Ο χώρος και ο χρόνος ως κοινωνικά φαινόμενα: οι δυνατότητες της πολιτικής

Standard

 Κριτική στις αντιλήψεις του ΚΚΕ και της συστημικής οικολογίας

του Γ. Π. Στάμου

Έργο του Κάζιμιρ Μάλεβιτς, 1911

Έργο του Κάζιμιρ Μάλεβιτς, 1911

 Γενικολογίες, στερεότυπα, απολυτότητα, αυταρέσκεια και κλειστότητα είναι μερικά από τα συμπτώματα που φαίνεται να κυριάρχησαν στις διαδικασίες του 19ου Συνεδρίου του ΚΚΕ. Τουλάχιστον αυτό μετέφερε ο απόηχος που έφτασε εκτός των τειχών. Είμαι της γνώμης ότι τα παραπάνω σχετίζονται, εκτός όλων των άλλων, και με το γεγονός ότι η ρητορική του κόμματος μπλέκει αδιάκριτα τον χρόνο της πολιτικής με τον χρόνο της Ιστορίας, καθώς και το τοπικό με το παγκόσμιο. Όπως, αντίστοιχα, διάφοροι οικολογικοί νατουραλισμοί εξισώνουν το τοπικό με το πλανητικό ή τον χρόνο της πολιτικής με τον γραμμικό φυσικό χρόνο.

Δεν θα κομίσω βέβαια γλαύκα στην Αθήνα, αν πω ότι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η πολιτική βρίσκεται σε στενή συνάφεια με τον τρόπο που γίνεται αντιληπτή η ροή του χρόνου, αλλά και η ιδιαιτερότητα του χώρου όπου η πολιτική θα εφαρμοστεί. Ή, με άλλα λόγια, το πώς γίνεται αντιληπτή η πολιτική αξία του χωροχρόνου, δηλαδή το πώς μιλάμε για πολιτική με τρόπο συγκεκριμένο: για την καθολική μεν, πλην πάντα συγκεκριμένη στον χώρο και τον χρόνο, δυναμική των φαινομένων.

 Ένα παράδειγμα: Πώς μελετάμε την αέρια ρύπανση στη Θεσσαλονίκη

Καθώςπερνάμε από τη μια κλίμακα του χωροχρόνου στην επόμενη, βέβαια, διαφοροποιούνται και οι δυνάμεις που κινητοποιούν τα κοινωνικά φαινόμενα, παρόλο που μεταξύ τους υφίστανται διασυνδέσεις διαφόρων τύπων. Για παράδειγμα, η αέρια ρύπανση στη Θεσσαλονίκη και η κλιματική αλλαγή στο επίπεδο του πλανήτη είναι δύο διαφορετικά φαινόμενα, αναφέρονται σε δύο εντελώς διαφορετικές χωροχρονικές κλίμακες και ελέγχονται από εντελώς διαφορετικούς μηχανισμούς, ωστόσο διασυνδέονται μεταξύ τους. Η διασύνδεση αυτή όμως δεν είναι ούτε άμεση ούτε ευθεία, οπότε ανακύπτει το ερώτημα: Πώς και σε ποιο βαθμό μπορούμε να προβάλουμε σε μια κατώτερη κλίμακα (στο επίπεδο μιας πόλης, σήμερα), όσα διαδραματίζονται σε ένα ανώτερο επίπεδο (στο πλανητικό επίπεδο, στη μακρόσυρτη χρονική κλίμακα της κλιματολογίας), αλλά και το αντίστροφο; Το να πούμε, όπως το ΚΚΕ, ότι για την ατμοσφαιρική ρύπανση στην πόλη ευθύνεται ο καπιταλισμός ή, όπως οι συστημικοί οικολόγοι, ότι ευθύνεται η αλλαγή του κλίματος είναι σαν να μη λέμε τίποτα.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε ουσιαστικά, οφείλουμε να είμαστε συγκεκριμένοι. Αυτό σημαίνει, πρώτα, να ορίσουμε τη χρονική διάρκεια της συγκυρίας για την οποία συζητάμε. Στην περίπτωσή μας, από το 1960 κι εδώ.

Έπειτα, πρέπει να μιλήσουμε για τους μηχανισμούς που γεννούν τα φαινόμενα. Πώς η συγκέντρωση των πηγών αέριων εκπομπών –μεταποίηση, αυτοκίνητα, καλοριφέρ κλπ.– σε χώρους με τη φυσιογραφία της Θεσσαλονίκης αναμένεται να επηρεάσουν την ατμοσφαιρική ποιότητα, καθώς και για τις αναμενόμενες συνέπειες στα φυσικά συστήματα και τους ανθρώπους.

Μετά, να μιλήσουμε για τις συνθήκες που συνέτειναν στη δημιουργία του προβλήματος. Πώς και γιατί μια πόλη 200.000, με χαμηλής όχλησης μεταποιητικές μονάδες κατανεμημένες εντός της οικιστικής ζώνης (κατά βάση Χαριλάου και Τούμπα), με συγκεκριμένη γεωγραφική θέση και φυσιογραφία, εξελίχθηκε, μέσα σε λίγες δεκαετίες, σε μεγαλούπολη του 1,5 εκατομμυρίου. Πώς και γιατί βρέθηκε περικυκλωμένη, και στις δύο πλευρές της, από βαριάς όχλησης (βόρεια) και ελαφρότερης όχλησης (νότια) μεταποιητικές μονάδες, πώς δηλαδή η μεταπολεμική καπιταλιστική ολοκλήρωση επέβαλε τη συγκέντρωση της μεταποίησης στη βάση εντοπισμένων πληθυσμιακών υπερσυγκεντρώσεων. Να πούμε γιατί υιοθετήθηκαν αυτά και όχι άλλα αναπτυξιακά και κυκλοφοριακά πρότυπα, και γενικότερα για το πώς οργανώθηκε η ζωή στον εμπορευματοποιημένο χώρο και χρόνο του νέου άστεος, τους νέους συσχετισμούς στην εποχή της παγκοσμιοποίησης κλπ.

Aφού τα πράξουμε όλα αυτά, μπορούμε να αναλύσουμε τα εμπειρικά δεδομένα και να αποφανθούμε για την αέρια ρύπανση στην πόλη. Τότε, και μόνο τότε, δικαιούμαστε να καταμερίσουμε ευθύνες στον καπιταλισμό, την παγκόσμια κλιματική αλλαγή, την τοπική φυσιογραφία, στην τυχαιότητα, στους συνδυασμούς όλων των παραπάνω. Αφού δηλαδή οριοθετήσουμε τη συγκυρία, τον χώρο και τον χρόνο αναφοράς, προχωράμε στην εκτίμηση των στοιχείων που τη συγκροτούν καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις.

 Κυρίαρχα στερότυπα: ένας «παγωμένος» χρόνος και χώρος

 Αυτονόητα πράγματα ίσως, πλην όχι και τόσο αυτονόητα για μπλοκ εξουσίας που επιδιώκουν την απρόσκοπτη αναπαραγωγή τους. Το κυρίαρχο στερεότυπο συλλαμβάνει τη ροή του χρόνου και την οργάνωση του χώρου ως μεταβλητές ανεξάρτητες από τα κοινωνικά δρώμενα, έτσι ώστε η έννοια του χωροχρόνου να καθίσταται ομογενής, απόλυτη και χωρίς πολιτική αξία. Εκεί, η ζωή διαδραματίζεται σε συνθήκες κοινωνικής ακινησίας με τη χωροχρονική ομοιογένεια να ανάγεται σε οργανώτρια αρχή των κοινωνικών φαινομένων. Εκεί, ο χρόνος έχει πάντα μια αρχή. Για παράδειγμα, η αρχή του κοσμολογικού χρόνου συμπίπτει με τη Μεγάλη Έκρηξη, ενώ η αρχή του ιστορικού χρόνου των σύγχρονων ταξικών κοινωνιών ταυτίζεται χονδρικά με τα τέλη του 18ου αιώνα, τότε που ξέσπασαν η Αμερικανική και η Γαλλική Επανάσταση. Εκεί, ο χρόνος έχει και ένα τέλος: το τέλος του πλανητικού χρόνου συμπίπτει με το πάγωμα του Ήλιου, ενώ τέλος στην Ιστορία επιβάλει το τέλος των ιδεολογιών. Από τη μεριά της, η εικόνα του χώρου μοιάζει με εκείνη μιας χύτρας όπου βράζει ο κοινωνικός χυλός.

Η γραμμικότητα του χρόνου και η ομοιογένεια του χώρου σχηματοποιούν ένα αδιαφοροποίητο μέσον. Ο χώρος δεν έχει ιδιαιτερότητες, γωνίες, προεξοχές, λακκούβες και καμπυλότητες. Ο χρόνος δεν έχει πυκνώματα και αραιώματα. Σε ένα τέτοιο αδιαφοροποίητο μέσον, γίνεται αδύνατον τα πράγματα και οι μεταξύ τους σχέσεις να προσδιοριστούν σε αναφορά με συγκεκριμένες χωροχρονικές δομές (συνέβη εκεί, τότε), αφού όλες οι στιγμές είναι ίδιες και όλοι οι τόποι όμοιοι. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αιτίες και αφορμές παύουν να έχουν νόημα. Έτσι, τα φαινόμενα καταντούν είτε εντελώς τοπικά και δεν συσχετίζονται μεταξύ τους (η ρύπανση του Θερμαϊκού δεν σχετίζεται με εκείνη του Παγασητικού ούτε και η αποβιομηχάνιση του Βόλου με εκείνη της Θεσσαλονίκης) ή τόσο όμοια ώστε οι ίδιες αιτίες (π.χ. ο καπιταλισμός και η επιδίωξη του κέρδους) να επάγουν τη ρύπανση τόσο στον Θερμαϊκό όσο και στον Παγασητικό, καθώς και την αποβιομηχάνιση στις δύο πόλεις.

Αλλιώς θα δούμε τα πράγματα αν συνδέσουμε τη ροή του χρόνου με την εκδίπλωση του κοινωνικού φαινομένου σε συγκεκριμένο χώρο. Θα μιλήσουμε για υλικές διαδικασίες και υλικούς μηχανισμούς, ιδεολογίας, καταστολής, κυκλοφορίας, συσσώρευσης κλπ. που αναπτύσσονται στον χώρο και ανελίσσονται στον χρόνο. Μια τέτοια αντίληψη των πραγμάτων θέλει τον χωροχρόνο –σε ένα βαθμό τουλάχιστον– πολιτιστικό προϊόν: η χρονική μονάδα και η μονάδα του χώρου γίνονται μεταβλητές εξαρτημένες από τις περιπέτειες του κοινωνικού φαινομένου. Ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός και ο χώρος αδιαφοροποίητος. Σε ορισμένες θέσεις και χρονικές στιγμές τα κοινωνικά γεγονότα πυκνώνουν· σε άλλες, αραιώνουν. Κοντολογίς, ο χώρος, ο χρόνος και η δυναμική των φαινομένων είναι κατηγορίες αλληλένδετες, που συγκροτούν ένα όλον. Η καθεμιά νοηματοδοτεί τις άλλες δύο, αλλά και νοηματοδοτείται από αυτές.

 Αριστερά: η αναγκαία διάκριση ανάμεσα στην πολιτική και την ιστορική συγκυρία

Στην περίπτωση της ελληνικής Αριστεράς, αναγνωρίστηκαν από νωρίς οι ιδιαιτερότητες του χώρου και περιγράφηκαν οι αντιθέσεις ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, και η δυναμική τους. Η εστίαση ωστόσο έγινε στο πολιτικό νόημα του χρόνου. Σε συμφωνία με τη βασική θεωρία, η διάρκειά της εξισώθηκε με το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στις κορυφώσεις των κυκλικών οικονομικών κρίσεων. Η απόπειρα υπήρξε ατελής για δύο λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με το γεγονός ότι εκείνη την εποχή, η διάρκεια των κυκλικών οικονομικών κρίσεων (και συνακόλουθα η μονάδα του πολιτικού χρόνου) εθεωρείτο γενικά σταθερή. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την αντίληψη ότι οι αλλαγές, που στη διάρκεια του ιστορικού χρόνου συμβαίνουν στο οικονομικό επίπεδο, υπερκαθορίζουν την πολιτική δράση στο επίπεδο του εποικοδομήματος. Η πρόσληψη αυτή όμως δεν βοηθά να γίνει η αναγκαία διάκριση ανάμεσα στην πολιτική και την ιστορική συγκυρία.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, διαμορφώθηκε μια παράδοση που θέλει την Ιστορία να οδηγεί αναπόφευκτα, μέσα από γνωστά και καλά καθορισμένα βήματα, σε ένα τέλος, την παγκόσμια αταξική κοινωνία, όπου η Ιστορία σταματά. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η ιστορική επικράτηση του καπιταλισμού έκανε τα φαινόμενα να διαβάζονται ως αδιαίρετα και παγκόσμια, που συμβαίνουν με τον ίδιο τρόπο παντού, και μάλιστα με κανονικότητες αναλλοίωτες. Εκτιμώ ότι εδώ ανέκυψε η αντίφαση ανάμεσα στον χρόνο της Ιστορίας, δηλαδή στο δρομολόγιο προς τη σοσιαλιστική κοινωνία, και τον χρόνο της πολιτικής, δηλαδή τον ρεαλισμό της καθημερινότητας. Η αντίφαση έγκειται στο γεγονός ότι αν στον ιστορικό χρόνο μπορεί κανείς να διαγνώσει, έστω και σε πολύ αδρές γραμμές, γραμμικότητες και ντετερμινισμούς, στον πολιτικό χρόνο κυριαρχούν η ενδεχομενικότητα, οι παλινδρομήσεις και οι ανατροπές. Εκτιμώ εντέλει ότι, σε μεγάλο βαθμό, το αδιέξοδο του ΚΚΕ οφείλεται στο ότι μοιάζει ανίκανο να κάνει το δύσκολο: να επιλύσει τη διαλεκτική αντίφαση ανάμεσα στον τελικό στόχο της σοσιαλιστικής κοινωνίας και τον ρεαλισμό, δηλαδή να αποκαταστήσει την ενότητα ανάμεσα στη μικροκλίμακα της πολιτικής και τη μακροκλίμακα της Ιστορίας. Αντίθετα, επιλέγει το εύκολο: να υποτάξει την πολιτική στην Ιστορία. Ωστόσο, οι τραυματικές εμπειρίες που προκάλεσε η αργή κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (αργή, παρά το εκκωφαντικό φινάλε) αναδεικνύουν τη ματαιοπονία της επιβολής πολιτικών λύσεων στην Ιστορία. Ακόμα περισσότερο, δείχνουν πόσο αναγκαία είναι η υπέρβαση της διάκρισης ανάμεσα στην πολιτική και την Ιστορία και πόσο επιζήμια η ιδέα της ομοιογένειας του χωροχρόνου.

 Στη φάση της καπιταλιστικής κρίσης

Απόλυτα κυρίαρχος μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ο καπιταλισμός της χρηματοπιστωτικής αναλγησίας οδηγήθηκε με τη σειρά του σε κρίση, που στη χώρα μας προσέλαβε άγριες διαστάσεις. Πολλοί περιγράφουν τη συγκυρία της καπιταλιστικής κρίσης ως μεσο-φάση, όπου το πέρασμα από τη βιομηχανική στη μεταβιομηχανική κοινωνία της πληροφορικής και των αυτοματισμών δεν έχει ολοκληρωθεί. Από την πλευρά του, ο καπιταλισμός επιδιώκει να οργανώσει εκείνο το κοσμοείδωλο που θα ορίζει προδιαγραφές μετάβασης που διασφαλίζουν την αναπαραγωγή του εκμεταλλευτικού του χαρακτήρα. Αναγκαία προϋπόθεση είναι η δημιουργία μιας απατηλής αντίληψης συνέχειας, όπου στην πορεία από το γιγαντιαίο εργοστάσιο της βιομηχανικής εποχής στο αποκεντρωμένο, εξειδικευμένο και αυτοματοποιημένο εργαστήρι της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, τίποτα δεν αλλάζει επί της ουσίας — και σίγουρα όχι ο εκμεταλλευτικός χαρακτήρας του συστήματος.

Τούτο όμως δεν είναι αλήθεια. Κατά τη μεσο-φάση συμβαίνουν ριζικές κοινωνικές μεταβολές, ο χρόνος πυκνώνει πολύ και ο χώρος αποκτά καινούργια νοήματα. Για τον καπιταλισμό αυτό είναι ανυπόφορο, αφού η απατηλή εικόνα της συνέχειας αίρεται. Η απλούστερη και ταυτόχρονα πιο αποτελεσματική λύση είναι η τέλεια έκθλιψη του χωροχρόνου. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί αν οριστεί κατάλληλα η μονάδα του κοινωνικού χρόνου και ομογενοποιηθεί ο χώρος, οπότε οι τόποι και οι αποστάσεις χάνουν το νόημά τους. Ένα καλό παράδειγμα μας το αφηγείται η συστημική οικολογία.

Το συγκεκριμένο ρεύμα προβάλλει την ιδέα ότι το φυσικό περιβάλλον διαθέτει πεπερασμένη χωρητικότητα και όταν η κοινωνία την ξεπεράσει ανακύπτει πρόβλημα. Τότε, μας διδάσκει η θεωρία της Γαίας, η φύση, προκειμένου να αυτοπροστατευτεί, αντιδρά και εκδικείται τον αλαζόνα άνθρωπο με τους πλανητικών διαστάσεων αναδραστικούς μηχανισμούς που διαθέτει. Εδώ η ιδέα της αυτορυθμιζόμενης φύσης ανάγεται σε οργανώτρια αρχή των κοινωνικών φαινομένων, ο κοινωνικός χρόνος ανάγεται στον γραμμικό χρόνο της φυσικής και ο κοινωνικός χώρος αποκτά πλανητικές διαστάσεις. Έτσι, όταν η οικολογία μιλάει για βιοποικιλότητα και εξαφάνιση ειδών, στην πραγματικότητα αναφέρεται σε φαινόμενα δαρβινικής εξέλιξης, η εκδίπλωση των οποίων μετριέται με χρονική μονάδα τους γεωλογικούς αιώνες. Όταν μιλάει για την κλιματική αλλαγή αναφέρεται σε φαινόμενα με πλανητικό πεδίο εφαρμογής. Κατ’ αναλογία, με βάση τις ομογενείς αναπαραστάσεις περί χωροχρόνου, η μετάβαση από τη μια φάση κοινωνικής οργάνωσης στην άλλη δεν είναι παρά απλό επεισόδιο μιας συνεχούς ανέλιξης, όπου το καθετί κρίνεται με βάση το κατά πόσον παραβιάζει τα περιβαλλοντικά όρια. Το συμπέρασμα είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ομομορφικές αναπαραστάσεις που εκδηλώνονται με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο στα διάφορα πεδία της ανθρώπινης πράξης. Πρόκειται για άκρως συντηρητικές αναπαραστάσεις που, στην περίπτωση της συστημικής οικολογίας, όπως και του ΚΚΕ, λειτουργούν αμυντικά, απαλύνοντας έστω και αμυδρά τον τρόμο των ανθρώπων μπροστά στο άδηλο μέλλον που εγκυμονούν οι ραγδαίες κοινωνικές και φυσικές αλλαγές, που συνεπάγεται η μετάβαση στην επόμενη φάση.

Ο Γ. Π. Στάμου διδάσκει στο Τμήμα Βιολογίας του ΑΠΘ

2 σκέψεις σχετικά με το “Ο χώρος και ο χρόνος ως κοινωνικά φαινόμενα: οι δυνατότητες της πολιτικής

  1. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορούμε να περάσουμε από το χρόνο στο χώρο, μόνο αν τον δούμε ως ένα συνεχές, πάλι με τη μαθηματική έννοια. Ο αυθεντικός χώρος δεν είναι μια επιφάνεια που μπορεί να διαιρεθεί, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν μπορεί να διαιρεθεί ο αυθεντικός χρόνος. Από φιλοσοφικής άποψης ο χώρος δεν βιώνεται ως συνεχές, αλλά ως ένας αριθμός νησίδων ανάμεσα στις οποίες υπάρχει μόνον κενό . Συνεπώς, τόσο ο χώρος όσο και ο χρόνος δεν είναι παρά μορφές της ζωής, που δημιουργεί επιλέγοντας καθοριστικά σημεία και διαστήματα στο χωροχρονικό συνεχές. Ο χώρος στην πραγματικότητα που βιώνουμε δεν είναι ένα αφηρημένο μέγεθος, αλλά μια σειρά «τόπων», όπως ο χρόνος είναι μια σειρά φευγαλέων στιγμών. Συνήθως, από αυτές τις οτιγμές επιλέγουμε κάποιες ως σταθερά σημεία εναλλαγής του κυκλικού χρόνου. Αυτές τις στιγμές τις αποκαλούμε εορτασμούς και συνδέονται στενά μέσω του ημερολογίου με τις κυκλικές εναλλαγές του χρόνου. Ο θερισμός, η σπορά, η ανατολή ή η δύση ενός ουράνιου σώματος είναι τα πραγματικά δεδομένα, οι «πληροφορίες» από τις οποίες εξαρτάται η ζωή μας μέσα στο χρόνο.

  2. Πίνγκμπακ: Κριτική στις αντιλήψεις του ΚΚΕ και της συστημικής οικολογίας. Του Γ. Π. Στάμου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s