Για τα «Λόγια περί μεθόδου» του Κ. Θ. Δημαρά: Η ανατρεπτικότητα της επιμονής

Standard
Κ. Θ. Δημαράς.Σκίτσο του Αντώνη Πρωτοπάτση,από το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα»,9.11.1945

Κ. Θ. Δημαράς.
Σκίτσο του Αντώνη Πρωτοπάτση,
από το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα»,
9.11.1945

Αυτές τις μέρες κυκλοφορούν τα Σύμμικτα Δ΄ του Κ.Θ. Δημαρά. Σε δύο επιβλητικούς τόμους (1.183 σελίδες), συνέκδοση του Μουσείου Μπενάκη (Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού») και του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, συγκεντρώνονται 301 κείμενα του Κ.Θ. Δημαρά, ως επί το πλείστον επιφυλλίδες, από το 1931 μέχρι το 1989, με γενικό άξονα (και τίτλο των τόμων) «Λόγια περί μεθόδου». Την επιλογή των κειμένων είχε κάνει ο Φίλιππος Ηλιού και τους τόμους επιμελήθηκε η Πόπη Πολέμη. Από την Εισαγωγή της δημοσιεύσουμε εκτενή αποσπάσματα· για τις ανάγκες της παρούσας δημοσίευσης έχουν απαλειφθεί οι σημειώσεις.

ENΘΕΜΑΤΑ

της Πόπης Πολέμη

 «Πρέπει να φυλαγόμαστε πάντοτε από την αμάθεια, την ηλιθιότητα και την κακοπιστία κι από την σύνθεσή τους, τον φανατισμό, που δεν είναι σε θέση να διακρίνουν την επιστήμη από την πολιτική και την αλήθεια από την σκοπιμότητα· κι ο μόνος τρόπος να νικήσουμε κι αυτούς τους αντιπάλους, είναι να ξαναλέμε τακτικά τις βασικές αλήθειες της ιστορίας μας». Το παράθεμα αυτό του Κ. Θ. Δημαρά, από κείμενό του του 1952, «πάντα επίκαιρο», χρησιμοποίησε ο Φίλιππος Ηλιού για να κλείσει τη δική του εισήγηση, το 1993, στην Επιστημονική Συνάντηση που διοργάνωσε το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών τιμώντας τη μνήμη του ιδρυτή του. Με τον τίτλο της εισήγησης εκείνης, δέκα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 2003, επέγραψε ο Φίλιππος το κομψό τομίδιο των εκδόσεων Ερμής με Τρία κείμενα για τον Κ. Θ. Δημαρά, το οποίο αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στο έργο που προλογίζουμε εδώ. Στις αρχές του 2004, ο Φίλιππος (πέθανε στις 4 Μαρτίου) ταχυδρόμησε ως ύστατο χαιρετισμό στους φίλους του αυτές ακριβώς τις Ασέβειες του ιστορικού, επισφραγίζοντας, και με τον τρόπο αυτό, μια μακρά και γόνιμη σχέση μαθητείας και φιλίας. Είχε προλάβει, τις ίδιες εκείνες μέρες, να εμπιστευτεί στον Μανόλη Σαββίδη το σώμα των επιφυλλίδων του Κ. Θ. Δημαρά που παρουσιάζεται τώρα σε αυτούς τους τόμους, και να δημοσιεύσει στα Ιστορικά «τον τελευταίο επιστημονικό του οβολό, κλείνοντας τον κύκλο όπως άνοιξε: με τον Διαμαντή Κοραή και τον Κωνσταντίνο Θησέως Δημαρά». […]

***

[Η χρονολογική  τάξη, στους δύο τόμους, προσφέρει την] ευκαιρία, μέσα από την πλούσια παρακαταθήκη των επιφυλλίδων, να διερευνηθεί η μακρά και πυκνή διαδρομή του συντάκτη τους. Μπορεί πράγματι κανείς, ξεφυλλίζοντας τους τόμους αυτούς να παρακολουθήσει τον βηματισμό από τον ιδανισμό, τον ευσεβισμό και τον χριστιανικό κοινωνισμό στη λογοκρατία, τον επιστημονισμό και τον φιλοσοφημένο αγνωστικισμό. Ας αρκεστούμε να δώσουμε το στίγμα της αφετηρίας, που κάθε άλλο παρά προοιωνιζόταν τα μελλούμενα· ο εισηγητής της έννοιας του νεοελληνικού Διαφωτισμού και ο πρώτος μελετητής του προτρέπει εν έτει 1932:  «όποιος μπορεί, ας επιστρέψει στις χριστιανικές αξίες, όπως διαμορφώθηκαν την εποχή του Μεσαίωνα· οι αξίες αυτές δίνουν περιθώρια για μία τέχνη και μία λογοτεχνία ζωντανή και γόνιμη, για μίαν ηθική σύμφωνη με τους εκάστοτε κοινωνικούς όρους. Αλλιώς θα τραβήξουμε εμπρός προς τον γκρεμό. Tertiur non datur», ενώ το 1936 επισημαίνει: «η μεγάλη πλάνη της Αναγεννήσεως, την οποίαν εσυνέχισε και έφερε στις ακρότατες συνέπειές της ο σημερινός πολιτισμός, είναι ότι επίστευσε μέχρις υπερβολής στον ορθολογισμό, στη δύναμη του ανθρώπινου νου».

Εξάλλου, κριτικός της λογοτεχνίας στην αρχή, ο Δημαράς γλιστρά σταδιακά από την αισθητική θεώρηση στην ιστορική. Οι αναβαθμοί, από τη φιλολογία στην ιστορία, εκτίθενται επίσης  ανάγλυφα στις σελίδες που έπονται […].

   Πλάι στις  μετατοπίσεις και την αλλαγή της χρωστικής, για να χρησιμοποιήσουμε τον δικό του όρο, στις έξι δεκαετίες που καλύπτουν αυτοί οι δύο τόμοι μπορεί επίσης κανείς να διαγνώσει κάποιες σταθερές (εμμονές κάποτε): υψηλή συνείδηση του ρόλου του διανοουμένου, αποφυγή προσωπικών αντεγκλήσεων, πίστη στην αγωγή.

   Το υπόβαθρο είναι στέρεο. Για την πανθομολογούμενα ευρύτατη ευρωπαϊκή του παιδεία, αψευδής μάρτυρας θα ήταν ο κατάλογος της βιβλιοθήκης του που επιβάλλεται να συνταχθεί. Στη συγκρότηση συνεισέφεραν πολλά, συναντήσεις και αναγνώσεις, άνθρωποι αλλοτινοί και σύγχρονοι, ξένοι και Έλληνες. Εν αρχή οι δάσκαλοι των οποίων τιμούσε την παρουσία στη ζωή του, είτε απομακρύνθηκε ο ίδιος από τη διδασκαλία τους είτε όχι: Γιάννης Αποστολάκης, Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Στίλπων Κυριακίδης, Κωνσταντίνος Άμαντος, Θεόφιλος Βορέας). Παράλληλα, οι πρώτοι διδάξαντες, αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι, αλλά και νεότεροι, ο Πασκάλ στις απαρχές, έπειτα, νέοι δάσκαλοι, ο Βολταίρος, ο «μεγαλοφυέστερος ιστοριογράφος των νεωτέρων χρόνων», ο Μισελέ, ο Ρενάν, «μεγάλος διδάσκαλος όλων μας, φιλολόγων και ιστοριογράφων». Πλάι τους, οι περίπου συγκαιρινοί διανοούμενοι και ομότεχνοι από τον Julien Benda  και τον φίλο και οδηγό Albert Thibaudet  ώς τον Luceib Febvre, «τον μεγαλύτερο ιστοριογράφο του καιρού μας». Στα καθ’ ημάς, από τα πρώτα βήματα πανταχού παρών ο Παλαμάς, ενώ διστακτικά θα ανατείλει αργότερα, για να μη δύσει ποτέ, ο αστερισμός των τριών Κ: Κοραής, Καταρτζής, Κουμανούδης […]

Σταδιακά κρυσταλλώνονται οι μεθοδεύσεις:  ο συγκριτισμός που προστατεύει από την «αυτοπεψία» και τη φενάκη του «περιούσιου λαού», από τη στρεβλή εντύπωση της μίμησης, εκεί όπου πρόκειται για επιλογή, για «διψώσα έλαφο», η οποία επιλέγει ό,τι έχει ανάγκη· η στάθμιση των πνευματικών φαινομένων και οι ποσοστώσεις (αισθητή στατιστική), η μελέτη του λεξιλογίου και οι μέσοι όροι που έρχονται ως αντιστάθμισμα στην ηρωολατρία –τύπου Καρλάυλ είτε Αποστολάκη–, φωτίζουν διαφορετικά το ζήτημα των «γενεών», αναδιαρθρώνουν την περιοδίκευση, αναβαθμίζουν τις πυκνώσεις και τις επικαλύψεις (αλλαγή χρωστικής) σε σχέση με τις τομές. Φαντασία πιθανή η ιστορία, αλλά, καθό επιστήμη, προϋποθέτει έναν έστω αυτοσχέδιο λογισμό πιθανοτήτων. […]

Λογικό επακόλουθο του σεβασμού στη χρονικότητα των φαινομένων, ο σεβασμός που επιδεικνύει στη μορφή με την οποία παραδόθηκαν τα τεκμήρια του παρελθόντος, είτε πρόκειται για κείμενα προς έκδοση είτε για τα τοπωνύμια των οποίων καταδικάζεται η αλλαγή. Λογικό επακόλουθο των ανανεούμενων ζητήσεων και η έγνοια του για την υποδομή της έρευνας, τα πρόσφορα μέσα και τα καλά εργαλεία: βιβλιοθήκες και μουσεία-αποθετήρια ποικίλων τεκμηρίων, μικροφωτογραφήσεις, «σειρές ρομπότ» περιοδικών είτε ανάλογες εφαρμογές της τελευταίας τεχνολογίας και, από την άλλη πλευρά,  ευρετήρια, λεξικά, και ιδίως βιβλιογραφίες· η εθνική αυτογνωσία για τον Κ. Θ. Δημαρά δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την προσφυγή στην εθνική βιβλιογραφία, αναδρομική και τρέχουσα. […]

Στην υποδομή της έρευνας θα πρέπει να λογιστεί και η έγνοια για την καλλιέργεια του «βιογραφικού είδους», το οποίο η Ευρώπη έχει την πολυτέλεια να το αντιμετωπίζει «με κάποιαν υπεροψία», επειδή απλούστατα το καλλιέργησε αποτελεσματικά σε περασμένους καιρούς. Και πάντως τη βιογραφία, όπως την εννοεί και την καλλιεργεί τουλάχιστον στην ωριμότητά του ο Δημαράς, βρίσκεται σαφώς στην τροχιά του κλασικού έργου του Φεβρ Le problème de l’incroyance au XVIe siècle. La religion de Rabelais (11942). «Δεν είναι πια τόσο η έκθεση του τρόπου με τον οποίο ο ένας, ο βιογραφούμενος, διέπλασε το συλλογικό σώμα όπου έζησε, αλλά περισσότερο η έκθεση του τρόπου με τον οποίο το συλλογικό σώμα διεμόρφωσε την προσωπικότητα που του είταν απαραίτητη». Η αλλαγή αυτή της οπτικής εικονογραφείται με τον καλύτερο τρόπο στη μονογραφία που αφιέρωσε ο Κ. Θ. Δημαράς στον «εθνικό ιστοριογράφο», ενώ τα απεικάσματα είναι πολλά στην ύλη αυτών των τόμων.

Ούτως ή άλλως, σταθερό διακύβευμα παραμένει η σύνθεση. Το αρχικό πρόγραμμα μελέτης της νέας ελληνικής φιλολογίας, το οποίο καταστρώθηκε  μέσα στην περισυλλογή και την ανάγκη «εθνικής απογραφής» της Κατοχής, απέδωσε έγκαιρα τους καρπούς του, την Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (11948-1949).

Αναμφίβολα, το σώμα των επιφυλλίδων διαπερνά ο απόηχος των ευρύτερων φιλολογικών και ιστοριογραφικών σχεδιασμών είτε επιτευγμάτων για να εκβάλλει στο πλατύ κοινό, τις βεβαιότητες του οποίου επιχειρεί σταθερά να διεμβολίσει. Και ασφαλώς η υψηλή εκλαΐκευση, η επιφυλλιδογραφική επίμονη δημόσια παρέμβαση του Δημαρά, αποτελεί οργανικό στοιχείο της προσφοράς του,  πλάι στα έργα υποδομής και σύνθεσης που δημιούργησε, αλλά και τους θεσμούς τους οποίους ιδεάστηκε είτε εμψύχωσε. […]

Η μέθοδος, για να επιστρέψουμε στην αφετηρία, είναι μία: συνδυασμός ηθικής και λογικής. Και το ζητούμενο στο βάθος, ένα: η αλήθεια, που από μόνη της είναι επαναστατική. Ζητούμενο κομβικό, που ακριβώς φέρνει τον οπαδό των πολλαπλών αιτίων στο ίδιο μετερίζι με τον μαρξιστή Φίλιππο Ηλιού, αλλά και προοικονομεί τις γόνιμες υπερβάσεις. Ο «άπολις» ιστορικός, απαλλαγμένος από ένα ακόμη ίδιον της νεοελληνικής χαρακτηρολογίας, την κλίση προς την «εθνική ανακρίβεια», τη σαγήνη των μύθων, των πλαστών παραδόσεων και τον λαογραφισμό, χωρίς φανατισμούς και μισαλλοδοξίες, με διαδοχικές προσεγγίσεις (trial and error), καλείται να δώσει νόημα στα τεκμήρια και τον κόσμο που τα παρήγαγε, να αναμετρηθεί με το παρελθόν για να σχεδιάσει το μέλλον.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s