Ο Δένδιας και η δημοκρατία

Standard

                                                                                   του Βασίλη Παπαστεργίου

"Dragonfly", Χαρακτικό του Σίκο Μουνακάτα, 1958

«Dragonfly», Χαρακτικό του Σίκο Μουνακάτα, 1958

«Το photoshop έγινε, το ρώτησα και εγώ, όπως και εσείς, όπως κάθε λογικός άνθρωπος, έγινε γιατί; Γιατί δόθηκαν οι φωτογραφίες στη δημοσιότητα; Για να υπάρξει αναγνώριση, ώστε να υπάρξουν πληροφορίες για τις γιάφκες… Γιατί αν δε γινόταν photoshop, ώστε να προσομοιάζουν με τη εικόνα που θα έχει ο μέσος άνθρωπος και να τους αναγνωρίσει, τότε δεν θα είχε γίνει η δουλειά της δημοσιοποίησης των φωτογραφιών» (δηλώσεις του υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη Ν. Δένδια στους δημοσιογράφους του Mega Δ. Καμπουράκη και Γ. Οικονομέα στις 4.2.2013, από δελτίο τύπου του Υπουργείου).

Νομίζω ότι πολύ σπάνια έχουμε βρεθεί ενώπιον μιας τόσο εύγλωττης ομολογίας ανοχής των βασανιστηρίων, και μάλιστα από ένα υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Αυτό που στην πραγματικότητα μας λέει ο υπουργός είναι ότι η εικόνα των συλληφθέντων μετά τη σύλληψή τους ήταν τέτοια ώστε είχαν στην κυριολεξία γίνει αγνώριστοι (από το ξύλο). Προκειμένου λοιπόν να γίνουν αναγνωρίσιμοι, υποχρεώθηκε η αστυνομία να καταφύγει στο photoshop. Πράγματι, πώς να αναγνωρίσεις π.χ. το συλληφθέντα εικοσιδιάχρονο Δημήτρη Πολίτη χωρίς photoshop στο λαιμό του; Γίνεται; Δε γίνεται.

Ο υπουργός δεν είναι φυσικά ανόητος για να πιστέψει ότι τέτοιου τύπου εξηγήσεις μπορούν να πείσουν. Αναπαράγει τις παιδαριώδεις δικαιολογίες, γιατί βρίσκεται μόνο ένα βήμα πριν τον κυνισμό της παραδοχής των βασανιστηρίων. Αυτό τον κυνισμό που έκανε την αστυνομία να μη διστάσει ούτε στιγμή να δημοσιοποιήσει τις φωτογραφίες των συλληφθέντων, παρά την εμφανή κακοποίησή τους.

Στο περιθώριο όλων αυτών, αλλά και στο περιθώριο της δημοσιότητας, ο επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα ανθρώπινα δικαιώματα Νιλς Μούιζνιεκς έκανε την εβδομάδα που μας πέρασε κάποιες άλλες δηλώσεις, που μάλλον βρίσκονται πιο κοντά στην κοινή εμπειρία. Σε γλώσσα ελάχιστα διπλωματική –παρά τη θεσμική του ιδιότητα που του επιβάλλει επιφυλακτικότητα και μετριοπάθεια στις εκφράσεις– ο Μούιζνιεκς είπε κατά λέξη τα εξής: «Η αστυνομία δεν κάνει σωστά τη δουλειά της: κατάχρηση εξουσίας, χρήση υπερβολικής βίας, συνέργεια με την Χρυσή Αυγή. Ανάμεσα στους αστυνομικούς υπάρχουν αναμφίβολα “σάπια μήλα” αλλά δεν έχουν καμία επίπτωση — και εδώ ατιμωρησία. Κινδυνεύει η διεθνής εικόνα της Ελλάδας, ιδίως του δικαστικού συστήματος. Επιθυμούμε να δούμε την παραπομπή στη δικαιοσύνη μελών της Χρυσής Αυγής και αστυνομικών. Μέχρι να συμβεί αυτό, όλα τ’ άλλα είναι λόγια»! (To Βήμα, 1.2.2013). Συνέχεια ανάγνωσης

Οι στρουθοκάμηλοι στην Αριστερά και η εξωτερική πολιτική

Standard

 Ο  Ετεοκλής Δουμουλάκης απαντάει στην κριτική που του έκανε ο   Θόδωρος Παρασκευόπουλος, στα προηγούμενα και προπροηγούμενα «Ενθέματα». Η ανταπάντηση του Θόδωρου Παρασκευόπουλου στο τέλος του ποστ.

  του Ετεοκλή  Δουμουλάκη

Χαρακτικό του Ότο Νίκελαπό το λεύκωμα "Πεπρωμένο", 1930

Χαρακτικό του Ότο Νίκελαπό το λεύκωμα «Πεπρωμένο», 1930

Η εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ από το 4,7% στο 27%, μέσα στις συνθήκες της πιο βαθιάς μεταπολεμικής κρίσης που γνωρίζει η ελληνική κοινωνία, σηματοδοτεί ότι εβδομήντα χρόνια μετά τη δεκαετία του ’40 (μισό και κάτι αιώνα από την εκλογική αναλαμπή του 1958), οι λαϊκές μάζες κρούουν και πάλι τη θύρα της Αριστεράς. Θα τους ανοίξουμε; Θα βγούμε από το μοναστήρι και τα σκοτεινά του παρεκκλήσια, θα τολμήσουμε να ζυμωθούμε με τις λαϊκές μάζες που η κρίση σπρώχνει προς εμάς ώστε να τις εκφράσουμε;

Στη σημερινή Ελλάδα, το ζητούμενο είναι η σωτηρία της κοινωνίας από τον εξανδραποδισμό. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι μια πολιτική που θα υπερβαίνει τις ταξικές ρηγματώσεις, καθώς όσοι επωφελούνται από την κρίση συνιστούν μια απειροελάχιστη ελίτ, ενώ διαρκώς περισσότερα κοινωνικά στρώματα χάνουν κάθε προοπτική αξιοπρεπούς ζωής και παλεύουν απλά και μόνο για επιβίωση. Σ’ αυτή τη συγκυρία καλούνται να επέμβουν σωτήρια οι ιδέες, οι προτάσεις και το ήθος της Αριστεράς. Με ποιο τρόπο θα έχουμε αποτέλεσμα; Συνέχεια ανάγνωσης

Θρησκευτικά σύμβολα και δημόσιος χώρος

Standard

της Ιφιγένειας Καμτσίδου

E. Ροδοπούλου, "Καλόγριες"

E. Ροδοπούλου, «Καλόγριες»

Στα νεωτερικά πολιτεύματα οι θρησκευτικές πεποιθήσεις προστατεύονται καταρχήν ως στοιχείο του forum internum των προσώπων, το κράτος δεν επιτρέπεται να διεισδύσει με κανένα τρόπο σε αυτό, προφανώς δεν θρησκεύεται και, τέλος, υποχρεώνεται να εξασφαλίζει την ισότιμη μεταχείριση όλων των μελών του κοινωνικού συνόλου ανεξάρτητα από το θρήσκευμά τους.

Η παραπάνω πρόσληψη της θρησκευτικής ελευθερίας φέρνει πολύ κοντά τους πιστούς και την Aριστερά, δεδομένου ότι η κοινή επ’ αυτού στόχευσή τους, η ακώλυτη από την πολιτική εξουσία ανάπτυξη του θρησκευτικού φρονήματος, επεκτείνεται αναγκαστικά και στην αρχή της ισότητας: ο σεβασμός της θρησκευτικής συνείδησης καθενός συνδέεται στενά με την απαγόρευση διακρίσεων, καθώς και με την ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων με κανόνες, που όντας αδιάφοροι για τη θρησκευτική ένταξη των υποκειμένων που υπάγονται σε αυτούς, εξασφαλίζουν σε όλους ίσα δικαιώματα και επιβάλλουν ίσες υποχρεώσεις. Έτσι, η προάσπιση της ελευθερίας της συνείδησης ανάγεται σε παράμετρο πραγμάτωσης της αρχής της ισότητας, η οποία, με τη σειρά της, αποτελεί προϋπόθεση για την απόλαυση της ελευθερίας.

Πρόσφατα, πάντως, διατυπώνεται το αίτημα να προστατεύονται επίσης η δημόσια έκφραση της θρησκευτικότητας και η δημόσια χρήση των θρησκευτικών συμβόλων. Αφενός, συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που διαχειρίζονται την  εξουσία επιδιώκουν την σύνδεση της τελευταίας με τη θρησκεία την οποία ασπάζεται η πλειοψηφία του λαού. Η σύνδεση αυτή σηματοδοτείται και από τη χρήση θρησκευτικών συμβόλων κατά την άσκηση σημαντικών πολιτειακών λειτουργιών, όπως η νομοθέτηση, η δικαιοσύνη ή η δημόσια εκπαίδευση. Αφετέρου, μέλη θρησκευτικών κοινοτήτων διεκδικούν η παρουσία τους στην δημόσια σφαίρα να εκφράζει την προσήλωσή τους στο θρήσκευμα τους είτε αυτοί λειτουργούν ως ιδιώτες είτε ως φορείς δημόσιας εξουσίας π.χ. ως δικαστές ή ως δάσκαλοι. Τούτο γεννά θεσμικά προβλήματα που δεν επιδέχονται ενιαία αντιμετώπιση. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιθαγένεια: το ελληνικό δίκαιο πρέπει να παραμείνει εναρμονισμένο με τον ευρωπαϊκό Νότο

Standard

του Κωνσταντίνου Τσιτσελίκη

Από την καμπάνια της ΕΕΔΑ

Από την καμπάνια της ΕΕΔΑ

Θα τα έχετε ίσως δει: τέσσερα ωραία τηλεοπτικά σποτάκια, με μεταναστόπουλα που μιλάνε ελληνικά καλύτερα από πολλούς γηγενείς, τραγουδάνε το «Ρούντολφ το Ελαφάκι», παίζουν τις μουσικές καρέκλες ή… λένε ότι δεν τους αρέσει το σπανακόριζο. Τα σποτάκια είναι κομμάτι της καμπάνιας της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), με κεντρικό σύνθημα «Τα παιδιά των μεταναστών που έχουν φέρει τη ζωή τους εδώ έχουν δικαίωμα στην ελληνική ιθαγένεια». Λίγες μέρες μετά, ακολούθησε η δημοσιοποίηση της απόφασης του ΣτΕ, που έκρινε αντισυνταγματικές δύο βασικές διατάξεις του νόμου 3838. Με την ευκαιρία αυτή, μιλήσαμε με τον Κωνσταντίνο Τσιτσελίκη, πρόεδρο της ΕΕΔΑ και αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Στρ. Μπ.

Από την καμπάνια της ΕΕΔΑ

 Η ΕΕΔΑ έχει εκφράσει επανειλημμένα την άποψή της για την ιθαγένεια, την ψήφο των μεταναστών, τον νόμου 3838. Με αυτό το δεδομένο, θα ήθελα ένα συνολικό σχόλιο για την απόφαση του ΣτΕ.

Ήδη από το 2008 είχαμε διατυπώσει την άποψή μας για το θέμα αυτό, προτείνοντας συγκεκριμένες τροποποιήσεις στον τότε Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας. Ο νόμος 3838 του 2010 είχε υιοθετήσει μια από τις βασικές προτάσεις μας: την εισαγωγή στοιχείων του δικαίου του εδάφους στο παραδοσιακά ισχυρό δίκαιο του αίματος, αλλά και την ψήφο των μεταναστών στις δημοτικές εκλογές. Φυσικά, οι προϋποθέσεις απόδοσης των δικαιωμάτων αυτών μπορούν να μεγιστοποιήσουν ή να ελαχιστοποιήσουν το εύρος των δυνάμει αποδεκτών. Και εκεί παίχτηκε εν πολλοίς το πολιτικό «παζάρι» κατά την υιοθέτηση του 3838. Σήμερα, το ΣτΕ με την απόφαση 460/2013 έρχεται να ακυρώσει την ισχύ των δύο αυτών διατάξεων: με απόλυτο τρόπο τη δεύτερη, αλλά αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή για την πρώτη και ίσως κρισιμότερη, δηλαδή την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από τα παιδιά αλλοδαπών. Το θέμα αυτό λοιπόν θα κληθεί να ρυθμίσει ξανά ο έλληνας νομοθέτης, εικάζω στο άμεσο μέλλον, και μάλιστα σε ένα φορτισμένο πολιτικό περιβάλλον, σπάζοντας τις γραμμές μνημονιακών-αντιμνημονιακών που έχουν χαραχτεί τόσο έντονα στο πολιτικό μας σκηνικό. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την απόφαση του ΣτΕ: Ανιστόρητες αντιλήψεις και υπέρβαση των ορίων

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου, της  Χριστίνας Κουλούρη και του Αντώνη Λιάκου

Καρτ ποστάλ, 1908

Καρτ ποστάλ, 1908

Το σκεπτικό της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία ακυρώνονται βασικές διατάξεις του νόμου Περί ιθαγένειας, ως αντισυνταγματικός, εκθέτει, πρώτα πρώτα το ίδιο. Πρώτον, υπεισέρχεται σε ζητήματα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο διεθνούς συζήτησης στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, και, δεύτερον, περιβάλλει με κύρος νομοθετικού κειμένου μια μόνο –μονομερή και παρωχημένη– ιστορική ερμηνεία περί έθνους. Αποπειράται δηλαδή να νομοθετήσει επί της Ιστορίας, αγνοώντας ότι το έθνος αποτελεί μια από υπό επιστημονική διαπραγμάτευση έννοιες. Στις δημοκρατίες τα ζητήματα αυτά είναι ανοικτά σε ερμηνείες.

Συγκεκριμένα, το ΣτΕ υιοθετεί την αντίληψη –η οποία μάλιστα διαμορφώθηκε σε συγκεκριμένο ιστορικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο– ότι το έθνος είναι μια κοινότητα αρχέγονη, η οποία καθορίζεται από το «ομόγλωσσον» και το «ομότροπον». Αντικαθιστά τις νομικές, ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές, εδαφικές και συνειδησιακές παραμέτρους της έννοιας «συνανήκειν» με την αναζήτηση «γνησίων δεσμών» με το έθνος. Η έννοια «γνήσιοι» δεσμοί (προφανώς αντιδιαστέλλεται στους μη «γνήσιους» δεσμούς, τους οποίους ονομάζει και «ασπόνδυλους») παραπέμπει σε μια αντίληψη πρωταρχικών δεσμών για το έθνος (primordial bonds), έναντι μιας αντίληψης που θεωρεί ότι το έθνος δημιουργείται με πολιτικούς και πολιτειακούς θεσμούς συμβίωσης και συνανήκειν (civic bonds). Ο ολισθηρός βηματισμός του ΣΤΕ σε επιστημονικά ζητήματα που δεν είναι της αρμοδιότητάς του συνεχίζεται, αφού στο σκεπτικό του περί «γνήσιων δεσμών» υιοθετείται η αντίληψη της κληρονομικώ δικαίω απόκτησής τους. Δυστυχώς, οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι μόνο ανιστόρητες (ελάχιστες εθνικές κοινότητες πάνω στον πλανήτη ανταποκρίνονται σε αυτή την ερμηνεία περί έθνους) και παρωχημένες ως προς εκείνες που επικρατούν διεθνώς στις ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες. Πρόκειται για υπέρβαση των ορίων της λειτουργίας ενός θεσμού που ιδρύθηκε ως εγγυητής της νομιμότητας. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Φωτεινή Τομαή, το Ολοκαύτωμα και η δεοντολογία

Standard

της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη

 drouboukiΜάθαμε το νέο μόλις προχθές: με απόφαση του υπουργού Δημήτρη Αβραμόπουλου,  ειδική Απεσταλμένη για Θέματα Ολοκαυτώματος ορίστηκε η Φωτεινή Τομαή, προϊσταμένη του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών και τακτική συνεργάτρια του  Βήματος της Κυριακής. Μια νέα αναβάθμιση ρόλων για τη Φ. Τομαή, τη στιγμή που στην ιστορική κοινότητα –και όχι μόνο– είναι γνωστή, εδώ και χρόνια, η ζοφερή κατάσταση στα σημαντικότερα ίσως αρχεία του κράτους, με δική της υπαιτιότητα: ολόκληρες συλλογές κλειστές, προσωπική της αρθρογραφία  στο Βήμα βασισμένη σε αδημοσίευτο ή και κλειστό για τους ερευνητές υλικό της υπηρεσίας της, παροιμιώδης αδιαφάνεια στο Αρχείο όσον αφορά τους όρους πρόσβασης, δυσκολίες στην εξυπηρέτηση των ερευνητών, που συχνά περιμένουν μήνες για να πάρουν έγκριση μελέτης του υλικού. Το για ένα τέταρτο του αιώνα «ιδιοκτησιακό καθεστώς» στο Υπ.Εξ. φαίνεται πως, μετά και τη νέα υπουργική απόφαση, δεν πρόκειται να αλλάξει, όσες διαμαρτυρίες κι αν γίνουν.* Συνέχεια ανάγνωσης

H γερμανική «ενεργειακή στροφή» και ο ευρωπαϊκός Νότος

Standard

 Η Γερμανία αξιοποιεί την κρίση για να υλοποιήσει με τον συμφερότερο γι’ αυτήν τρόπο την ενεργειακή αλλαγή. Ο ευρωπαϊκός Νότος προσφέρεται ιδιαίτερα για την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας, με όρους όμως επαχθείς για τις χώρες του Νότου.

του Διονύση Γρανά

Ξυλογραφία του Hap Grieshaber, 1964

Ξυλογραφία του Hap Grieshaber, 1964

Η Γερμανία, εδώ και δεκαετίες, βρίσκεται σε διαδικασία αλλαγής των πηγών ενέργειας που χρησιμοποιεί, με βασική της προτεραιότητα την ενεργειακή της ασφάλεια και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Σε ολόκληρη τη μεταπολεμική της πορεία, η Γερμανία προσπάθησε να εμποδίσει την εκτεταμένη χρήση πετρελαίου έναντι πηγών ενέργειας που δεν την καθιστούσαν τόσο εξαρτημένη από εξαγωγές: αρχικά το εγχώριο κάρβουνο και στη συνέχεια την ατομική ενέργεια. Από τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ’70 έγινε ακόμη σαφέστερη η αδυναμία των ευρωπαϊκών χωρών, που συνδέεται με την εξάρτησή τους από εισαγόμενες πηγές ενέργειας. Ειδικά το πετρέλαιο όχι μόνο παρουσιάζει συνεχή άνοδο τιμών, αλλά η προμήθειά του εξαρτάται κατά κύριο λόγο από πολιτικά ασταθείς περιοχές. Τέλος, από τη δεκαετία του ’80 το πρόβλημα του φαινομένου του θερμοκηπίου πρόσθεσε το επιχείρημα της προστασίας του κλίματος στο οπλοστάσιο των υποστηρικτών της αλλαγής των πηγών ενέργειας, και διαμόρφωσε το αίτημα για μια βιώσιμη ενεργειακή αλλαγή, βασιζόμενη κυρίως σε ανανεώσιμες πηγές (Energiewende). Συνέχεια ανάγνωσης