Η κληρονομιά του Λούλα

Standard

της Σoυ Μπράνφορντ

μετάφραση: Αγάπιος Λάνδος

lula alloΜε αφορμή την περιοδεία Τσίπρα στη Λατινική Αμερική και τη σχετική συζήτηση που έχει ανοίξει για το «λατινοαμερικάνικο μοντέλο», την πολιτική Λούλα, τα επιτεύγματα και τις αδυναμίες της, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από μια παλιότερη ανάλυση (Οκτώβριος 2010) της Sue Branford (δημοσιογράφου, συνεργάτριας του ΒΒC, του Guardianκαι του Open Democracy), από το περιοδικό RedPepper (το εντοπίσαμε χάρη στο «humming_bird», από τον συναθροιστή GatheRate (http://gather8.com/), που το επισήμανε πριν κάποιες μέρες).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Είναι δύσκολο να θυμηθούμε σήμερα, με τη Βραζιλία να απολαμβάνει τόσο υψηλό διεθνές κύρος, πόσο  διαφορετικό ήταν το κλίμα  όταν εξελέγη ο Λούλα, τον Ιανουάριο του 2003. Έντρομοι από την πρόβλεψη του Τζορτζ Σόρος ότι η Βραζιλία υπό τον Λούλα θα αντιμετωπίσει «το χάος», οι τραπεζίτες είχαν αποσύρει 60 δισ. δολάρια από τη χώρα. Το εθνικό νόμισμα, το ρεάλ, είχε χάσει το 30% της αξίας του και κάποιοι οίκοι αξιολόγησης τοποθετούσαν τον κίνδυνο χρεοκοπίας της Βραζιλίας στο 1300, ένα από τα υψηλότερα νούμερα διεθνώς. Ο φόβος ότι η χώρα θα αναγκαστεί να ακολουθήσει τη μοίρα της Αργεντινής ήταν φανερή ακόμα στη γλώσσα του σώματος του Λούλα: η αγωνία του ήταν έκδηλη στους στενούς συνεργάτες του.

Οχτώ σχεδόν χρόνια αργότερα, ο Λούλα είναι ένας άλλος άνθρωπος. Άνετος και με αυτοπεποίθηση, νιώθει πολύ χαρούμενος για τα επιτεύγματά του. Πράγματι, οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Η αγοραστική δύναμη του κατώτερου μηνιαίου μισθού, βάσει του οποίου καθορίζονται όλοι οι μισθοί, έχει αυξηθεί πάνω από 50%. Περίπου 12 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν και σχεδόν 20 εκατομμύρια Βραζιλιάνοι έχουν ξεφύγει από την απόλυτη φτώχεια. Τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας έχει αυξηθεί στο πολύ ικανοποιητικό επίπεδο των 239 δισ. δολαρίων — ας κάνουμε τη σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2002, όταν η Βραζιλία είχε να ζητήσει από το ΔΝΤ το μεγαλύτερο δάνειο που είχε δοθεί ποτέ, 30 δισ. δολάρια, για να αποφύγει τη χρεοκοπία.

Το 1941, ο Στέφαν Τσβάιχ, ο οποίος ζούσε στο Ρίο ντε Τζανέιρο, έγραψε ένα βιβλίο στο οποίο υμνούσε τη Βραζιλία ως «χώρα του μέλλοντος». Αυτό οδήγησε τους Βραζιλιάνους (οι οποίοι, όπως και οι Βρετανοί, αρέσκονται στον αυτοσαρκασμό) να αστειεύονται ότι «η Βραζιλία είναι η χώρα του μέλλοντος — και θα είναι για πάντα». Όχι πια, όμως.  Φαίνεται ότι ήρθε η στιγμή της Βραζιλίας.

Η φτώχεια, η ανισότητα και η βία. Τι σημαίνει όμως αυτό, από τη σκοπιά της Αριστεράς; Η κυβέρνηση Λούλα δεν άλλαξε ριζικά το μοντέλο ανάπτυξης. Η τεράστια ψαλίδα στα εισοδήματα έχει βέβαια μειωθεί  κάπως (από το 0,53 στο 0,49 του δείκτη Gini), αλλά αυτό δεν οφείλεται στην ανακατανομή του πλούτου από τους πλούσιους στους φτωχούς. Αντ’ αυτού, η κυβέρνηση Λούλα εισήγαγε πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας που σημαίνει ότι, ενώ το εισόδημα όλων τους Βραζιλιάνων έχει αυξηθεί, το εισόδημα των πολύ φτωχών αυξήθηκε με ταχύτερους ρυθμούς.

Ακόμα κι έτσι, η φτώχεια, η ανισότητα και η βία που αποτελούν καθημερινότητα στις μεγαλουπόλεις της Βραζιλίας, όπου 40.000 άνθρωποι δολοφονούνται κάθε χρόνο, ως επί το πλείστον από την αστυνομία, παραμένουν τα σοβαρότερα προβλήματα της χώρας. Η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας της γης, από τις πιο ακραίες σε όλο τον πλανήτη, στην πραγματικότητα έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Λούλα. Σήμερα, η κατάσταση είναι χειρότερη από ό,τι τη δεκαετία του 1920, τρεις  μόλις δεκαετίες μετά την  κατάργηση της δουλείας. Με τη γενναιόδωρη υποστήριξη της κυβέρνησης, η βιομηχανία μεταποίησης αγροτικών προϊόντων ανθεί, με μια μαζική επέκταση  των φυτειών σόγιας και ζαχαροκάλαμου. Περισσότερο από ποτέ, η παγκόσμια επιτυχία της Βραζιλίας πηγάζει από την εξαγωγές της, κυρίως στην Κίνα.

Την ίδια στιγμή, είναι σαφές ότι η αγροτική μεταρρύθμιση, που προωθούνταν έντονα από  τον Λούλα πριν την εκλογή του, έχει περιέλθει σε δεύτερη μοίρα. Η κυβέρνησή του δεν έχει δώσει γη σε περισσότερες οικογένειες από ό,τι οι προκάτοχοί της, ενώ τα τρία τέταρτα της γης που έχει δοθεί σε οικογένειες ακτημόνων βρίσκεται στην απομακρυσμένη (και οικολογικά ευαίσθητη) περιοχή του Αμαζονίου. Ακόμα, η κυβέρνηση έχει προωθήσει καταστροφικές πολιτικές ανάπτυξης παλαιού τύπου στη λεκάνη του Αμαζονίου, με τη συνεχιζόμενη καταστροφή των τροπικών δασών για την κατασκευή δρόμων και υδροηλεκτρικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, που θα ωφελήσουν κυρίως τις μεγάλες εταιρείες. Ταυτόχρονα, αρνείται να ακούσει τον αυξανόμενο αριθμό επιστημόνων που προειδοποιούν ότι αυτή η καταστροφή θα οδηγήσει σε μη αναστρέψιμες βλάβες όσον  αφορά τη στάθμη των βροχοπτώσεων στη Βραζιλία (και ως εκ τούτου θα πλήξει και τις πολυδιαφημισμένες γεωργικές εξαγωγές).

Πολεμώντας τον νεοφιλελευθερισμό. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε το πρόγραμμα του Λούλα ως απλή συνέχεια, με ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών του προκάτόχου του,  Φερνάντο Καρντόζο. Αξίζει κάθε έπαινος στον  Λούλα και τον υπουργό Εξωτερικών, Σέλσο Αμορίμ, για έντονη αντίθεσή τους στην προσπάθεια των ΗΠΑ να μετατρέψουν το σύνολο της αμερικανικής ηπείρου σε μια ενιαία ζώνη ελευθέρων συναλλαγών –τη Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικής (ALCA)– το 2005. Χωρίς την αποφασιστική στάση τους,  η ζώνη αυτή ίσως σήμερα είχε υλοποιηθεί, και αρκεί να δούμε το Μεξικό για να συνειδητοποιήσουμε τι καταστροφή θα συνεπαγόταν μια τέτοια εξέλιξη για ολόκληρη την περιοχή.

Από τότε που το Μεξικό εντάχθηκε στη NAFTA (Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών), το 1994, η χώρα παραπαίει. Οι οικογενειακές αγροτικές εκμεταλλεύσεις έχουν εξαφανιστεί εντελώς από την εγχώρια αγορά, λόγω των συμφωνιών  ντάμπινγκ των πλεονασματικών καλλιεργειών των ΗΠΑ, κυρίως του καλαμποκιού. Οι κοινωνικές ανισότητες αυξήθηκαν πολύ, και το Μεξικό να έχει την αμφιλεγόμενη τιμή να είναι η πρώτη αναπτυσσόμενη χώρα στον κόσμο που διαθέτει τον πλουσιότερο άνθρωπο του  πλανήτη (τον Κάρλος Σλιμ, τον μεγιστάνα των τηλεπικοινωνιών), καθώς και  μεγάλη αύξηση της βίας, συνδεόμενη εν πολλοίς με τα ναρκωτικά. Ακόμη και ο πρόεδρος Φελίπε Καλντερόν δήλωσε το 2010 ότι η πολιτική άγριας ​​καταστολής της εγκληματικότητας που εφάρμοσε ήταν αναγκαία για να υπερασπιστεί «αυτή καθαυτή την κρατική εξουσία».

Ο Λούλα επίσης επέδειξε οξυδέρκεια όταν σταμάτησε με αποφασιστικότητα το κύμα των ιδιωτικοποιήσεων που πραγματοποιούσε ο Καρντόζο, ο οποίος πούλησε, έναντι πινακίου φακής,  πολλές μεγάλες και βιώσιμες κρατικές επιχειρήσεις στις πολυεθνικές. Ο Λούλα διόρισε διοικητή της ισχυρής αναπτυξιακής τράπεζας της χώρας, της BNDES, τον οικονομολόγο Λουτσιάνο Κουτίνχο, που στήριξε την ανάπτυξη των «βραζιλιάνων πρωταθλητριών» — ισχυρών εθνικών εταιρειών, το αντίστοιχο των νοτιοκορεατικών chaebols και των ιαπωνικών keiretsu. Εκταμιεύοντας το 2009 και το 2010 ένα τεράστιο ποσό των χρημάτων (189 δις. δολάρια), περισσότερο από το συνδυασμένο ποσό του δανείου από την Παγκόσμια Τράπεζα, τη Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης και την Eximbank των ΗΠΑ– η BNDES έχει χρηματοδοτήσει συγχωνεύσεις και εξαγορές, καθώς και σημαντικές επενδύσεις σε δρόμους, σιδηροδρόμους και υδροηλεκτρικούς σταθμών, όλα τους κομβικής σημασίας για την ανάπτυξη της χώρας.

Οι ανησυχίες της Αριστεράς. Αρκούν όμως όλα αυτά; Η Αριστερά ανησυχεί. Ο Φερνάντο Καρντίμ, καθηγητής στο Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο, δήλωσε πρόσφατα ότι, ενώ είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση Λούλα φρόντισε ξανά για την ανάπτυξη, κάτι που είχε εγκαταλείψει ο Καρντόζο, η  ανάπτυξη αυτή δεν έγινε χάριν των ανθρώπων, αλλά ενίσχυσε τους μεγάλους εθνικούς μονοπωλιακούς ομίλους.

Αυτό είναι ξεκάθαρο, πάνω από όλα, στη λεκάνη του Αμαζονίου. Τα χωριουδάκια της περιοχής, όπως οι αλιευτικές κοινότητες του Μανγκαμπάλ, κατά μήκος του ποταμού Ταπάχος, εγκατεστημένες εκεί για εκατό χρόνια, εκδιώχθηκαν για να κατασκευαστεί ένας υδροηλεκτρικός σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, που θα δίνει ρεύμα, σε επιδοτούμενες τιμές, στις μεταλλουργικές βιομηχανίες για την παραγωγή αλουμινίου προς εξαγωγή. Επίσης, η BNDES χρηματοδοτεί γιγαντιαίες φυτείες γενετικά τροποποιημένων ευκαλύπτων στην ανατολική Αμαζονία, αντί να βοηθήσει τις μικρές αγροτικές κοινότητες της περιοχής να καλλιεργήσουν τη γη. Και κάποιοι φοβούνται ότι η Βραζιλία έχει μετατραπεί σε περιφερειακή υπερδύναμη, αδίστακτη και εκμεταλλευτική, όπως ακριβώς οι παλιές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Ωστόσο, αυτή είναι μια αποσπασματική και ανεπαρκής ερμηνεία.

Χάρη στη διακυβέρνηση Λούλα, το βραζιλιάνικο κράτος πήρε στα χέρια του τις τύχες της χώρας. Κι αυτό είναι  φανερό κυρίως στην εξωτερική πολιτική, όπου, χωρίς τη σθεναρή στάση του Λούλα, το Ισραήλ θα είχε ενθαρρύνει την πλούσια σε φυσικούς πόρους περιοχή ανατολικά της Βολιβίας να αποσχισθεί και οι ΗΠΑ πιθανόν να παρενέβαιναν πιο ανοιχτά για την ανατροπή του Τσάβες. Με την υποστήριξη της Βραζιλίας, γεννήθηκαν η Unasul (Ένωση των Κρατών της Νότιας Αμερικής) και η CELAC (Κοινοπολιτεία της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής),  δύο αυτόνομες περιφερειακές οργανώσεις, χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ και του Καναδά. Η δημιουργία τους σηματοδοτεί και το τέλος της OAS, του παλιού περιφερειακού οργανισμού, που εδώ και χρόνια αποτελεί βραχίονα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τον Χοάο Πέντρο Στεβίλε, από το «Κίνημα των Χωρίς Γη» της Βραζιλίας (MST) και κορυφαίο πολιτικό αναλυτή, «η κυβέρνηση Λούλα υιοθέτησε μια προοδευτική εξωτερική πολιτική. Σε σύγκριση με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική του Καρντόζο, η οποία ήταν εντελώς υποταγμένη στα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού, αυτό αποτελεί τεράστια πρόοδο: τώρα έχουμε μια εθνική πολιτική, που την αποφασίσαμε εμείς».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s