Ανεργία, εργασία και δουλειά

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Εργάτριες, τέλη του 19ου αιώνα

Εργάτριες, τέλη του 19ου αιώνα

Κάποιες ειδήσεις ξεσπούν με κρότο, κυριαρχούν στην επικαιρότητα και τραβάνε αμέσως την προσοχή, κάποιες άλλες πλησιάζουν αθόρυβα, και καμιά φορά είναι οι πιο επικίνδυνες. Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ που δημοσιεύτηκε τις προάλλες στην Αυγή, η ανεργία στο τέλος του 2013, κατά το αισιόδοξο σενάριο θα φτάσει το 27,6%. Η αύξηση της ανεργίας, στην Ελλάδα και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, ειδικά των νέων, με ποσοστά πλειοψηφικά πλέον, που ξεπερνούν αρκετά το 50% στη χώρα μας και σε άλλες χώρες του Νότου, είναι κάτι που δεν αποτελεί συνταρακτική είδηση αλλά θλιβερή πραγματικότητα.

Η λέξη άνεργος εμφανίζεται μια φορά όλη κι όλη σε κείμενα της κλασικής αρχαιότητας και φυσικά όχι με τη σημερινή σημασία· στην Ελένη του Ευριπίδη, διεκτραγωδείται η τύχη της Τροίας, που οδηγείται στον όλεθρο «δι έργ’ άνεργα», για πράξη που δεν έγινε. Η λέξη ανεργία, εμφανίζεται και αυτή στην ελληνιστική εποχή με τη σημασία της απραξίας, αλλά με τη σημερινή της σημασία είναι ουσιαστικά παιδί της βιομηχανικής επανάστασης, αφού και στις ευρωπαϊκές γλώσσες τότε εμφανίστηκαν οι αντίστοιχες λέξεις με αυτή τη σημασία.

Μπορεί στις μέρες μας, με την βαθύτατη κρίση που περνάμε, να θεσπίζεται η έννοια του επιδόματος ανεργίας και για αυτοαπασχολούμενους ή ελεύθερους επαγγελματίες, αλλά η λέξη είναι κατεξοχήν συνδεδεμένη με τον μισθωτό εργαζόμενο. Για τους μαγαζάτορες και τους ελεύθερους επαγγελματίες υπάρχουν άλλες λέξεις, που μας τις θυμίζει ένα ανέκδοτο που δεν ξέρω αν είναι αληθινό αλλά έχει γούστο και γλωσσικό ενδιαφέρον — ο βασιλιάς Όθωνας, στα πρώτα χρόνια του, λέει, είχε βγει στην αγορά για να δει τους υπηκόους του, και ρώτησε κάποιους μαγαζάτορες πώς πάνε οι δουλειές. «Κεσάτια, μεγαλειότατε» απάντησε ένας. «Δηλαδή;» «Να, δεν γίνεται αλισβερίσι», προσφέρθηκε να βοηθήσει άλλος, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. «Δεν υπάρχει νταραβέρι, δηλαδή», εξήγησε ένας τρίτος, προς μεγάλη απελπισία του ανεπίδεκτου μονάρχη. Το αλισβερίσι και το νταραβέρι είναι, αντίστοιχα, η τουρκογενής και η ιταλότροπη παραλλαγή του «δούναι και λαβείν», ενώ και τα κεσάτια τούρκικο δάνειο είναι· αν ήθελαν μιαν εντελώς ελληνική λέξη, έπρεπε να πουν «αναδουλειά», που είναι η εμπορική απραξία και γενικότερα η έλλειψη οικονομικής δραστηριότητας, η άλλη μεγάλη πληγή της οικονομίας μας τα τελευταία μαύρα χρόνια.

Η ανεργία, βέβαια, ανάγεται στην πανάρχαιη λέξη έργον, που τη βρίσκουμε στον Όμηρο αλλά θα είναι ακόμα παλαιότερη, μια και παράγωγα και σύνθετά της έχουν βρεθεί σε μυκηναϊκά κείμενα. Η ρίζα είναι ινδοευρωπαϊκή (ξαδερφάκια της το αγγλικό work και το γερμανικό Werk), με μερικά απρόσμενα ομόρριζα (όργανο, όργια, ρέκτης). Η λέξη έργον, που διατηρείται ίσαμε τις μέρες μας με πάμπολλες σημασίες, έδωσε επίσης πάμπολλα παράγωγα, ανάμεσα στα οποία το ρήμα εργάζομαι, αρχικά για τις αγροτικές εργασίες, και το ουσιαστικό εργασία, που είχε στην αρχαιότητα διάφορες επιπλέον σημασίες όπως την καλλιέργεια της γης, την κατασκευή, το εμπόριο.

Στην αρχαία δουλοκτητική κοινωνία, κεφαλαιώδη ρόλο έπαιζε η εργασία των δούλων, κι η λέξη δούλος βρίσκεται κι αυτή στα μυκηναϊκά κιόλας κείμενα. Δουλεία ήταν η κατάσταση του δούλου, η υποδούλωση, και κατ’ επέκταση η καταναγκαστική εργασία, οπότε σταδιακά θα ονομάστηκε έτσι οποιαδήποτε κοπιαστική και επαχθής εργασία (σαν του δούλου), και τελικά η αμειβόμενη εργασία (ήδη η φράση «τον μισθόν δουλείας σου» απαντά στην Παλαιά Διαθήκη), ενώ στη μεσαιωνική πια εποχή η λέξη «δουλεία» έχει πια πάρει τη σημασία γενικά της εργασίας και της ασχολίας, και τότε συμβαίνει το κατέβασμα του τόνου και η προφορά με συνίζηση κι έτσι έχουμε τη σημερινή λέξη «δουλειά», ενώ παράλληλη εξέλιξη γνώρισε και το αντίστοιχο ρήμα, δουλεύω, το οποίο στην κλασική αρχαιότητα είχε τη σημασία «είμαι δούλος, εργάζομαι καταναγκαστικά», μετά «εργάζομαι με μισθό» και τελικά έφτασε να σημαίνει «εργάζομαι» γενικά. Επομένως, όσοι έγραψαν για μισθωτή σκλαβιά δικαιώνονται ετυμολογικά, αφού η δουλειά είναι ετυμολογικώς παιδί της δουλείας. Αλλά τι τα θέλετε, και το γαλλικό travailler (δουλεύω) έχει την ετυμολογική του αρχή σε ένα όργανο βασανιστηρίων και αρχικά σήμαινε «ταλαιπωρώ κάποιον», και μετά, αμετάβατο, «ταλαιπωρούμαι, μοχθώ», δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα η ταύτιση της εργασίας με τον καταναγκασμό.

Κι έτσι έχουμε δυο ζευγάρια λέξεων, την πιο επίσημη εργασία και την λαϊκότερη δουλειά, και τα αντίστοιχα ρήματα, εργάζομαι και δουλεύω, να προσέξουμε όμως ότι η λέξη δουλειά έχει πάρει σημασίες που η εργασία δεν τις έχει, π.χ. την εμπορική συναλλαγή («έκλεισε μια μεγάλη δουλειά»), τον επιδιωκόμενο σκοπό («αυτό δεν κάνει για τη δουλειά μου»), την απλή σχέση («τι δουλειά έχω εγώ με αυτούς;») ή ακόμα και κάτι δυσάρεστο που μας απασχολεί συνεχώς («πού θα πάει αυτή η δουλειά;»). Από την άλλη, η εργασία έχει κρατήσει όλες τις επίσημες χρήσεις (εργασιακές σχέσεις, Υπουργείο Εργασίας κτλ.). Παλιότερα, πολλοί αριστεροί έγραφαν «δουλιά», για να διαφοροποιείται και οπτικά η εργασία από τη δουλεία. Φαντάζει ουτοπικό να το λες όταν χιλιάδες νέοι συνωστίζονται για κακοπληρωμένες και επισφαλείς θέσεις «εργασίας», αλλά θα έρθει μια εποχή που η διαφορά θα είναι τόσο μεγάλη που η ορθογραφία δεν θα μας ενδιαφέρει.

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και www.sarantakos.com.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s