Πόσο «επιβιώνει» η χούντα;

Standard

21.4.1967-21.4.2013: Απαντήσεις σε τέσσερα ερωτήματα-5

του Κωστή Κορνέτη

220px-Gpap1. H χούντα εξέθρεψε νοοτροπίες και καταστάσεις που επιβιώνουν εν μέρει μέχρι σήμερα. Από τo αστικό τοπίο που καταστράφηκε με την απελευθέρωση των συντελεστών δόμησης και τα μεγάλα κιτς ξενοδοχεία, μέχρι τους αγρότες που συνήθισαν να τους χαρίζονται τα χρέη. Αυτά είναι μερικά μόνο από τα κατάλοιπα των λαϊκιστικού τύπου παροχών του χουντικού καθεστώτος προς συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες, που αποσκοπούσαν στην εξαγορά κάποιου είδους ανοχής, αν όχι στήριξης. Η χούντα όμως επιβιώνει και στο γεγονός πως η Ελλάδα από το 1974 και μέχρι και σήμερα έπρεπε να καλύψει το τεράστιο χαμένο έδαφος της επταετίας σε επίπεδο πολιτικού πολιτισμού, ατομικών ελευθεριών, κουλτούρας και αισθητικής. Οι όποιες στρεβλώσεις δημιουργήθηκαν στη περίφημη μεταπολίτευση ήταν η άμεση συνέπεια των στρεβλώσεων της ίδιας της χούντας. Όπως εύστοχα έλεγε ο Χρήστος Βακαλόπουλος, «από την 21η Απριλίου και μετά η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και δεν γύρισε πίσω ποτέ».

2. Καταρχάς, ο όρος «μεταπολίτευση» είναι άκρως προβληματικός. Θα έπρεπε να περιοριστεί στην περίοδο της μετάβασης στη δημοκρατία, δηλαδή το 1974-75 ή έστω το 1974-1981, αν θεωρήσουμε πως η εμπέδωση του εκδημοκρατισμού έγινε με την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία. Η μετέπειτα περίοδος θα μπορούσε να ονομαστεί Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία, όπως εξάλλου έχουν προτείνει διάφοροι μελετητές, έτσι ώστε να αποφύγουμε τις γενικότητες, τη σχηματικότητα και όλο το νοηματικό αλαλούμ που δημιουργεί ο όρος-ομπρέλα «μεταπολίτευση», που υπονοεί ένα είδος αέναης μετάβασης. Η συνολική αποτίμηση αυτής της σαραντάχρονης πλέον περιόδου είναι εξαιρετικά δύσκολη, ακριβώς επειδή θα έπρεπε να την αναλύσουμε τμηματικά. Σίγουρα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, πέρα από τα λάθη, τις κατακτήσεις της που ήταν πολλές: από την κατάργηση της βασιλείας, τον εκδημοκρατισμό της ελληνικής κοινωνίας και τη δημιουργία κράτους πρόνοιας, μέχρι την αναδιανομή του εισοδήματος, τη διεύρυνση των μεσαίων στρωμάτων και τη γενική άνοδο του βιοτικού επιπέδου.

3. Ασφαλώς δεν ζούμε μια «νέα χούντα», παρά το γεγονός πως η σημερινή πολιτική κατάσταση έχει αρκετά από τα μετα-δημοκρατικά χαρακτηριστικά ενός καθεστώτος «εκτάκτου ανάγκης». Είναι όμως σαφές πως η Ελλάδα δεν βρίσκεται υπό στρατιωτικό δικτατορικό καθεστώς, ολοκληρωτικού ή άλλου τύπου. Θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί με τη χρήση των όρων, γιατί διαφορετικά οι λέξεις σχετικοποιούνται και χάνουν τη σημασία και το ειδικό τους βάρος. Ο λόγος που το σύνθημα «Η χούντα δεν τελείωσε το ’73» έχει τόσο μεγάλη πέραση σχετίζεται με το γεγονός πως ανήκει στην κατηγορία της λεγόμενης «αξιακής πλαισίωσης» (framing), κοινώς μιας στρατηγικής νοηματοδότησης της πραγματικότητας, που έχει στόχο να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει τα συλλογικά υποκείμενα. Καταδεικνύει πως υπάρχει μεγάλη ανάγκη για ιστορικά σημεία αναφοράς και δημιουργία γενεαλογιών, άσχετα με το κατά πόσο αυτές αντέχουν στη βάσανο της ανάλυσης. Και στην περίοδο της δικτατορίας γίνονταν παραλληλισμοί με προηγούμενες εποχές με βάση προβληματικές θεωρίες «συνέχειας» — θυμίζω «Το μεγάλο μας τσίρκο» και τις αναφορές του στη βαυαροκρατία ως γενεσιουργό αιτία της ελληνικής κακοδαιμονίας. Πιστεύω πως η Αριστερά οφείλει να καταγγέλλει δυναμικά τα όλο και πιο συχνά φαινόμενα αυταρχισμού, παραβίασης της ελευθερίας της έκφρασης και αστυνομικής βίας, χωρίς όμως να πέφτει στην παγίδα της υπερβολής και της εξομοίωσης ανόμοιων πραγμάτων, παρά την οργή που δημιουργεί η οριακότητα της κατάστασης.

4. Παρότι η λεγόμενη θεώρηση «μακράς διάρκειας» μπορεί να μας βοηθήσει να εντάξουμε τα κοινωνικά φαινόμενα σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, η επίμονη αναζήτηση ιστορικών συνεχειών με το παρελθόν για την κατανόηση του παρόντος μπορεί να αποβεί εξόχως παραπλανητική. Όσο λανθασμένη είναι η θέαση της ιστορίας αποκλειστικά με βάση τις «τομές» (λ.χ., το 1974 ως απόλυτη ρήξη με το πριν), άλλο τόσο αυθαίρετο είναι το να ανακαλύπτουμε παντού συνέχειες. Πιστεύω πως η πρόσφατη αυταρχικοποίηση του κράτους και η εμφάνιση της Χρυσής Αυγής είναι άμεσες παρενέργειες της κρίσης. Το να τις βαφτίσουμε κληρονομιές της 21ης Απριλίου θα μας οδηγούσε στη μηχανιστική απόδοση όλων των παθογενειών της σημερινής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στα κατάλοιπα του αυταρχισμού, κάτι που θα ενείχε στοιχεία υπεραπλούστευσης και στατικής (άρα ανιστορικής) θέασης των ιστορικών εξελίξεων. Δομές όπως η αστυνομία ή η δικαιοσύνη δεν παρέμειναν άθικτες για δεκαετίες μετά τη χούντα· μετασχηματίστηκαν και εξελίχτηκαν, παρά την όντως προβληματική θεσμική τους μνήμη, παρά τα πολλά λάθη και τις παραλείψεις στις διαδικασίες εκδημοκρατισμού και αποχουντοποίησης.

Κωστής Κορνέτης

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Πόσο «επιβιώνει» η χούντα;

  1. Πίνγκμπακ: Από τον γύψο των συνταγματαρχών στη μνημονιακή δημοκρατία: 4 ερωτήματα | ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s