συζήτηση για ενότητα αυτής της σύνολης Αριστεράς θεωρώ ότι, πλέον, είναι εντελώς ανώφελη, όμως το εγχείρημα της Αριστεράς, ως συνέχεια εκ των πραγμάτων της παλαιάς ανανεωτικής, υπό τη μορφή του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ, έχει κυριολεκτικά «αέρα στα πανιά του».

Αν λοιπόν επιδιώκουμε να μη βυθιστούμε σε μία απλή συγκυριακότητα και αν πράγματι έχουμε στο νου και στη καρδιά να γίνει προώθηση προς ένα άλλο αύριο, νομίζω πως ήρθε ο καιρός να λογαριαστούμε ακριβώς με τις εμμενείς εκκρεμότητες. Στον κύκλο των διανοουμένων είναι έκδηλη όχι μόνον η σχετική υποψία, αλλά όπως φαίνεται και μια εδραιότερη συνείδηση για το τι πραγματικά διακυβεύεται στο σημερινό στάδιο, ώστε να αποφευχθεί μια όδευση προς τις πολύ γνωστές ατραπούς, αυτές ακριβώς που οδήγησαν τη χώρα μας στα δραματικά αδιέξοδα που βιώνουμε πολλοί.[1] Από την πλευρά μου θα εστιασθώ σε τρεις, κατά τη γνώμη μου πολύ ουσιώδεις, εκκρεμότητες, οι οποίες διαπερνούν τις όποιες προτάσεις για έξοδο από την κρίση, υποτίθεται με ένα νέο πρόταγμα οργάνωσης εσωτερικής και δράσης προς τα έξω.

Εκκρεμότητα πρώτη και, άλλωστε, διαιωνιζόμενη όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και μεταξύ πολλών εγχειρημάτων για μια νέα Αριστερά, στην Ευρώπη αι αλλού: πρόκειται για την τυφλότητα ως προς τα κίνητρα όσων έχουν ενεργητική ανάμιξη στην πολιτική, για τις τάσεις τους και, τελικά, για τη διαρκή αναπαραγωγή τους. Ως προς αυτά, ανέκαθεν η Αριστερά εκδήλωνε δομικό δισταγμό, αν όχι και μόνιμη φοβία, να υιοθετήσει και, κατά συνέπεια, να λάβει πρακτικά υπόψη της σταθερά ανθρωπολογικά δεδομένα. Ο λόγος αφορά το θέμα της εξουσίας, της εξουσίασης και της εξουσιομανίας, θέμα και φαινόμενο που διατρέχει ακόμα κάθε ανθρώπινη συσπείρωση, μάλιστα στην Ελλάδα όπου η δομή της φατρίας και η εκδήλωση του φατριασμού αποτελούν μια από τις σταθερές της συμπεριφοράς που εμφανίζεται πάρα πολύ συχνά ακόμα και σε μη άμεσα πολιτικές και κομματικές συνενώσεις.

Η αποφυγή έμπρακτης, δηλαδή οργανωτικής και δομικής, αντιμετώπισης των φαινομένων αυτών προκαλεί συναφώς την αδυναμία αποφυγής τους. Οι συγκυριακές διογκώσεις ή συρρικνώσεις «μαζικών» συσπειρώσεων και κινητοποιήσεων καταλήγουν να παραμερίζουν τον προβληματισμό και, βέβαια τη χάραξη μιας νέας στάσης απέναντι ειδικά στην εξουσίαση και την εξουσιομανία. Το αποτέλεσμα είναι τα ίδια φαινόμενα να επανεμφανίζονται με ρυθμό τακτικότατο, δείχνοντας ότι για πολλούς φορείς της Αριστεράς ούτε τα διδάγματα του παρελθόντος, μάλιστα στους ίδιους τους κόλπους της, ούτε και αναλύσεις από τον Θουκυδίδη μέχρι τον Μακιαβέλι και σε έναν Παν. Κονδύλη έχουν αφομοιωθεί και, τελικά, αποτελέσει πρακτικά δεδομένα για νέες μορφές οργάνωσης, τακτικής και στρατηγικής, τόσο σε μικροκλίμακα όσο και ευρύτερα.

Εκκρεμότητα δεύτερη: το θέμα της βίας. Ερχόταν, έρχεται και επανέρχεται δίχως να γίνεται αυτό που ο Μαρκ Μαζάουερ, σε μια από τις πρώτες συνεντεύξεις του στον ελληνικό Τύπο, είχε προτείνει και ευχηθεί για την Αριστερά στην Ελλάδα, δηλαδή ότι είναι καιρός να λογαριαστεί με το φαινόμενο της βίας, τόσο από ιστορική πλευρά όσο και στη σημερινή πολιτική πρακτική της. Ως προς την εκκρεμότητα αυτή δεν διστάζω εδώ να διατυπώσω ξεκάθαρα τη δική μου γνώμη. Η βία ως εκδήλωση ορμέμφυτων και, ακόμα χειρότερα, ως διατυπωμένο πρόταγμα πολιτικής τακτικής και στρατηγικής είναι απόρροια των κατώτερων σταδίων εξέλιξης του ανθρώπινου είδους.

Για να θυμηθούμε τον Αριστοτέλη, μπορεί να αποδοθεί στη λειτουργία του ανθρώπινου θυμικού και μόνο, στην αδυναμία σύνθετης προσέγγισης των δεδομένων, στην τάση υπεραπλούστευσης της δυναμικής τους και, τελικά, στην ανικανότητα εφεύρεσης (ναι, εφεύρεσης!) ευφυέστερων και αποτελεσματικότερων μεθόδων αντιμετώπισης καταστάσεων και αντιπάλων. Η μεθοδολογία της βίας που ξεδιπλώνει στις μέρες μας η Χρυσή Αυγή εικονίζει κατά τον κατανοητότερο τρόπο όσα επισημαίνουμε. Ταυτόχρονα, η τακτική μασκοφόρων ή μη γκρουπούσκουλων θεωρώ ότι εξισώνεται με αυτή τη μεθοδολογία της βίας. Και φυσικά δεν πρόκειται για απολύτως καμία «εξίσωση των άκρων», που πονηρά επιχειρείται από διαφόρους.

Η εκκρεμότητα αυτή είναι απόλυτα εμμενής ακόμα και στους κόλπους της όποιας ανανεωτικής και της όποιας ριζοσπαστικής Αριστεράς. Είναι δε και απόλυτα χαρακτηριστικό το πώς μεταφράστηκε αρχικά, από τα τέλη του 19ου αιώνα και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ο δάνειος όρος «radical»: αντί για «ριζικός», που είναι η ορθή μετάφραση αλλά και απόδοση (με τον όρο αυτόν φέρ’ ειπείν ο Μαρξ ρητά έλεγε και εννοούσε «να παίρνουμε τα πράγματα και τα γεγονότα από τη ρίζα τους»), οι αρχικοί «μεταφορείς» του όρου στα ελληνικά προτίμησαν το «ριζοσπαστικός», που φυσικά μας πήγε και μας πάει εντελώς αλλού.

Ένα δείγμα πραγματικής διαστροφής της αντίληψης ως προς το θέμα της βίας, είναι οι απόψεις που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στα «Ενθέματα»[2], κατά τις οποίες, ούτε λίγο ούτε πολύ, «η βίαια κοινωνική δράση διαμορφώνει τη συλλογική ταυτότητα των συμμετεχόντων», ότι η διαδικασία «εκμάθησης» (η λέξη αυτή έχει μπει σε εισαγωγικά και δεν καταλαβαίνω γιατί) της βίας διαμορφώνει συλλογικά την επιλογή των στόχων της βίας (τόσο πρωτότυπα…) και ότι η βία «διαμορφώνει κοινωνική δράση με καθαρά ιδεολογικά και εκφραστικά στοιχεία», μέσω μιας συλλογικής «μαθησιακής εμπειρίας». Δεν πρόκειται για πανεπιστημιακές θεωρητικολογίες, αλλά για καθαρά ιδεολογική, με στόχο εντελώς πρακτικό, στάση. Και θεωρώ ότι είναι καιρός, δεδομένου ότι ως προς τη χρήση της βίας και όπως άλλωστε τόνισα σε μια πρόσφατη συνάντηση της «Κοινωνίας και Δημοκρατίας», εκδηλώνεται στην Ελλάδα το φαινόμενο των πολλαπλών διχασμών προσωπικότητας, να γίνει μια πρώτη ανοιχτή και θαρραλέα συζήτηση. Για μια ριζική Αριστερά το πρόταγμα της διαύγειας θα πρέπει να προτάσσεται, αν δεν κάνω λάθος.

Εμμενής εκκρεμότητα τρίτη: το μεγάλο θέμα του φυσικού και ιστορικού περιβάλλοντος. Πρόκειται για μια πολιτική, ναι πολιτική συντεταγμένη που στην Ελλάδα, και μάλιστα και στους κόλπους της ριζικής Αριστεράς, λίγο-πολύ θεωρείται ότι υφίσταται είτε ως άυλη έννοια είτε ως παντελώς παραπληρωματικός παράγοντας. Το γράφω μετά λόγου γνώσεως, έχοντας διατελέσει βασικό στέλεχος της οικολογικής συνιστώσας της ΕΑΡ και, στη συνέχεια, του Συνασπισμού, και έχοντας διαπιστώσει ακριβώς όσα διατύπωσα προηγουμένως. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου φυσικό και ιστορικό περιβάλλον, με ελάχιστες δε εξαιρέσεις κάποιων πολιτικών υπεύθυνων για το θέμα, αντιμετωπίζονταν και αντιμετωπίζονται ως παρωνυχίδες άλλων πολιτικών, είναι καιρός για τη ριζική Αριστερά να αναδείξει αυτό το περιβάλλον σε αυτό που ακριβώς είναι στα πραγματικότητα, δηλαδή σε κεφαλαιώδη συντεταγμένη μιας άλλης, μιας νέας πολιτικής, πάνω στη οποία θα πρέπει να στερεώνονται βασικές τακτικές, στρατηγικές και προτάσεις.

Με τα ποικίλα «φαστ-τρακς», με την καταστροφική θεσμική δραστηριότητα των Γεωρ. Παπακωνσταντίνου και Ν. Σηφουνάκη στο Υπουργείο (ξαναϋποτίθεται) Περιβάλλοντος, αλλά και με μια νέα οικολογική κοινωνική δραστηριότητα που και στην Ελλάδα εκδηλώνεται, πλέον, στη «βάση», εκτός δεδομένων περιβαλλοντικών και οικολογικών σχημάτων, υπάρχει πια έδαφος για νέες προσεγγίσεις και εμπνεύσεις, μέσα από και για το φυσικό και ιστορικό περιβάλλον στην Ελλάδα.

Με πολίτες και κοινή γνώμη που έχουν περιέλθει στα γνωστά αδιέξοδα, αλλά και που αντιμετωπίζουν με πάρα πολύ κριτικό και αποστασιοποιημένο πνεύμα κόμματα, πρόσωπα και πολιτικούς φορείς, η αντιμετώπιση εμμενών εκκρεμοτήτων, όπως αυτές που επισήμανα, από μια ριζική Αριστερά, όχι, μόνο θα πείσει και θα εξασφαλίσει εκλογικά «κουκιά», αλλά θα συμβάλει ώστε άλλος σταθερός «αέρας» να πνεύσει και στους δικούς της κόλπους. Απομένει η ίδια να το καταλάβει. Αλλά και να δράσει ανάλογα…

Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης (dorov@otenet.gr) είναι δικηγόρος-πολιτικός επιστήμονας


[1] Ενδεικτικά αναφέρω το άρθρο του Μιχάλη Σπουρδαλάκη «Αξιοποίηση κατακτήσεων και αντιμετώπιση προκλήσεων», Εφημερίδα των Συντακτών, 29.11.2012.

[2] Άρθρο της Μ. Πρεντουλή, «Ενθέματα», 9.12.2012, με τίτλο «Βία και κοινωνική δράση στην Ελλάδα και την Αργεντινή».

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Εμμενείς εκκρεμότητες της Αριστεράς

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s