Εσωκομματική δημοκρατία: τα βασικά ενός αιτήματος διαρκείας

Standard

του Μιχάλη Σπουρδαλάκη

Έργο του Σεμπαστιανόνε, αρχές του 18ου αιώνα

Έργο του Σεμπαστιανόνε, αρχές του 18ου αιώνα

 Ο εκδημοκρατισμός των πολιτικών κομμάτων αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία. Η σημασία αυτή δεν προκύπτει μόνο από τη συγκυρία, καθώς κομματικά συνέδρια και εκλογές σε κοινωνικούς και πολιτικούς φορείς μας υποχρεώνουν να ξανασκεφτούμε το ζήτημα — το οποίο είναι γνωστό, άλλωστε, ότι αποτελεί «αγκάθι» στη θεωρία των πολιτικών κομμάτων. Επιπλέον, επιβάλλεται από σημαντικούς καθεστωτικούς μετασχηματισμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οι μετασχηματισμοί αυτοί, που εμφανίζονται ήδη στις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα και παγιώνονται στις συνθήκες της σημερινής κρίσης, υιοθετώντας πρακτικές που διαφεύγουν από τον άμεσο πολιτικό έλεγχο, ακυρώνουν ουσιαστικά τη συμμετοχή των πολιτών.

Έτσι, με δεδομένο ότι τα πολιτικά κόμματα αποτελούν θεσμούς που, εξ ορισμού, βρίσκονται πιο κοντά στους πολίτες, ο εκδημοκρατισμός και γενικότερα η αναβάθμιση των εσωκομματικών τους  διαδικασιών μπορεί να συμβάλει στον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος και, με κάποιο τρόπο, να βάλει φρένο στη δημοκρατική απομείωση των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Ωστόσο, η συζήτηση συνήθως περιορίζει το ζήτημα της εσωκομματικής δημοκρατίας στην αποτελεσματική επιρροή των κομματικών μελών στη λήψη των αποφάσεων και τον έλεγχο της ηγεσίας. Με άλλα λόγια, οι κυρίαρχες αντιλήψεις, εμμέσως, θεωρούν τα πολιτικά κόμματα εξωτερικούς θεσμούς στη συγκρότηση και τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Αντίθετα, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η εσωκομματική δημοκρατία δεν αποτελεί μόνο την ελεύθερη, πλουραλιστική και αποτελεσματική έκφραση τάσεων και απόψεων εντός του κόμματος, αλλά και τη συνθήκη για την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική.

 Ο Μίχελς και ο «σιδηρούς νόμος της ολιγαρχίας»

 Η σημασία των εσωκομματικών διαδικασιών και η δυνατότητα του εκδημοκρατισμού των κομμάτων έχει απασχολήσει τους πατέρες της θεωρίας των πολιτικών κομμάτων, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού. Ανάμεσά τους, ο M. Ostrogorski εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τη χρησιμότητα της εκτός κοινοβουλίου κομματικής οργάνωσης, θεωρώντας τη «ριζικά ακατάλληλη» για την πολιτική αγωγή των πολιτών».  Μερικά χρόνια αργότερα, ο Robert Michels, μελετώντας τη εσωκομματική ζωή του SPD, στο οποίο συμμετείχε πριν καταλήξει στην Ιταλία και ενταχθεί στο φασιστικό κίνημα του Μουσολίνι, συμπεραίνει την αδυνατότητα του εκδημοκρατισμού της κομματικής οργάνωσης. Ο Michels θεωρεί ότι η επαγγελματοποίηση των κομματικών ηγεσιών τις παγιώνει, και το κόμμα, από οργάνωση με συγκεκριμένους στόχους, μετασχηματίζεται σε μηχανισμό για τη διατήρηση των «ολίγων». Με αυτό τον τρόπο, η κομματική «οργάνωση γεννά την κυριαρχία των εκλεγομένων πάνω στους εκλέγοντες και των εντολοδόχων πάνω στους εντολείς». Καταλήγει, έτσι, στον περίφημο «σιδηρούν νόμο της ολιγαρχίας», αφού «όποιος μιλάει για οργάνωση μιλά για ολιγαρχία».

Η αντίληψη αυτή έχει αναδειχθεί σε κοινό τόπο σχολιαστών του κυρίαρχου ρεύματος αλλά και της Αριστεράς. Ωστόσο –πέρα από το προφανές, ότι ταυτιζόμενη με φυσικούς νόμους, δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί για την ερμηνεία κοινωνικών δομών– στηρίζεται σε ένα κανονιστικό πλαίσιο που οδηγεί σε ολοκληρωτικές απόψεις. Η κριτική του Michels στη δυνατότητα κομματικής δημοκρατίας είναι θύμα αφενός μιας χομπσιανής αντίληψης για την ανθρώπινη φύση, ενώ ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται από έναν ανομολόγητο ψυχολογικό ντετερμινισμό: οι μάζες θεωρούνται ανίκανες να αυτοκυβερνηθούν. Το τελευταίο, μάλιστα, οδηγεί σε ένα είδος «στωικής αποδοχής της ολιγαρχικής δημοκρατίας» (G. Therborn), αφού, αν δεν επιβάλλει, τουλάχιστον ανέχεται την παθητικότητα των κομματικών μελών,  και  γενικότερα αποτρέπει τους πολίτες από το να διεκδικούν τον εκδημοκρατισμό.

Εσωκομματική δημοκρατία: μια εξαρτημένη μεταβλητή

 Το ζήτημα της εσωκομματικής δημοκρατίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ανεξάρτητη μεταβλητή, καθώς συναρτάται στενά με πολλούς παράγοντες: σχέσεις, διαδικασίες και δομές της πολιτικής οικονομίας του κομματικού ανταγωνισμού, το «γενετικό πρότυπο» κάθε κόμματος, τις σχέσεις κράτους-κοινωνίας, τη λειτουργία και τις έξεις άλλων θεσμών πολιτικής εκπροσώπησης (κινήματα, ΜΚΟ), αλλά και κοινωνικής εκπροσώπησης (συνδικάτα, τοπική αυτοδιοίκηση). Επιπρόσθετα, ιδίως η ριζοσπαστική Αριστερά, πρέπει να λάβει υπόψη και να προσεγγίσει κριτικά, με κατεύθυνση ριζικής αναθεώρησης: α) τις κυρίαρχες αντιλήψεις για τον ρόλο των πολιτικών κομμάτων στη δημοκρατία, β) τους μετασχηματισμούς κομμάτων και κομματικών συστημάτων, γ) τις τάσεις του πολιτικού συστήματος.

Α. Η κυρίαρχη αντίληψη για τη σύγχρονη δημοκρατία περιορίζει τον ρόλο των κομμάτων στο στενό πλαίσιο της λήψης πολιτικών αποφάσεων. Τα πολιτικά κόμματα, ακόμη και όταν γίνονται αντιληπτά με τα λόγια του Lipset ως o «σπουδαιότερος παράγοντας των αντιπροσωπευτικών δομών των σύνθετων δημοκρατικών κοινωνιών», κατέχουν μόνον εργαλειακή θέση στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η λειτουργία τους περιορίζεται στη συμβολή τους στη «δυνατότητα ανάδειξης μιας σταθερής και αποτελεσματικής κυβέρνησης. Τα κόμματα δεν ενδιαφέρουν πέρα από την παραπάνω πολιτειακή τους χρησιμότητα, και έτσι η δημοκρατία «δεν πρέπει να αναζητηθεί μέσα στα κόμματα αλλά ανάμεσά τους» (Ε.Ε. Schattschneider, 1960).

Β. Ο εκδημοκρατισμός των κομμάτων δεν μπορεί επίσης να αγνοεί τους μετασχηματισμούς των πολιτικών κομμάτων, στους οποίους –δυστυχώς– μετέχουν και τα κόμματα της Αριστεράς. Οι μετασχηματισμοί αυτοί, που ξεκινούν δύο περίπου δεκαετίες πριν και περιγράφηκαν με τους όρους «κόμματα καρτέλ» ή «κόμματα του κράτους», συγκροτούν κομματικά συστήματα με τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

Πρώτον, τα πολιτικά κόμματα αντλούν πλέον συστηματικά πολιτικούς, οικονομικούς και συμβολικούς πόρους από το κράτος. Αν δεν αδιαφορούν για την κοινωνία και τους πόρους που κατά παράδοση τους παρείχε (χρηματοδότηση, κοινωνική εκπροσώπηση, κοινωνική δέσμευση των πολιτικών προταγμάτων), πρακτικά θεωρούν την κοινωνική δέσμευση δευτερεύουσα.

Δεύτερον, το κέντρο βάρους του κομματικού ανταγωνισμού μετατίθεται στο κράτος. Τα κόμματα διεκδικούν τη λαϊκή ψήφο με βάση την ικανότητά τους να διαχειριστούν τα κρατικά προτάγματα, τα οποία θεωρούνται δεδομένα, όπως αυτά διαμορφώνονται από τους αρνητικούς συσχετισμούς για τα συμφέροντα των εργαζομένων, τις σχετικές κρατικές δεσμεύσεις, τη διεθνή συγκυρία και την επικράτηση ενός ιδεολογικού πλαισίου που υποτάσσει την πολιτική στην οικονομία. Τα κόμματα μετασχηματίζονται σε μηχανισμούς σύγκλισης, αφού η αντιπαλότητά τους περιορίζεται σε αντιπαράθεση αποχρώσεων, παρά τις οποιεσδήποτε απόπειρες ρητορικής συγκάλυψης.

Τρίτον, στην εσωκομματική ζωή αναπτύσσονται πρακτικές που θολώνουν τη διάκριση ανάμεσα στα μέλη και μη μέλη του κόμματος, κάτι που συμβάλλει σε μια ιδιότυπη όσο και ατελέσφορη δημοκρατικά αποκέντρωση της κομματικής εξουσίας. Ιδιότυπη γιατί υλοποιείται κυρίως από τον περιφερειακό κομματικό μηχανισμό, ο οποίος απολαμβάνει μεγάλη αυτονομία, και ατελέσφορη γιατί οδηγεί σε οργανωτική χαλαρότητα («anything goes»), οδηγώντας στη συγκέντρωση της εξουσίας στην ηγεσία, η οποία μένει εκτός θεσμικής λογοδοσίας στην αδύναμη κομματική οργάνωση.

Τέταρτον, τέλος, τα ρεπερτόρια πολιτικής κινητοποίησης μετασχηματίζονται από εντάσεως εργασίας σε εντάσεως έργου, εξέλιξη που υποβαθμίζει περαιτέρω τον ρόλο και τη συμμετοχή των μελών στις ουσιαστικές αποφάσεις.

Γ. Οι ευρύτεροι μετασχηματισμοί του πολιτικού συστήματος δεν μπορούν να απουσιάζουν από την οπτική του εκδημοκρατισμού των κομμάτων. Ως γνωστόν, η πολιτική σε δημοκρατικές συνθήκες συγκροτείται μέσα από τις δομές, σχέσεις και θεσμούς που εκφράζουν, συμπυκνώνουν και διαμεσολαβούν συγκρούσεις και οικονομικούς ανταγωνισμούς της κοινωνίας, ώστε να οργανώνεται η νομιμοποιημένη εξουσία απέναντι στις διαρκείς κοινωνικές διαιρέσεις. Ωστόσο, η επικράτηση της νεοφιλελεύθερης λογικής, την οποία ρητά και συνηθέστερα άρρητα φαίνεται να ασπάζεται σε μεγάλο βαθμό η πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων, μετατρέπει την πολιτική σε διαχείριση των οικονομικών. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει δραστικά το εύρος της πολιτικής, δημοκρατικής αντιπαράθεσης, καθώς η φιλοσοφία του νεοφιλελευθερισμού ανάγει σχεδόν το σύνολο των κοινωνικών και πολιτικών διευθετήσεων στην λεγόμενη ελεύθερη αγορά. Επιπρόσθετα, στην εξίσωση του εκδημοκρατισμού των κομμάτων πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η πολιτική ύλη περιορίζεται από τις περικοπές των δημοσίων δαπανών και κοινωνικών επενδύσεων, τη δρομολόγηση διαδικασιών απορρύθμισης σημαντικών τομέων της δημόσιας σφαίρας και τις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις και, τέλος, από την τυπική και κυρίως πρακτική κατάργηση της έννοιας του δημόσιου αγαθού.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποτελεί έκπληξη ότι η κυρίαρχη πολιτική θεωρεί τις απαντήσεις στα οικονομικά προβλήματα δεδομένες και εκτός κοινωνικής αντιπαράθεσης. Κατά συνέπεια, η πολιτική (και κομματική) αντιπαράθεση ασκείται πέρα από κανονιστικές διαφορές που παράγουν οι κοινωνικές ανισότητες ενώ η κανονιστική αντιπαράθεση γύρω από τις τελευταίες θεωρείται παρωχημένη ή/και αδιάφορη.

Η υποκατάσταση της πολιτικής: οικονομολόγοι, γραφειοκράτες και ΜΜΕ

Η πολιτική υποκαθίσταται από ορθόδοξους οικονομολόγους που μιλούν την «αλήθεια των αριθμών», γραφειοκράτες εκτός διαδικασιών λογοδοσίας και το πλέγμα των ΜΜΕ, που ορίζουν το κοινό συμφέρον. Η πολιτική συρρικνώνεται σε «διαβούλευση» ανάμεσα σε ορθοφρονούντες ειδικούς, το κράτος μετασχηματίζεται σε θεματοφύλακα της αγοράς και τα κόμματα σε προστάτες/διαχειριστές αυτής της διαδικασίας.

Τα παραπάνω συγκροτούν, σχηματικά, το πλαίσιο μέσα από το οποίο πρέπει να συζητήσουμε ένα σχέδιο αναβάθμισης της εσωκομματικής δημοκρατίας. Στη συζήτηση δεν πρέπει να λείψει η ευρωπαϊκή παρουσία του κόμματος και κατ’ επέκταση η σχετική προβληματική για τους θεσμούς της Ε.Ε., της οποίας το δημοκρατικό έλλειμμα στις συνθήκες της κρίσης διευρύνεται.

Η κρίση των κομμάτων και ο παραγκωνισμός τους στη λειτουργία της δημοκρατίας έχουν ήδη παραγάγει προτάσεις για τον εκδημοκρατισμό τους. Ωστόσο, η πλειονότητά τους κινείται, ρητά ή έμμεσα, στην κατεύθυνση της κυρίαρχης αντίληψης που θέλει την κοινωνία στο περιθώριο, ουσιαστικά αποκλεισμένη από την εμπλοκή της στο πολιτικό γίγνεσθαι. Τέτοιες προτάσεις συναντάμε και στους κόλπους της Αριστεράς. Έτσι, ιδέες που θεωρούν ότι τα κόμματα και η δημοκρατική τους λειτουργία μπορούν να υποκατασταθούν από άλλους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, κινήματα και ΜΚΟ ή απλουστευτικές λύσεις που θεωρούν πανάκεια την αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας και την ηλεκτρονική διαβούλευση δεν απαντούν στο πρόβλημα. Τα κόμματα αποτελούν μοναδικό θεσμό που μετατρέπουν κοινωνικά αιτήματα σε πολιτικό πρόγραμμα με το οποίο ζητούν τη λαϊκή ψήφο για να διαχειριστούν την πολιτική εξουσία, κάτι που δεν μπορούν να κάνουν τα κινήματα ή άλλες συλλογικότητες. Από την άλλη, με τα λόγια του Peter Mair, «το να προσφέρεις στους πολίτες την επιλογή να λένε “ναι ή όχι” δεν είναι το ίδιο με το προσφέρεις εναλλακτικές προτάσεις και να τους εμπλέκεις σε ένα δημόσιο διάλογο ιδεών».

Ακόμη μεγαλύτερη επιφύλαξη επιβάλλεται απέναντι στις όποιες νομικές παρεμβάσεις για τη δημοκρατική ρύθμιση της εσωτερικής ζωής των κομμάτων, οι οποίες φαίνεται να επανέρχονται στο πλαίσιο του λεγόμενου «νέου συνταγματισμού», όπως η πρόσφατη πρόταση κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου που επιδιώκει ένα είδος ISO για τα κόμματα. Ωστόσο, η νομική ρύθμιση της εσωκομματικής ζωής, πέρα από τη συμβολή της στην περαιτέρω κρατικοποίηση των κομμάτων, ουσιαστικά σημαίνει την κανονιστική ρύθμιση της δημοκρατίας, περιορίζοντας και «προστατεύοντάς» την από την κοινωνική δυναμική. Ο κίνδυνος είναι προφανής, αφού εμμέσως τέτοιες παρεμβάσεις υπονομεύουν τις αξιακές βάσεις του ίδιου του Διαφωτισμού.

Τα κόμματα αποτελούν τους πνεύμονες της δημοκρατίας, και η δημοκρατική οργάνωση την εγγύηση ότι επιτελούν αυτή τη λειτουργία αποτελεσματικά. Σήμερα, η πρόκληση της προστασίας της δημοκρατίας, και ακόμα περισσότερο η σφυρηλάτησή της, είναι πιο επίκαιρη παρά ποτέ. Καθώς η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει, ο κίνδυνος πλήρους πολιτικής/δημοκρατικής αποσταθεροποίησης προβάλλει ως υπαρκτό ενδεχόμενο: προέχει η κυβερνητική αποτελεσματικότητα και όχι η δημοκρατία και οι κανόνες του κράτους δικαίου, υποστηρίζουν ποικίλοι απολογητές της τρέχουσας ηγεμονικής αντίληψης. Ο πολύς Francis Fukuyama, σε ένα υπό δημοσίευση άρθρο του στο Governance, υποστηρίζει ότι πρέπει να «εξαιρεθεί η διακυβέρνηση από τη δημοκρατική λογοδοσία», αφού δεν διαπιστώνεται «συνάφεια ανάμεσα στην ανάπτυξη και τη δημοκρατία».

Η εμπέδωση της εσωκομματικής δημοκρατίας αποτελεί, εκτός των άλλων, και πεδίο αντίστασης απέναντι στην επικράτηση τέτοιων απόψεων. Είναι κάτι που πρέπει να το λάβουν υπόψη τους ιδιαίτερα τα κόμματα της Αριστεράς.

Ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης διδάσκει πολιτική κοινωνιολογία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s