H γερμανική αστική νομιμότητα… και οι βίλες «Αμαλία και λοιπές»

Standard

της Όλγας Μοσχοχωρίτου

olga swsto

Ερίκου Ίψεν, «Ένας εχθρός του λαού», σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάιερ, Schaubühne, 2012

Έχουμε βάσιμους λόγους να πιστεύουμε ότι εάν η γερμανική κυβέρνηση και το αντίστοιχο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ακολουθούσαν τη γραμμή του κ. Δένδια, μάλλον θα είχαμε στερηθεί τον πιο ρηξικέλευθο σκηνοθέτη της θρυλικής γερμανικής Σαουμπίνε, του μεγαλύτερου και πιο καταξιωμένου θεατρικού οργανισμού αυτής της χώρας.

Μιλάω για τον Τόμας Οστερμάιερ, που έγινε διευθυντής της το 1999, στα 31 του. Tον γνωρίσαμε το 2006, στο Φεστιβάλ Αθηνών, με την ανατρεπτική του «Νόρα» του Ίψεν. Έκτοτε, παρακολουθήσαμε τη σκηνοθετική του προσέγγιση σε πολλά κλασικά κείμενα. Σκηνοθεσίες που έφεραν στη σκηνή την κοινωνική πραγματικότητα, μεταφέροντας μια λεκτική και φυσική βία, συχνά ακραία, περίπου ξεκοιλιάζοντας το έργο και παραθέτοντας σε κοινή θέα τα σωθικά των πασχόντων αλλά και του συγγραφέα.

Περίεργο; Καθόλου. Ο νεαρός σκηνοθέτης προερχόταν από τον χώρο που ονομάζουμε «αναρχοαυτόνομο» ή «αντιεξουσιαστικό» και είχε θητεύσει σε καταλήψεις κτηρίων της δεκαετίας του 1990. Βαυαρός, αριστεριστής, από φτωχή οικογένεια, τεμπέλης «που δουλεύει πολύ για να θεραπευτεί από την οκνηρία», το «τρομερό παιδί του γερμανικού θεάτρου», ήταν δέκα χρόνια διευθυντής στη Σαουμπίνε. Κάνει θέατρο γιατί θέλει να μιλήσει, να δείξει τα ζόρια της πραγματικής ζωής. Έτσι αυτοπεριγράφεται στις συνεντεύξεις που δίνει, λέγοντας με το θράσος, σχεδόν, ενός ελεύθερου ανθρώπου:

«Αυτό που θυμάμαι από τα πρώτα μου χρόνια στο Βερολίνο είναι γκρίζος ου­ρανός και βροχή, εννέα μήνες το χρόνο. Μια πόλη γεμάτη νέους κυρίως από τη Δυτική Γερμανία, που έρχονταν εδώ για να αποφύγουν τη δουλειά και τις προ­βληματικές τους οικογένειες. Και πράγ­ματι, για πολύ καιρό, δεν κάναμε σχεδόν τίποτα. Ζούσαμε κοινοβιακά στις κατα­λήψεις, κοιμόμασταν μέχρι το μεσημέρι, το βράδυ βγαίναμε. Συχνά βέβαια συμ­μετείχαμε σε διάφορες αριστερές δρά­σεις, σε αντιφασιστικές διαδηλώσεις και πορείες».

Ελπίζουμε, βέβαια, να μην βάλουμε ιδέες στον κ. Δένδια και του απαγορεύσει την είσοδο στην… Επίδαυρο.

Ακούγεται ειρωνικό, αλλά ακόμα και σήμερα θεωρείται αναπόσπαστο μέρος ενός ταξιδιού στο Βερολίνο η επίσκεψη τουλάχιστον σε ένα κατειλημμένο κτήριο. Όταν η αστική τάξη αισθάνεται σίγουρη, επιτρέπει κάποιες νομικές παρεκβάσεις, επιτρέπει την ύπαρξη χώρων όπου η αστική νομιμότητα υποχωρεί υπέρ της αντικουλτούρας των νέων. Αυτό το κεκτημένο έρχεται από τον Μάη του ’68 και τα κινήματα πόλης, με στόχο την επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου. Τα κινήματα του ’60 και ’70 δώρισαν αυτή την καινούργια πολιτική πρακτική στον αναρχικό χώρο που την εξέλιξε θεωρητικά, αλλά και στο νεολαιίστικο και το εργατικό κίνημα, σε περιόδους έντονης πολιτικοποίησης και κινηματικής δράσης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μόνο στη Ρώμη υπήρχαν 3.000 καταλήψεις κτηρίων. Φυσικά, όταν το πολιτικό σύστημα αισθάνθηκε καυτή την ανάσα ενός ογκούμενοι λαϊκού κινήματος, ακολούθησε η βίαιη καταστολή, με αποτέλεσμα τη σταδιακή συρρίκνωση του φαινομένου.

Το κίνημα των καταλήψεων υπήρξε σημαντικό τμήμα της αντικουλτούρας και του σύγχρονου αναρχισμού, αλλά επηρέασε γενικότερα τα ακτιβιστικά κινήματα των νέων, που διαμορφώνονταν όχι σε άμεση σχέση, αλλά σε συνάφεια ή παράλληλα με το κλασικό συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα. Διαμορφώθηκαν έτσι αυτόνομες ζώνες, ελεύθεροι χώροι στέγασης, νησίδες οικοδόμησης μη εμπορευματικών σχέσεων και δραστηριοτήτων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, καλλιτεχνικών κλπ.), κέντρα εναλλακτικής, αντιιεραρχικής κοινωνικοποίησης για τους συμμετέχοντες.

Ακόμα και σήμερα, το φαινόμενο συνεχίζεται. Στην Ιταλία δεκάδες εγκαταλειμμένα θέατρα έχουν καταληφθεί από καλλιτέχνες, ενώ μερικά κατόρθωσαν να αποσπάσουν μέχρι και δικαστικές αποφάσεις υπέρ τους. Στο Λονδίνο διασώζονται, με τον ίδιο τρόπο, Βιβλιοθήκες που προωθούνταν προς πώληση σε ιδιώτες.

Στην Ελλάδα είχαμε την υπερεικοσαετή κατάληψη της περίφημης «Βίλας Αμαλία», της κατάληψη Λέλας Καραγιάννη, της Αγοράς της Κυψέλης, μερικών πτωχευμένων δημοτικών κυλικείων, το θέατρο «Εμπρός» κ.ά. Το κίνημα των πλατειών και η ανάγκη υπεράσπισης στοιχειωδώς της έννοιας του δημόσιου χώρου, βοήθησε στην αναζωογόνηση τέτοιων πρωτοβουλιών. Και ενώ το λαϊκό κίνημα τελευταία δεν βρισκόταν «στα επάνω του», ενώ οι βουλευτές της συγκυβέρνησης «τέθηκαν σε επανακυκλοφορία» στα γνωστά στέκια του Κολωνακίου και του Ν. Ψυχικού, η συγκυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στην «ανομία» γενικώς και τη ριζοσπαστική κινηματικότητα, προσπαθώντας να κλείσει κάθε ρωγμή που αμφισβητεί την αποθέωση της εμπορευματοποίησης των κοινωνικών αγαθών και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, με ταυτόχρονη επίθεση στην Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλοδαποί μικροπωλητές, καταλήψεις, γκαζάκια, καλάσνικοφ. Ξαφνικά, η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι. Το σύστημα απαιτεί, τουλάχιστον προσώρας, αυτολογοκρισία ακόμα και στην έκφραση των βουλευτών, δηλώσεις νομιμοφροσύνης. Όταν τα πράγματα αγριεύουν, αυτό σημαίνει ότι το αστικό πολιτικό σύστημα είναι ανασφαλές και καθόλου σίγουρο για την κυριαρχία του. Και τότε είναι διπλά επικίνδυνο. Το κίνημα και η Αριστερά πρέπει να επαγρυπνούν διπλά, γιατί, εκτός από μπαρούτι, μυρίζει και… παγίδα.

Η Όλγα Μοσχοχωρίτου είναι θεατρολόγος, κριτικός θεάτρου

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s