Μια λέξη που θα θέλαμε ν’ ακούμε πιο συχνά

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Αφίσα του Ουώλτερ Κρέιν, τέλη του 19ου αιώνα

Αφίσα του Ουώλτερ Κρέιν, τέλη του 19ου αιώνα

Το προηγούμενο άρθρο, που ήταν ανασκόπηση των λέξεων του 2012, τελείωνε με την ευχή να ακουστούν ακόμα περισσότερο μέσα στο 2013 μερικές λέξεις που ήδη ακούστηκαν αρκετά τη χρονιά που μας πέρασε· μια απ’ αυτές ήταν και η λέξη αλληλεγγύη, που θ’ αποτελέσει και το θέμα του σημερινού μας σημειώματος.

Σύμφωνα με τα λεξικά, αλληλεγγύη είναι η σχέση αμοιβαίας (ηθικής και υλικής) στήριξης ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας ή κοινωνικής ομάδας ή τάξης, ή, πιο χαλαρά, η συμπαράσταση σε κάποιους που δοκιμάζονται ή αγωνίζονται.

Για να αρχίσουμε από την αρχή, η αλληλεγγύη δεν είναι λέξη της κλασικής αρχαιότητας, αλλά μεταγενέστερη· προέρχεται από την αντωνυμία αλλήλων και το ουσιαστικό εγγύη, που σήμαινε την εγγύηση· άρα η αμοιβαία εγγύηση. Η εγγύη είναι ομηρική λέξη και ετυμολογείται από την πρόθεση εν και το αμάρτυρο πανάρχαιο ουσιαστικό *γύα, που είναι το χέρι και ειδικότερα η κοιλότητα του χεριού: πρόκειται δηλαδή για το τίμημα που δίνουμε στο χέρι του άλλου.

Η ίδια η λέξη αλληλεγγύη χρησιμοποιείται μια φορά όλη κι όλη στη μεταγενέστερη γραμματεία, σε έναν ιταλιώτη βυζαντινό ποιητή του 13ου αιώνα, αλλά το ουσιαστικό το αλληλέγγυον εμφανίζεται στη βυζαντινή νομοθεσία: ήταν ένα φορολογικό μέτρο που θέσπισε ο Βασίλειος ο Β΄ το 1002, που όριζε ότι οι πλούσιοι (οι δυνατοί, όπως τους έλεγαν) οφείλουν να πληρώνουν τον φόρο των μικροϊδιοκτητών (των ταπεινών) που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια τους και αδυνατούσαν να πληρώσουν, χωρίς όμως να μπορούν να τα καρπωθούν. Συνέχεια ανάγνωσης

Τα «στημένα μεταπτυχιακά»: H δίκη για την «υπόθεση Στέλιου Αλεξανδρόπουλου»

Standard

της Μαρίνας Δημητριάδου

O αξέχαστος Στέλιος Αλεξανδρόπουλος

O αξέχαστος Στέλιος Αλεξανδρόπουλος

Πώς μπορεί μια υπόθεση του πανεπιστημίου να μη φτάνει στα ποινικά δικαστήρια; Και τι μπορεί να περιμένει η ακαδημαϊκή κοινότητα από μια δίκη με κατηγορητήριο που δεν μπαίνει στην ουσία της υπόθεσης; Ποιες είναι οι δικλείδες αντιμετώπισης φαινομένων διαφθοράς και υπέρβασης καθήκοντος εντός του πανεπιστημίου; Μέχρι πόσο και προς τα πού μπορεί να ανοίξει ένα ζήτημα του πανεπιστημίου όταν το ίδιο το πανεπιστήμιο έχει αντιμετωπίσει ως «ζήτημα ρουτίνας» θέματα εργασιακής αξιοπρέπειας (για διδάσκοντες) και αδικίας (για φοιτητές); Ποιοι είναι οι τρόποι υπεράσπισης αυτής καθαυτής της αξιοπρέπειας χωρίς τον κίνδυνο πειθαρχικής δίωξης, σε ένα τοπίο ποινικοποίησης κάθε διεκδίκησης; Και τελικά εμείς τι πανεπιστήμιο θέλουμε να υπερασπιστούμε που θα υπηρετεί τι είδους κοινωνία; Συνέχεια ανάγνωσης

Κράτος, Εκκλησία και φόροι

Standard

 της Σίας Αναγνωστοπούλου

Οι κτήτορες της Μονής Διονυσίου, Νήφων ο Β΄, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και ο βοεβόδας της Βλαχίας Νεαγόκε Μπασαράμπ. Φορητή εικόνα της Μονής Διονυσίου, Άγιον Όρος,16ος αιώνας.

Οι κτήτορες της Μονής Διονυσίου, Νήφων ο Β΄, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και ο βοεβόδας της Βλαχίας Νεαγόκε Μπασαράμπ. Φορητή εικόνα της Μονής Διονυσίου, Άγιον Όρος,16ος αιώνας.

Η πρόταση για τον εκκλησιαστικό φόρο, που διατύπωσε ο Τάσος Κουράκης, μπορεί να δώσει το έναυσμα για έναν ουσιαστικό διάλογο, όπου θα αναδιατυπωθούν μείζονα ερωτήματα, όπως το πολιτικό, ιδεολογικό, κοινωνικό αλλά και εθνικό περιεχόμενο του ελληνικού εκσυγχρονισμού που διεκδικείται σήμερα. Μόνο έτσι τέτοιες προτάσεις αποκτούν το πλήρες νόημά τους. Έτσι, μια ιστορική περιήγηση στις σχέσεις πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας μάς δείχνει ότι το ζητούμενο δεν είναι τόσο η διατύπωση μιας  νέας μεταρρυθμιστικής πρότασης, αλλά η ένταξή της σε μια άλλη θεώρηση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας, επομένως και κράτους-Εκκλησίας.

Στις Αυτοκρατορίες, όπως λ.χ. η Οθωμανική, οι σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την εξουσία, μέχρι τον 19ο αιώνα, συγκροτήθηκαν στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής αντίληψης περί εξουσίας. Το πρόσωπο και το σπαθί του σουλτάνου  όριζε κατ’ αποκλειστικότητα τις σχέσεις εξουσίας-κοινωνίας: από τον σουλτάνο αντλούσε η θρησκευτική εξουσία το προνόμιο άσκησης εξουσίας επί των Ορθοδόξων, με αντάλλαγμα την εξασφάλιση της υποταγής τους στον σουλτάνο. Στο προνόμιο άσκησης εξουσίας συμπεριλαμβανόταν και η φορολόγηση των Ορθοδόξων από την ιεραρχία, και μάλιστα με την ενεργό συμπαράσταση του οθωμανικού κράτους, αξιωματούχοι του οποίου βοηθούσαν τους ιεράρχες στην απόσπαση  των φόρων. Αυτό το σύστημα συνέβαλε, με τα χρόνια, στην αυθαίρετη σκληρή φορολόγηση του ποιμνίου και στον πλουτισμό των ιεραρχών, καθώς και στη διαπλοκή της ιεραρχίας με τους πλούσιους Ορθόδοξους (Φαναριώτες), αλλά και τους υψηλά ιστάμενους οθωμανούς αξιωματούχους. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μάνα, η μπάνκα

Standard

του Sraosha

Theodoor Rombouts, «Oι ταβλαδόροι, 1634

Theodoor Rombouts, «Oι ταβλαδόροι, 1634

Από το τάβλι μέχρι τη μονόπολη, όποιος κρατάει την μπάνκα ή τη μάνα, κρατάει το παιχνίδι.

Σε παιχνίδια με ασυγκρίτως πιο βαθιές και μακροχρόνιες συνέπειες, όπως η πολιτική, όποιος ορίζει την ατζέντα και τη θεματολογία του δημόσιου διαλόγου κρατάει γερά και το πλεονέκτημα στο παιχνίδι και τις τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η Αριστερά υποτίθεται ότι ανέκαθεν προσελκύει καλλιεργημένους ή έστω ευφυείς ανθρώπους ή τουλάχιστον ευφραδείς και με ευγλωττία. Η Αριστερά υποτίθεται ότι φωτίζεται από το γενικό πρόταγμα της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης, του αδιαπραγμάτευτου δικαιώματος για ελευθερία και αυτοπροσδιορισμό. Η Αριστερά υποτίθεται ότι μεριμνά και αγωνίζεται για την ευημερία των πολλών και όχι για τον πλουτισμό των λίγων. Συνέχεια ανάγνωσης

Μονταζιέρες, νεοθατσερισμός και η στρατηγική της έντασης

Standard

του Μάρκου Βογιατζόγλου

Ζωρζ Σερά, "Το τσίρκο", 1891

Ζωρζ Σερά, «Το τσίρκο», 1891

Τον τελευταίο ενάμιση μήνα, από τα υπόγεια της Συγγρού και του Μεγάρου Μαξίμου ξεδιπλώνεται ένας βρώμικος πόλεμος έναντιον του αγωνιζόμενου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας. Αξιοποιώντας το ολιγόμηνο «μορατόριουμ κακών μαντάτων» που εξασφάλισε από την τρόικα, η κυβέρνηση επιχειρεί να καταλάβει όσο το δυνατόν καλύτερες θέσεις ενόψει του –διαφαινόμενου ζοφερού — 2013. Η επιχείρηση ξεδιπλώνεται σε τρία, προσώρας, μέτωπα· παρότι τα «παπαγαλάκια» των ΜΜΕ επιλέγουν να ομογενοποιούν τα πεδία της σύγκρουσης, εμείς θα πρέπει να τα διακρίνουμε, προκειμένου να προετοιμάσουμε τις αναγκαίες απαντήσεις.

Το πρώτο πεδίο είναι το χιλιοστό επεισόδιο της σαπουνόπερας «Φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ». Το χαρτί αυτό έχει ήδη καεί δημοσκοπικά, ενώ οι ερασιτεχνισμοί των «κοπτοραπτούδων» του Μαξίμου καταλήγουν ενίοτε σε φαιδρά αποτελέσματα, όπως, π.χ. στο μοντάζ των δηλώσεων Διαμαντόπουλου. Η προφανής σκοπιμότητα είναι η μετατόπιση της ατζέντας της επικαιρότητας σε λιγότερο βλαβερή, για την κυβέρνηση, θεματολογία και η παρέλκυση του ΣΥΡΙΖΑ σε θέσεις άμυνας. Δεδομένου όμως ότι το χαρτί «Φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ» παρουσιάζει γεωμετρικά μειούμενη αποτελεσματικότητα σε επαναλαμβανόμενη χρήση, είναι ερώτημα το γιατί οι κυβερνώντες αποφάσισαν να το παίξουν τώρα. Αν αύριο καταρρεύσει η ΔΗΜΑΡ ή το ΠΑΣΟΚ και οδηγηθούμε σε νέες εκλογές, στο Μαξίμου θα τραβάνε τα μαλλιά τους.

Το δεύτερο μέτωπο είναι η –θατσερικού τύπου– προσπάθεια εξουδετέρωσης των συνδικάτων. Είναι ακόμα νωρίς για αναλύσεις και αποτίμηση, όμως δύο σημεία όπου πρέπει να δοθεί προσοχή είναι τα εξής: Πρώτον, προκειμένου να προχωρήσει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, ορισμένα μάχιμα συνδικάτα θα πρέπει να απονευρωθούν. Δεύτερον, η κυβέρνηση –ορθά– τρέμει μια ενδεχόμενη «επί το ριζοσπαστικότερον» μεταστροφή της πλειοψηφίας στο επερχόμενο συνέδριο της ΓΣΕΕ (Μάρτιος 2013). Ως εκ τούτων,  πρέπει να αναμένουμε ολοκληρωτική επίθεση σε σωματεία και ομοσπονδίες που εμπλέκονται στα παραπάνω.

Το τρίτο σημείο που χρήζει ανάλυσης είναι η αποκαλούμενη στρατηγική της έντασης, την οποία εγκαινίασε ο Ν. Δένδιας μέσα απ’ την επιχείρηση «Βίλλες Ανομίας». Εδώ τα πράγματα είναι εξαιρετικά επικίνδυνα, κυρίως διότι οι κυβερνώντες βαδίζουν σ’ αχαρτογράφητα, γι’ αυτούς, μονοπάτια.

Από τα ιστορικά παραδείγματα και τη βιβλιογραφία προκύπτει πως η στρατηγική της έντασης ανακύπτει σε περιόδους ύφεσης της κινηματικής δραστηριότητας, έπεται δηλαδή  έντονων και συγκρουσιακών κινητοποιήσεων. Αυτό είναι, όντως, το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε, από τον Ιούνιο του 2012 κι έπειτα. Σ’ ετούτο το στάδιο, λοιπόν, όσοι, προερχόμενοι απ’ τα ριζοσπαστικά κομμάτια του κινήματος, θεωρούν εαυτούς ως τους πιο «αφοσιωμένους αγωνιστές», έρχονται αντιμέτωποι μ’ ένα οδυνηρό δίλημμα: Είτε θα πρέπει να γυρίσουν σπίτι τους είτε να επιλέξουν μορφές αγώνα λιγότερο εξαρτημένες από τη μαζική συμμετοχή και την ανοιχτή κοινωνική δράση. Κι εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το κράτος και οι εκάστοτε παρακρατικοί μηχανισμοί. Η στρατηγική της έντασης αποτελείται από τα εξής δομικά υλικά: προβοκάτσια, καταστολή (αστυνομική, νομοθετική και δικαστική), παραπληροφόρηση. Και ως μοναδικό στόχο έχει το να λύσει το δίλημμα των «αφοσιωμένων αγωνιστών», εξωθώντας τους στα άκρα. Μια επιτυχημένη στρατηγική της έντασης δημιουργεί ένα εφιαλτικό πεδίο μάχης, όπου όποιος δεν επιστρέψει γρήγορα γρήγορα στον καναπέ του, θα συρθεί σε μια ολοκληρωτική σύγκρουση με το κράτος και τις παραφυάδες του – και, φυσικά, θα χάσει. Ταυτόχρονα, οι –πάλαι ποτέ– σύμμαχοι του «αφοσιωμένου αγωνιστή», ανήμποροι να ακολουθήσουν την απότομη άνοδο του πήχυ της βίας, θα υποχρεωθούν να πάρουν αποστάσεις. Μ’ ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια για το κράτος — τουλάχιστον, στη θεωρία.

Η υπόθεση όμως ενδέχεται να εξελιχθεί με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο για την κυβέρνηση — οι μέχρι στιγμής χειρισμοί έχουν παράξει αμφίβολα αποτελέσματα. Παρότι η εκκένωση της Βίλλας Αμαλίας ήταν σημαντικό χτύπημα για τους αναρχικούς, οι δυναμικές που αναπτύχθηκαν συσπείρωσαν σε πρωτοφανή βαθμό τις διάφορες συλλογικότητες του αντιεξουσιαστικού χώρου, επιτάχυναν τις εσωτερικές διαδικασίες ανασυγκρότησής τους, τους ανέδειξαν (στα αριστερά του πολιτικού φάσματος) ως αθώα θύματα της καταστολής και τους έδωσαν άφθονο μιντιακό χρόνο — εν ολίγοις, τους χάρισαν το μομέντουμ που είχαν χάσει εδώ και κάποια χρόνια.

Οι κίνδυνοι, όμως, παραμένουν: αν και οι αναρχικοί παίζουν έξυπνα μέχρι στιγμής, ελλείψει κεντρικής πολιτικής στρατηγικής κι ευπρόσβλητοι, καθώς είναι, στην προβοκάτσια, θα μπορούσαν εύκολα να βρεθούν με την πλάτη στον τοίχο.

Οι μόνοι που δικαιούνται μέχρι στιγμής να πανηγυρίζουν για τις πολιτικές Δένδια είναι οι Χρυσαυγίτες. Όσο διαρκεί η στρατηγική της έντασης, η ατζέντα τους θα παραμένει νομιμοποιημένη στο σύνολο του πολιτικού τόξου που ξεκινάει από αυτούς και φτάνει μέχρι και τη ΔΗΜΑΡ. Δεν πρέπει να αγνοήσουμε, τέλος, τους κινδύνους ενός απρόβλεπτου περιστατικού, π.χ. μιας βόμβας, μιας δολοφονίας ή μιας ανεξέλεγκτης κοινωνικής έκρηξης. Με δεδομένη την πολιτικοποίηση της ΕΛΑΣ, το ρευστό πολιτικό σκηνικό και τη συσσωρευμένη οργή στη βάση της ελληνικής κοινωνίας, οι Χρυσαυγίτες μπορούν να προσδοκούν ότι θα είναι αυτοί που θα δρέψουν τους καρπούς μιας ενδεχόμενης κοινωνικής απαίτησης για αποκατάσταση «του νόμου και της τάξης».  Χρειάζεται προσοχή, λοιπόν, από όλους, καθαρό μυαλό και στρατηγική σκέψη.

Ο Μάρκος Βογιατζόγλου είναι πολιτικός επιστήμονας (European University Institute, Φλωρεντία).