Τα μαχαίρια κι οι χαρακιές στο πρόσωπο

Standard

ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΚΑΙ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ

 του Στρατή Μπουρνάζου

Χουάν Μιρο, «Βοηθήστε την Ισπανία», 1933

Χουάν Μιρο, «Βοηθήστε την Ισπανία», 1933

 «Από τις 270 οικογένειες αλλοδαπών που πήραν τρόφιμα από το “Χαμόγελο του Παιδιού”, οι 80 κατήγγειλαν ότι είναι θύματα βίαιων ρατσιστικών επιθέσεων. Τις ημέρες του Πάσχα [“άγνωστοι”] επιτέθηκαν στις 11 το βράδυ και τραυμάτισαν μια ανυποψίαστη εννιαμελή οικογένεια Αφγανών. Στην ίδια γειτονιά, δέχθηκε επίθεση μια άλλη οικογένεια Αφγανών, από ομάδα Ελλήνων. Φωνάζοντας “Nα φύγετε, βρομιάρηδες!” χτύπησαν τον δεκαεφτάχρονο Αφγανό, μέχρι που έπεσε αναίσθητος. Του έσπασαν τα δόντια. Κλοτσούσαν τον πατέρα του με μανία. Μέχρι σήμερα υποφέρει από τη σπονδυλική του στήλη. Στο Σταθμό Λαρίσης τραυμάτισαν στο κεφάλι δύο ανήλικους Αφγανούς 14 και 16 ετών. Αιμορραγούσαν και συνέχιζαν να τους χτυπούν…».

***

Tο παραπάνω (μικρό) απόσπασμα από συνέντευξη του προέδρου της αφγανικής κοινότητας, Γ. Μοχαμμεντί (στη Γεωργία Δάμα, Ελευθεροτυπία, 16.5.2013), όπως και η ετήσια έκθεση 2012 του Δικτύου Καταγραφής Ρατσιστικής Βίας (που δείχνει αύξηση και της αγριότητας και του αριθμού των περιστατικών) αποτελούν την καταλληλότερη εισαγωγή στη συζήτηση για τον αντιρατσιστικό νόμο. Γιατί μας δείχνουν το ουσιώδες: ότι η θέσπιση αντιρατσιστικής νομοθεσίας, στην Ελλάδα του 2013, δεν είναι κάποιο αφηρημένο ζήτημα δικαίου, γενικής συμμόρφωσης με ευρωπαϊκές οδηγίες, επίδικο της νομικής επιστήμης κ.ο.κ. Αποτελεί κατεπείγον αιτούμενο που θέτει η αποχαλίνωση της ρατσιστικής βίας, οι δολοφονίες, τα μαχαίρια των νεοναζιστών και τα χαραγμένα πρόσωπα των δεκατετράχρονων.

Όσο και αν τα αίτια της ρατσιστικής βίας είναι πολλά και σύνθετα, καμία συνθετότητα, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει η απάντηση στο γιατί η βία αυτή συνεχίζεται ανενόχλητη: επειδή, από πλευράς της κυβέρνησης και του κράτους, δεν υπάρχει η βούληση για την αντιμετώπισή της.[1] Τρανή απόδειξη, η απόσυρση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου. Διάβασα πολλά για τους σκοτεινούς λόγους της στάσης της Ν.Δ.: Συνέχεια ανάγνωσης

Τρόποι «αυτοδίκαιης παύσης» του Συντάγματος

Standard
Η «ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΑΡΓΙΑ» ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ-1

του Νίκου Παρασκευόπουλου

Πριν λίγες μέρες, το δικαστήριο έκρινε αθώο τον αντιπρύτανη του ΑΠΘ Γιάννη Παντή. Είχε κατηγορηθεί συκοφαντικά για «απιστία στην υπηρεσία», στο πλαίσιο μιας εκστρατείας σπίλωσης του προσώπου του, της πρυτανείας του ΑΠΘ και γενικότερα του δημόσιου πανεπιστημίου. Πρόκειται μια σημαντική ηθική νίκη. Ωστόσο, η δίωξη έφερε στην επιφάνεια και ένα άλλο σοβαρό ζήτημα: τη διάταξη του «νόμου Μανιτάκη», με την οποία τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία δημόσιοι υπάλληλοι εναντίον των οποίων ασκείται ποινική δίωξη μέχρι και για πλημμελήματα (ακόμα και για ιδιωτικές υποθέσεις άσχετες με τη δουλειά τους, πριν τελεσιδικήσουν μάλιστα. Η (κακή) αρχή έγινε με τον Γιάννη Παντή και η συνέχεια ήρθε με την αργία του δασκάλου Στέφανου Γκουλιώνη, στη Λάρισα, ο οποίος είχε καταδικαστεί για «αντίσταση κατά της αρχής» μετά τη σύλληψή του σε αντιμνημονιακή διαδήλωση (για υπογραφές διαμαρτυρίας στο http://goo.gl/BPIVq). Η διάταξη αυτή καταπατά κάθε αρχή δικαιοσύνης και λογικής, αφού μπορεί να τεθεί σε αργία (πρακτικά ισοδύναμη με απόλυση) ένας δημόσιος υπάλληλος όχι μόνο λόγω της πολιτικής ή συνδικαλιστικής του δράσης, αλλά και επειδή λ.χ. έχει κτηματικές διαφορές με έναν γείτονα. Θεωρώντας το θέμα από τα σοβαρότερα για τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία, δημοσιεύουμε σήμερα, σε επεξεργασμένη μορφή, τις ομιλίες που έκαναν ο Στέφανος Δημητρίου (Φιλοσοφική Ιωαννίνων), ο Νίκος Κωνσταντόπουλος και ο Νίκος Παρασκευόπουλος (Νομική ΑΠΘ), με συντονιστή τον Δημήτρη Χασάπη (Πανεπιστήμιο Αθηνών), στην εκδήλωση που οργάνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ (Αθήνα, 14.5.2013).

Στρ. Μπ.  

   

Πωλ Σεζάν, «Πέντε λουόμενες», 1878

Πωλ Σεζάν, «Πέντε λουόμενες», 1878

Η άμεση απειλή επιβολής αυτοδίκαιης αργίας στον αντιπρύτανη του ΑΠΘ Γ. Παντή αντιμετωπίστηκε από πολλούς σαν ακρότητα: αυτοδίκαιη αργία για μια υπερβολική δίωξη, ένα κινητό (που υποτίθεται ότι έδωσε), αντιπροσφορά σε μια συμφέρουσα τηλεοπτική προβολή του Πανεπιστημίου; Όχι δα! Καθώς όμως πολλές ανάλογες περιπτώσεις έχουν γίνει γνωστές, είναι πια σαφές ότι το «ακραίο» αποτελεί προϊόν μιας γενικευμένης πολιτικής, που θέτει στο στόχαστρο της απειλής κάθε εργαζόμενο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ασαφή πειθαρχικά παραπτώματα («ανάρμοστη συμπεριφορά»), καθώς και διώξεις εξαρτώμενες από ενδείξεις και την ανέλεγκτη εκτίμηση εισαγγελικών λειτουργών μπορούν να οδηγήσουν αυτόματα μεγάλο αριθμό εργαζόμενων στο δημόσιο σε αργία μεγάλης διάρκειας (μέχρι την αμετάκλητη δικαστική απόφαση, μετά από έτη), σε φτώχεια και ταπεινωτικό στιγματισμό.

Η γενικευμένη αυτή πολιτική απειλής μπορεί να ενταχθεί στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική κατά του δημόσιου τομέα. Όμως, αυτή η αναγωγή δεν είναι η μόνη δυνατή, ούτε αρκετή για να συνειδητοποιήσουμε το εύρος της εξελισσόμενης πολιτικής. Πρόκειται για πολιτικοκοινωνική εξέλιξη ευδιάκριτη από τις απαρχές της νέας χιλιετίας: σταθεροποιείται ένα σύστημα που στοχεύει από πολλές γωνίες τους πολλούς. Το υποκείμενό του, λογικά, θα είναι ολιγαρχικό. Αντίστοιχα, το σύστημα-στόχος δεν μπορεί παρά να εκφράζεται με σχέσεις και θεσμούς δημοκρατίας.

Από το 2001 έως την έναρξη της διεθνούς οικονομικής κρίσης (2006) ξεδιπλώθηκε η επίθεση κατά του κράτους δικαίου. Στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, του οργανωμένου εγκλήματος, της εμπορίας ανθρώπων, υπαρκτών δηλαδή απειλών, καταρρίπτονται διαδοχικά οι φραγμοί των ατομικών δικαιωμάτων. Η έννοια του υπόπτου διευρύνεται, η αστυνομία κερδίζει έδαφος έναντι του δικαστικού μηχανισμού, η μηδενική ανοχή έναντι της αναλογικότητας, ο κύκλος του εγκλεισμού ανοίγει και γίνεται ποικιλώνυμος (κέντρα φιλοξενίας, ασφαλιστική κράτηση), η ηλεκτρονική παρακολούθηση γενικεύεται κ.λπ. Η βία εντωμεταξύ δεν μειώνεται, ίσα-ίσα πολλαπλασιάζεται, επιβεβαιώνοντας ότι τα πλήγματα στους πολλούς δεν είναι μέσο καταπολέμησης του εγκλήματος αλλά αυτοσκοπός.

Με την οικονομική κρίση και το κράτος δικαίου ήδη επαρκώς εξασθενημένο, ξεδιπλώνεται η δεύτερη φάση. Τώρα πλήττεται το κράτος πρόνοιας: παιδεία, περίθαλψη, πολιτισμός για τους πολλούς. Αν κρίνουμε από τον συντονισμό αυτής της φάσης, η ικανή να φοβίζει τον μέσο υπάλληλο αυτοδίκαιη αργία ίσως άργησε να εμφανιστεί. Συνέχεια ανάγνωσης

Πίσω απ’ τα λόγια

Standard

Η «ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΑΡΓΙΑ» ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ-2

του Νίκου Α. Κωνσταντόπουλου

Έργο του  Χάιντς Φουξ, 1919

Έργο του Χάιντς Φουξ, 1919

Πρέπει διαρκώς και σοβαρά να λογαριάσουμε πώς καταπέσαμε στο σημερινό κατάντημα και τι σημαίνει αυτή η πολιτισμική αναδίπλωση της πατρίδας μας, για τη θέση της στον 21ο αιώνα.

Σ’ αυτή την περίοδο, που μοιάζει να περπατάμε στα κουτουρού, φλυαρώντας ακατάσχετα, με τσόφλια λόγου, περιδεείς και σαστισμένοι για το παρόν και το μέλλον, εξακολουθητικά αυτάρεσκοι και ιδιοτελείς, μέσα στη νευρωτική και ανταλλακτική δημοσιότητα, καλό και χρήσιμο θα ήταν να λογαριάσουμε «τα μεγάλα λόγια που φωνάξαμε στους δρόμους, τις μικρές αλήθειες που αποσιωπήσαμε στον εαυτόν μας», όπως λέει ο Τάσος Λειβαδίτης.

Μπροστά στη δραματική αδυναμία του πολιτικού συστήματος να διαχειρισθεί τις νοσηρότητες του και να απεγκλωβιστεί απ’ τις ψευδείς συνειδήσεις, το άθλιο πολιτικό ήθος και τα νόθα μοντέλα που διέπλασε στον δημόσιο βίο, επιβάλλεται η ριζοσπαστική αυτογνωσία και η ουσιαστική ανάληψη ευθυνών. «Το γνώθι σαυτόν» και το «λόγον διδόναι», η ιστορική αυτογνωσία με αυτοκριτική και λογοδοσία, αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο κοινωνικής συνοχής και πολιτικής συνειδητοποίησης, για να σταθεί η χώρα στα πόδια της και για να αναδιαρθρωθούν, δομικά, κοινωνικές συνθήκες, πολιτικοθεσμικές σχέσεις και ηθικοπνευματικές στάσεις ζωής.

Ο καιρός περνάει και η ελληνική πολιτεία ολοένα και περισσότερο δίνει την εικόνα της «μεταλλαγμένης δημοκρατίας», με αποκορύφωμα της εκφυλιστικής της αλλοίωσης τον μνημονικό λόγο των κατεστημένων κύκλων, που σχετικοποιούν και αλλοτριώνουν ακόμα πιο προκλητικά τον εαυτό τους, διακηρύσσοντας την επιδίωξη μιας «δημοκρατίας με περιορισμένες ίσως εξουσίες και αρμοδιότητες, για τον εξορθολογισμό του μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτισμού μας». Συνέχεια ανάγνωσης

Η κατάρρευση της δικαιοκρατικής αρχής

Standard
Η «ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΑΡΓΙΑ» ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ-3

του Στέφανου Δημητρίου

Πάμπλο Πικάσο, "Λουόμενοι που στεγνώνουν", 1909

Πάμπλο Πικάσο, «Λουόμενοι που στεγνώνουν», 1909

«Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: Υποθέτω ότι δέχεσθε ότι όσοι ασκούν δημόσια αξιώματα ή καθήκοντα οφείλουν με τη συμπεριφορά τους να τιμούν τον θεσμό που υπηρετούν. Οι φορείς των θεσμών υπάρχουν και λειτουργούν χάριν του θεσμού και φροντίζουν για το κύρος και το συμφέρον του». Με τα παραπάνω λόγια, ο αρμόδιος υπουργός δικαιολόγησε την αντίδρασή του στην τροποποίηση του N. 4093/12. Η παραδοχή είναι ορθή. Και, δεχόμενοι αυτή την παραδοχή, δεχόμαστε και ότι το μέτρο της «αυτοδίκαιης αργίας» υπάγεται στη διασφάλιση ενός αγαθού: του συμφέροντος της διοίκησης. Αυτός είναι ο σκοπός, ενώ η «αυτοδίκαιη αργία» είναι το μέσον. Συνεπώς, ό,τι και αν υποστηρίξει κανείς σχετικά, προϋποτίθεται ο καθορισμός της συνάφειας μέσου προς σκοπό. Αυτή η συνάφεια συνιστά το κριτήριο νομιμοποίησης των κρατικών αποφάσεων, άρα και κριτήριο για τον έλεγχο του μέτρου της «αυτοδίκαιης αργίας».

Ας αναρωτηθούμε τώρα: Είναι το μέτρο δίκαιο και κατάλληλο; Θα πρέπει να το συνδυάσουμε με την απαξία της «ανάρμοστης συμπεριφοράς», η οποία συνιστά λόγο για αυτοδίκαιη αργία. Είναι αόριστη έννοια, όπως και το «προσήκον ήθος» (άρθρο 23 Υπ. Κωδ.). Διακριβώνουμε λοιπόν τη φύση του προβλήματος: τη σύγκρουση έννομων συμφερόντων. Η έλλειψη κριτηρίου προσδιοριστικού της συνάφειας ανάμεσα σε υπηρεσιακό αδίκημα και στο ότι μπορεί να υπαχθεί σε αυτή την κατηγορία –και να τεθεί σε αυτοδίκαιη αργία– υπάλληλος που μηνύθηκε για απλή οικονομική διαφορά ή επειδή δεν υπέκυψε σε εκβιασμό από ιδιώτη ή επειδή η συνδικαλιστική και πολιτική του δραστηριότητα δεν είναι αρεστή, ακόμη και για προσωπικές διαφορές, πλήττει αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού: την ελεύθερη εκδήλωση του φρονήματος, ενώ μπορεί να περιστείλει τη συνδικαλιστική ή πολιτική δραστηριότητα ως έκφραση της αρχής του ίσου πολιτικού αυτοκαθορισμού των πολιτών, μηδέ των δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών εξαιρουμένων. Συνέχεια ανάγνωσης

Να ξανασκεφτούμε τον Άγγελο Ελεφάντη

Standard

ΠENTE ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ Α. ΕΛΕΦΑΝΤΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΡΚΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑ

Μια συζήτηση με τον Χάρη Γολέμη και τον Αριστείδη Μπαλτά

με αφορμή την εκδήλωση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς «Ένα κρασί για τον Άγγελο», την Τρίτη 4 Ιουνίου

επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος

Kυριάκος Κατζουράκης, «Ο αριστερός Αρχάγγελος», από τη σύνθεση «Τέμπλο», 1992-1994. Ο πίνακας κοσμεί το εξώφυλλο του τόμου «Για τον Άγγελο»,  που μόλις εξέδωσε το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς

K. Κατζουράκης, «Ο αριστερός Αρχάγγελος», από τη σύνθεση «Τέμπλο», 1992-1994.

Πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν την Τετάρτη 29 Mαΐου από τον θάνατο του Άγγελου Ελεφάντη και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς  μας καλεί, μεθαύριο Τρίτη, στην αυλή του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, στο Θησείο, σε μια βραδιά με τίτλο «Ένα κρασί για τον Άγγελο», όπου θα συζητήσουμε για τον Άγγελο, τον Πολίτη και την πολιτική (προηγήθηκε, την Τρίτη 28.5, η εκδήλωση που οργάνωσε ο «Πουλαντζάς» μαζί με τους Φίλους του περιοδικού Ο Πολίτης στην Πάτρα, με πρωτοβουλία της Βαρβάρας Δεσποινιάδου, και ομιλητές τη Σία Αναγνωστοπούλου, τον Γιάννη Ζαρκάδη και τον Στρατή Μπουρνάζο). Την Τρίτη, «με τον τρόπο του Άγγελου Ελεφάντη», θα ανταμώσουμε, θα πιούμε, θα τραγουδήσουμε και θα μιλήσουμε. Επίσης, θα πάρουμε στα χέρια μας το βιβλίο Για τον Άγγελο. Στη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη, 1936-2008 (έκδοση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς) μια συναγωγή κειμένων για τον Άγγελο και τον Πολίτη, γραμμένων λίγο μετά τον θάνατό του, το οποίο μόλις εκδόθηκε. Με την ευκαιρία της εκδήλωσης μιλήσαμε με τον Χάρη Γολέμη και τον Αριστείδη Μπαλτά, διευθυντή και πρόεδρο αντίστοιχα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Τη συζήτηση την είχαμε προγραμματίσει να γίνει στο εντευκτήριον των «Ενθεμάτων» ή στον «Πουλαντζά». Πλην όμως, τελικά, διεξήχθη στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο, όπου βρέθηκε ο Αριστείδης για εξετάσεις. Μάχιμος, στο κρεβάτι και τις πολυθρόνες του πόνου, συζήτησε με τον Χάρη — σε συνθήκες ελαφρώς διαφορετικές, είναι αλήθεια, από την αυλή της Κέκροπος, αλλά με ισοδύναμο πάθος και διάρκεια, όπως τότε.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

Το πρώτο τεύχος του "Πολίτη", Μάης 1976

Το πρώτο τεύχος του «Πολίτη», Μάης 1976

Αριστείδης Μπαλτάς: Πέντε χρόνια απουσίας είναι πολλά – ιδίως όταν ο πολιτικός χρόνος είναι τόσο πυκνός, και γενικά, αλλά και ειδικότερα για την Αριστερά. Εγώ προσωπικά, αλλά και πολλοί άλλοι, είχαμε πολλές φορές το ερώτημα, στα χρόνια αυτά, τι θα έλεγε ο Άγγελος για το ένα ή το άλλο, πώς θα τοποθετούνταν στο δείνα, τι καινούργια ιδέα θα μας έφερνε. Σκεφτήκαμε να γίνει μια ανοιχτή κουβέντα επ’ αυτού. Όχι με τη μορφή της τυπικής επετειακής εκδήλωσης («τι σπουδαίος διανοούμενος ήταν» κλπ. κλπ.), αλλά με έναν τρόπο που του ταιριάζει – άρα με ένα κρασί. Το ξέρετε, οι πιο ενδιαφέρουσες και μακρές συζητήσεις με τον Άγγελο γίνονταν στο κρασί. Και ελπίζουμε ότι η εκδήλωση της Τρίτης θα πάρει και αυτό τον χαρακτήρα.

Χάρης Γολέμης: Ακόμα κι αν θα διαφωνούσαμε σε κρίσιμα θέματα, η παρουσία του σήμερα θα ήταν καθοριστική. Η συζήτηση μαζί του, ακόμα και οι καυγάδες, άνοιγαν δρόμους, ιδιαίτερα σε θέματα της στρατηγικής της Αριστεράς.

 Α. Μπαλτάς: Άνοιγε τη συζήτηση σε έναν ορίζοντα έλλογης συμφωνίας.

Χ. Γολέμης: Πολλές από τις σημαντικότερες συζητήσεις που έχουμε κάνει με τον Άγγελο ήταν τρώγοντας και πίνοντας. Είτε στον σπίτι του είτε στο εστιατόριο του «Τζάρου» στην Πλάκα είτε στο μέσα δωμάτιο των γραφείων του Πολίτη στη Ζωναρά είτε στα φεστιβάλ. Ο Άγγελος ήταν παρών σε όλα τα φεστιβάλ, από τα πρώτα της Αυγής-Θούριου μέχρι τα αντιρατσιστικά. Και δεν πήγαινε απλώς, αλλά έψηνε σουβλάκια, έκοβε αποδείξεις, έβγαζε τις μπύρες από τα βαρέλια.

Η εκδήλωση της Τρίτης είναι ένα πρώτο βήμα σε μια γενικότερη αποτίμηση του έργου του. Θυμίζω, εδώ, ότι ο Άγγελος Ελεφάντης υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς από την ίδρυσή του μέχρι τη μέρα που πέθανε. Ήδη έχουμε κάνει κάποιες προκαταρκτικές συζητήσεις με τον Σπύρο Ασδραχά και τα ΑΣΚΙ, που θα μπορούσαν να καταλήξουν στην οργάνωση ενός «συνεδρίου», όπου θα ερευνούσαμε και θα συζητούσαμε πιο επισταμένα την όλη πολιτική και πολιτισμική συνεισφορά του στην ελληνική Αριστερά αλλά και γενικότερα. Προς θεού, δεν έχουμε στο μυαλό μας ένα κλασικό πανεπιστημιακό συνέδριο! Όταν πέθανε ο Νίκος Πουλαντζάς, ο Άγγελος στην Αυγή τόνιζε την πολιτική παρέμβαση που έκανε με τα γραπτά του ο φίλος και σύντροφός του ως μαχητής της Αριστεράς, σαρκάζοντας εκείνους που ήθελαν να ασχοληθούν απλώς ακαδημαϊκά με το έργο του, στο πλαίσιο κάποιας έδρας… «πουλαντζολογίας». Δεν θα τιμούσαμε τη μνήμη του, λοιπόν, αν κι εμείς κάναμε ένα συνέδριο… «ελεφαντολογίας».

politis-61neo1Σε ποια λογική, λοιπόν, σήμερα, θα πούμε ότι πρέπει να ξαναδιαβάσουμε, οι αριστεροί, τον Ελεφάντη (όπως έγραφε ο Άγγελος για τον Αλτουσέρ και τον Πουλαντζά), και ιδίως οι νεότεροι; Γιατί να ξαναδιαβάσουν τα κείμενα του Ελεφάντη, και γενικότερα τον Πολίτη;

Α. Μπαλτάς: Προτείνω να κάνουμε ένα νοητικό πείραμα, όπως λένε οι φυσικοί. Παίρνουμε το τεύχος 5, λ.χ., του Πολίτη, αφαιρούμε κάποια κείμενα και αναφορές στενά συνδεδεμένες με την επικαιρότητα, πιθανόν και μερικά ονόματα πολύ αναγνωρίσιμα. Και το κυκλοφορούμε σαν τεύχος με κείμενα που γράφτηκαν σήμερα. Αν τα ξαναδιαβάσουμε χωρίς ημερομηνία και υπογραφές, θα δούμε πόσο δραστικά είναι σήμερα, θα ανακαλύψουμε στοιχεία διαχρονικότητας που τα έχει καλύψει η τύρβη. Σε αυτή τη λογική, λοιπόν, προφανώς να διαβάζουμε Ελεφάντη αλλά όχι για να κάνουμε διατριβές περί του έργου του. Στον Πολίτη, θα το θυμάστε, έλεγε, «δεν θέλουμε τα άρθρα που γράφονται για να γίνουν οι συγγραφείς τους επίκουροι».

Χ. Γολέμης: Πριν αναφερθούμε στις ιδεολογικές και πολιτικές τομές που έκανε με τη σκέψη του στην εποχή που έζησε, τις οποίες πρέπει να γνωρίζουμε γιατί αποτελούν μέρος της ιστορίας της Αριστεράς του τόπου μας, υποστηρίζω ότι υπάρχει ένας βασικός λόγος για να διαβάζουν οι νεότεροι τα κείμενα του Ελεφάντη: να μάθουν πώς ένας αριστερός μπορεί να γράφει καλά, να γράφει κείμενα που χαίρεσαι να τα διαβάζεις. Και, επίσης, πώς μπορείς να είσαι συγκρουσιακός με έναν επιθετικά κόσμιο τρόπο. Τα γραφτά του είναι υπόδειγμα ευγενούς αλλά αμείλικτης πολεμικής — διακριτά από τις προσωπικές του σχέσεις, όπου πολλές φορές μπορούσε να είναι τραχύς, σκληρός. Συνέχεια ανάγνωσης

Ηθογραφία, ηθικολογία και δογματισμός

Standard

 Οι όροι της κριτικής ή ένας διάλογος που δεν έγινε

της Έφης Γιαννοπούλου

Πάμπλο Πικάσο, «Νεκρή φύση με μαντολίνο και κιθάρα», 1924

Πάμπλο Πικάσο, «Νεκρή φύση με μαντολίνο και κιθάρα», 1924

 Δικαιολογεί άραγε η αγάπη και ο σεβασμός μας για τη λογοτεχνία τις προσδοκίες μας από τους συγγραφείς; Το αίτημά μας να εκφέρουν λόγο για μας και τα προβλήματά μας, να συντονίζονται με τα πάθη της κοινωνίας; Τα τελευταία τρία χρόνια η παρουσία στον δημόσιο διάλογο των συγγραφέων και γενικότερα των ανθρώπων του πολιτισμού συχνά γεννά έντονες αντιδράσεις και πολώσεις. Ίσως όμως θα είχε ενδιαφέρον να προσεγγίσει κανείς το θέμα όχι με βάση μια κάπως μεταφυσική ιδέα για τη μοναδικότητα και την ευαισθησία του δημιουργού αλλά περιγράφοντας έξεις και διαθέσεις που συνδέονται με τη θέση του τόσο στο λογοτεχνικό πεδίο όσο και στο ευρύτερο πεδίο της εξουσίας.

Αυτό επιχειρήσαμε να κάνουμε με τον Θεόφιλο Τραμπούλη, σε μια σειρά τεσσάρων κειμένων που δημοσιεύτηκαν από το Δεκέμβριο του 2012 μέχρι τον Απρίλιο του 2013 στο περιοδικό Unfollow, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, κυρίως τη γενιά πεζογράφων που αναδείχθηκε γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Συνέχεια ανάγνωσης

Η καρδιά χτυπάει αριστερά

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Νίκου Σαραντάκου

Μαρκ Σαγκάλ, «Επανάσταση», 1937 (λεπτομέρεια)

Μαρκ Σαγκάλ, «Επανάσταση», 1937 (λεπτομέρεια)

 Στο προηγούμενο, πασχαλινό μας άρθρο είχαμε λεξιλογήσει γύρω από το κόκκινο χρώμα, οπότε ταιριάζει τώρα να εξετάσουμε τα λεξιλογικά της αριστεράς, της πολιτικής παράταξης εννοώ. Αμέσως βλέπουμε την πρώτη ιδιαιτερότητα του όρου: η Αριστερά, σαν λέξη, διατηρεί την καθαρευουσιάνικη κατάληξή της· κι ενώ το θηλυκό του επιθέτου «αριστερός» είναι «αριστερή», και λέμε, π.χ., για αριστερή πολιτική, αριστερή συμμαχία ή αριστερή συσπείρωση, όταν έχουμε το ουσιαστικοποιημένο επίθετο και θέλουμε να αναφερθούμε στην παράταξη, τότε υιοθετούμε τον καθαρεύοντα τύπο, η Αριστερά, και κανείς ποτέ δεν διανοήθηκε να πει «η Αριστερή», με εξαίρεση μερικούς αντίθετους που ειρωνεύονται, όχι και πολύ πρωτότυπα, τη χρήση δημοτικών τύπων (αλλά η σχέση Αριστεράς και γλώσσας είναι ένα άλλο ενδιαφέρον ζήτημα που αξίζει χωριστό άρθρο). Συνέχεια ανάγνωσης