Ο θρίαμβος της Θάτσερ

Standard

της Λιν Σίγκαλ

 μετάφραση: Ιωάννα Βόγλη

Μαχητές της ελευθερίας

Μαχητές της ελευθερίας

«Η Μάργκαρετ Θάτσερ πέθανε: Αυτή η κυρία δεν πρόκειται να επιστρέψει!». Αυτή ήταν μια από τις ηπιότερες τοποθετήσεις για τον θάνατο της Θάτσερ που εμφανίστηκαν στη σελίδα μου στο Facebook. Δεν μπορώ να τραγουδήσω και εγώ «Ding-dong the witch is dead» (Ζήτω, ζήτω η μάγισσα πέθανε),  καθώς  οι λέξεις αυτές κουβαλάν, ιστορικά,  ένα βαρύ φορτίο σεξισμού. Εκτός αυτού, δυστυχώς, δεν βλέπω κάτι για το οποίο  πρέπει να γιορτάσω. Αν και η πάλαι ποτέ πρωτοπόρος των Τόρις είναι νεκρή, οι ιδέες της είναι πιο επίκαιρες από ποτέ. Ούτε ο Κάμερον ούτε ο Όσμπορν θα χαρακτηριστούν ποτέ μάγοι ή νεκρομάντες –καθώς αυτό σπάνια συμβαίνει σε άντρες–, κι όμως χάρη σε αυτούς η Θάτσερ πέθανε θριαμβεύτρια. Η επιτυχία της Θάτσερ, όπως και του φίλου της Ρ. Ρήγκαν, έγκειται στο ότι, χάρη στην τύχη και την οξυδέρκειά της, αξιοποίησε την αποφασιστικότητα του επιχειρηματικού κεφαλαίου να αυξήσει τα κέρδη του εις βάρος των κοινωνικών κεκτημένων στο μεταπολεμικό οικοδόμημα. Ήταν πολύ περισσότερο εκφραστής της βούλησης του νεοφιλελευθερισμού,  παρά κάτι μοναδικό, σατανικό ή οτιδήποτε άλλο.

Είναι αλήθεια καταπληκτικό ότι ενώ η οικονομική κληρονομιά της Θάτσερ κατέρρευσε, οι ιδεολογικές της θέσεις  –οι οποίες, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, αποτελούσαν την κεντρική της πολιτική επιδίωξη– έχουν επιβληθεί περισσότερο βίαια από ποτέ. «Οι αγορές ξέρουν καλύτερα από τις κυβερνήσεις», ήταν η αγαπημένη της φράση και όλα τα άλλα απέρρεαν από αυτήν. Μα, ασφαλώς και δεν ισχύει αυτό! Θα σκεφτεί κανείς ότι όλοι  πρέπει να έχουμε πάρει το μάθημά μας από την καταστροφή και την κατάρρευση της οικονομίας το 2008. Τόσες τράπεζες σώθηκαν από τις κυβερνήσεις μόνο και μόνο για να επιστρέψουν στο παλιό καθεστώς τους: τα μπόνους των τραπεζιτών παρέμειναν άθικτα, οι νέοι κανόνες δεν ίσχυσαν ποτέ.

 Αυτό που ξεχάστηκε πολύ γρήγορα ήταν η αποκάλυψη του απόλυτου παραλογισμού της οικονομικής κατάρρευσης, που πυροδοτήθηκε από τους πειρατές του οικονομικού τομέα, τους οποίους «απελευθέρωσε» η Θάτσερ τον Οκτώβριο του 1986. Η «απελευθέρωσή» τους σήμαινε ανεξέλεγκτο τζόγο και  την πίστη ότι ακόμα και τα «τοξικά χρέη» είναι χρηματιστηριακά προϊόντα.  Ή, τουλάχιστον, αυτή η γνώση θάβεται αφενός κάτω από τη ρητορική του κυβερνητικού συνασπισμού στην  οποία «τσιμπάει» ο Γκόρντον Μπράουν και το Εργατικό Κόμμα, και αφετέρου από τα ΜΜΕ και τις αμείλικτες επιθέσεις τους στους «ανάξιους» φτωχούς ή σε όποιον άλλο αποδιοπομπαίο τράγο εμφανίσουν, ως διά μαγείας, για να αποπροσανατολίσουν και να στρέψουν εκεί το διάχυτο αίσθημα απογοήτευσης, φόβου και ανασφάλειας. Όταν οι ιρλανδικές τράπεζες έφτασαν στο χείλος της κατάρρευσης στις αρχές του 2010, οι  Times κυκλοφόρησαν με το εντελώς παράλογο πρωτοσέλιδο «Κρίση: κατηγορήστε τη γενιά του baby boom», το οποίο συμπυκνώνει το επιχείρημα του βασικού οικονομικού αναλυτή της εφημερίδας, του Άνατολ Καλέτσκι.

Φυσικά, υπάρχουν κάποια εντυπωσιακά δείγματα αντίστασης και, για ένα διάστημα, στο ξεκίνημα του κινήματος Occupy, η διαφωνία «από τα κάτω» επανήλθε στην πολιτική ατζέντα. Ενεργοποιήθηκαν δίκτυα αντίστασης σε όλη τη χώρα, ιδιαίτερα για την υπεράσπιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Κι όμως όλοι αυτοί που είναι πρόθυμοι να χορέψουν  πάνω στον τάφο της Θάτσερ, θα πρέπει να σκεφτούν σοβαρά γιατί υπάρχει τέτοια απόσταση ανάμεσα στους διαμαρτυρόμενους και την κεντρική πολιτική σκηνή […].

Χρειάστηκε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος προκειμένου το Εργατικό Κόμμα να ασπαστεί πλήρως την ιδέα του κοινωνικού κράτους, αν και το έκανε με έναν συντηρητικό και αυταρχικό τρόπο. Οι μεταρρυθμίσεις και οι εθνικοποιήσεις που εγκαινίασαν το βρετανικό κράτος πρόνοιας, μετά το 1945, στηρίχθηκαν στη συστηματική καλλιέργεια της συναίνεσης πάνω στην ιδέα ότι η οικονομική ανασφάλεια και η οικογενειακή δυστυχία δημιουργούν δυστυχισμένες κοινωνίες. «Οι νευρώσεις της σύγχρονης κοινωνίας και η ανικανότητα πολλών ανθρώπων να προσαρμοστούν πηγάζουν, ευθέως, από τη φτώχεια και την ανασφάλεια», εξηγούσε ο Α. Μπήβαν, υπουργός Υγείας τότε. Πότε  άραγε οι πολιτικοί μας θα προφέρουν ξανά αυτές τις λέξεις;

Καθώς ξεκίνησα με ένα φεμινιστικό σχόλιο, ας τελειώσω με ένα ακόμα. Κάποιες γυναίκες υποστηρίζουν ότι η Θάτσερ ήταν ένα πρότυπο γυναίκας, γιατί τις βοήθησε να αναδείξουν τις πραγματικές τους ικανότητες.  Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Η Θάτσερ βάθυνε το χάσμα μεταξύ των γυναικών: ενώ η προνομιούχα μειοψηφία κατάφερε να σκαρφαλώσει στην ιεραρχία της πολιτικής και επιχειρηματικής σκηνής, η πλειοψηφία των γυναικών που επλήγη από την περιστολή του κράτους πρόνοιας και την πολιτική της προσωπικής επιτυχίας που προωθούσε η Θάτσερ, τελικά παρέμεινε κολλημένη στον πάτο του βαρελιού.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s