Ηθογραφία, ηθικολογία και δογματισμός

Standard

 Οι όροι της κριτικής ή ένας διάλογος που δεν έγινε

της Έφης Γιαννοπούλου

Πάμπλο Πικάσο, «Νεκρή φύση με μαντολίνο και κιθάρα», 1924

Πάμπλο Πικάσο, «Νεκρή φύση με μαντολίνο και κιθάρα», 1924

 Δικαιολογεί άραγε η αγάπη και ο σεβασμός μας για τη λογοτεχνία τις προσδοκίες μας από τους συγγραφείς; Το αίτημά μας να εκφέρουν λόγο για μας και τα προβλήματά μας, να συντονίζονται με τα πάθη της κοινωνίας; Τα τελευταία τρία χρόνια η παρουσία στον δημόσιο διάλογο των συγγραφέων και γενικότερα των ανθρώπων του πολιτισμού συχνά γεννά έντονες αντιδράσεις και πολώσεις. Ίσως όμως θα είχε ενδιαφέρον να προσεγγίσει κανείς το θέμα όχι με βάση μια κάπως μεταφυσική ιδέα για τη μοναδικότητα και την ευαισθησία του δημιουργού αλλά περιγράφοντας έξεις και διαθέσεις που συνδέονται με τη θέση του τόσο στο λογοτεχνικό πεδίο όσο και στο ευρύτερο πεδίο της εξουσίας.

Αυτό επιχειρήσαμε να κάνουμε με τον Θεόφιλο Τραμπούλη, σε μια σειρά τεσσάρων κειμένων που δημοσιεύτηκαν από το Δεκέμβριο του 2012 μέχρι τον Απρίλιο του 2013 στο περιοδικό Unfollow, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, κυρίως τη γενιά πεζογράφων που αναδείχθηκε γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Στόχος μας ήταν να καταδείξουμε τη σχέση μεταξύ του δημόσιου λόγου που εκφέρουν αυτοί οι συγγραφείς σήμερα (και όχι μόνο) αφενός με τη λειτουργία τους μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο και αφετέρου με την καθαρά λογοτεχνική τους παραγωγή. Δεν ήταν στόχος μας ωστόσο ούτε να ασκήσουμε λογοτεχνική κριτική με τον τρόπο που συνηθίζεται στα καθ’ ημάς, δηλαδή να αποφανθούμε ποιος είναι καλός ή κακός συγγραφέας, ούτε να συνδέσουμε το λογοτεχνικό έργο με τις πολιτικές απόψεις των δημιουργών του. Εξ ου και μεταξύ των συγγραφέων στους οποίους αναφερθήκαμε βρέθηκαν συγγραφείς και της μιας και της άλλης πλευράς. Τι προσπαθήσαμε να κάνουμε όμως;

Ξεκινώντας από τη θεωρία του πεδίου του Πιερ Μπουρντιέ και τη διάκριση αυτόνομου και ετερόνομου πόλου μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο, υποστηρίξαμε πως την περίοδο εκείνη (τη λεγόμενη σήμερα «της πλαστής ευημερίας») αναδείχθηκε και καταξιώθηκε με τρόπο ετερονομικό μια γενιά λογοτεχνών και κατασκευάστηκε μια ταμπέλα «συγγραφέας», που προσέφερε στον εκάστοτε κάτοχό της το διαβατήριο συμμετοχής στον δημόσιο διάλογο. Καλεσμένοι σε τηλεοπτικά πάνελ, τακτικοί ή αυθόρμητοι πολιτικοί σχολιαστές, διαμορφωτές γνώμης αλλά και βιοτικού ύφους, οι εν λόγω συγγραφείς απέκτησαν μια «εγκυρότητα» ευρύτερη του λογοτεχνικού πεδίου και του έργου τους. Συνδέσαμε αυτό το γεγονός με τις γενικότερες συνθήκες που επικράτησαν το ίδιο διάστημα στην Ελλάδα, αίτημα εξευρωπαϊσμού και εκμοντερνισμού της ελληνικής κοινωνίας, κυριαρχία της ιδιωτικής τηλεόρασης, των free press, της δημοσιογραφίας του life style, αλλά και της γενικότερης εμπορικής άνθησης της εκδοτικής δραστηριότητας (με την εμφάνιση όρων όπως το best seller ή το ελληνοπρεπέστερο «ευπώλητο»).

Με λογοτεχνικούς όρους μιλήσαμε για μια αστική ηθογραφία μεταρεαλιστικής πνοής, κάτι που είναι εμφανές τόσο στους προγόνους και τους δασκάλους που διεκδικούν οι συγγραφείς αυτοί, όσο και στην καχυποψία τους απέναντι σε κάθε «αναστοχασμό», αλλά και στην άγνοια των κατακτήσεων των θεωρητικών επιστημών (κοινωνικές επιστήμες, ψυχανάλυση, μεταστρουκτουραλιστικές σπουδές) και του τρόπου με τον οποίο αυτές έχουν ενσωματωθεί στη σύγχρονη λογοτεχνία παγκοσμίως. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που χρησιμοποιήσαμε στα κείμενα, ήταν ο τρόπος που διαβάστηκε (και μάλλον φαιδρά παραναγνώστηκε) ένα μείζον μετανεωτερικό μυθιστόρημα όπως η Ελίζαμπεθ Κοστέλλο του Τζ. Μ. Κούτσι από ομάδα νέων ελλήνων συγγραφέων. Παράλληλα, εξετάσαμε το ρόλο και το λόγο των λογοτεχνικών περιοδικών που φιλοξένησαν και ανέδειξαν αυτήν τη γενιά σε βάθος χρόνου, αλλά και ασυνέχειες εντός του ευρύτερου πεδίου της πολιτιστικής παραγωγής με βασική αναφορά στη σχέση του λογοτεχνικού και του εικαστικού πεδίου, που στο παρελθόν ποικιλοτρόπως συμπορεύτηκαν και σήμερα μοιάζουν να αγνοούν παντελώς το ένα το άλλο.

Δεν μιλήσαμε ωστόσο για κακή λογοτεχνία, αλλά κυρίως για μια ταύτιση της λογοτεχνίας με το story telling, όπου η αξία της μετριέται κατά κύριο λόγο από το κατά πόσον «ρουφιέται από τον αναγνώστη», κατά πόσον διαθέτει συναρπαστική πλοκή και καταγράφει με σχετική αληθοφάνεια το πραγματικό. Και επισημάναμε ότι ο θυμικός και συχνά ηθικολογικός τρόπος με τον οποίο οι εκπρόσωποί της συμμετέχουν σήμερα στον δημόσιο διάλογο, ανεξάρτητα από το πολιτικό του πρόσημο, δεν είναι άσχετος ούτε με το λογοτεχνικό τους έργο ούτε με τις συνθήκες καταξίωσής τους στο παρελθόν. Με δυο λόγια, ότι δεν διαφέρει σημειολογικά ο αμφιθυμικός αυτοπροσδιορισμός του Πέτρου Τατσόπουλου ως «μπαρμπα-Θωμά» με τη νοσταλγία της παλιάς Αθήνας, της ανοιχτής μπαλκονόπορτας και του Βουτσά που χορεύει σουίνγκ της Σώτης Τριανταφύλλου, όπως δεν διαφέρει ειδολογικά και το λογοτεχνικό τους έργο. Ή ότι δεν είναι διαφορετικοί οι όροι που ανάγουν σε μείζον θέμα συζήτησης τις δηλώσεις του Γιάννη Πλούταρχου για τη Χρυσή Αυγή και τα «προκλητικά» στάτους του Χρήστου Χωμενίδη στα social media, όσο κι αν διακρίνουμε προφανώς τη διαφορά μεταξύ των δύο.

Τέλος, επιχειρήσαμε σε πολύ αδρές γραμμές να σκιαγραφήσουμε κάποια χαρακτηριστικά της νέας γενιάς λογοτεχνών που με εντελώς διαφορετικούς όρους αναδεικνύεται σήμερα, ενώ αναφερθήκαμε και σε συγγραφείς που εμφανίστηκαν παράλληλα με τους προαναφερθέντες αλλά αφενός διεκδίκησαν με άλλους όρους τη λογοτεχνικότητα, αφετέρου παρέμειναν αφανείς για το χώρο των μίντια και το πλατύ κοινό.

Ωστόσο η ακραία πόλωση ως συνθήκη μέσα στην οποία εμφανίστηκαν τα κείμενά μας, ευνόησε πολλαπλώς τις παραναγνώσεις. Κι αν κάποιοι από αυτούς που τα εγκωμίασαν τα είδαν ως όπλο στις τρέχουσες αντιπαραθέσεις, άλλοι θεώρησαν πως επαγγελλόμαστε έναν νέο δογματισμό, μια εξ αριστερών λογοκρισία του λογοτεχνικού έργου. Διαβάσαμε έτσι με έκπληξη το κείμενο του Νικόλα Σεβαστάκη «Το ήθος της κριτικής» στην Αυγή (5.5.2013) και με λιγότερη του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου σε ιστότοπο, διαδικτυακή συνέχεια του περιοδικού Διαβάζω (www.oanagnostis.gr, «Ένας καινούργιος δογματισμός»). Δεν είναι μόνο ότι ξαφνικά κατηγορούμαστε ως ζντανοφικοί λογοκριτές ή Αυγέρηδες, ούτε ότι μας καταλογίζεται έλλειψη γενναιοδωρίας απέναντι στον «αντίπαλο» (κι ας μην τον υποδείξαμε ποτέ ως τέτοιο). Είναι ότι μπερδεύονται στην παρανάγνωση αυτή ο δογματισμός με την περιγραφή και την ανάλυση των όρων και των συνθηκών ενός φαινομένου. Κι ότι, αντί να ανοίξει ένας διάλογος, προτιμήθηκε η ηθικολογική ρητορική της γενναιοδωρίας ή η καταγγελία μιας δήθεν λογοκρισίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τέτοιες παραναγνώσεις γίνονται συχνά στις μέρες μας. Πρόσφατο παράδειγμα, η (δήθεν) «λογοκρισία» που άσκησε η Ανοιχτή Συνέλευση του Θεάτρου Εμπρός στον Γιάννη Σολδάτο.

Όμως η λογοκρισία προϋποθέτει εξουσία και δυνατότητα επιβολής. Ακόμη και η αναφορά στον Αυγέρη, αγνοεί πως η κριτική «παντοδυναμία» του εκπορευόταν ακριβώς από τη θέση του μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο υποπεδίο, αυτό της αριστερής διανόησης, και ότι ως λογοκρισία την υφίσταντο όσοι ανήκαν στο πεδίο αυτό, οι ομοϊδεάτες του δηλαδή. Γι’ αυτό και η ιστορική αναλογία θα μπορούσε εύκολα να αντιστραφεί. Τυπικά, επειδή μας λείπει μια τέτοια εξουσία· επί της ουσίας, επειδή, επιχειρώντας να συνδέσουμε λογοτεχνικές μορφές με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που τις διαμόρφωσαν και με το δημόσιο λόγο των δημιουργών τους, αυτό που υπερασπιστήκαμε ήταν η αναζήτηση νέων μορφών και η αυτονομία του λογοτεχνικού πεδίου, και επ’ ουδενί οποιαδήποτε ιδεολογικοπολιτική στράτευση. Ξεπερασμένος λογοτεχνικά είναι τόσο ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός όσο και η αστική ηθογραφία, όπως συντηρητική στο επίπεδο της κριτικής δεν είναι μόνο η ζντανοφική λογοκρισία αλλά και η κομφορμιστική ηθικολογία. Και τα δύο υπονομεύουν κάθε διάλογο που επιδιώκει να υπερβεί στείρες αξιολογικές κρίσεις και αφορισμούς, αλλά και την υπερβατική θεώρηση της λογοτεχνίας ως «ιερής αγελάδας».

 

Η Έφη Γιαννοπούλου είναι μεταφράστρια και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Unfollow»

3 σκέψεις σχετικά με το “Ηθογραφία, ηθικολογία και δογματισμός

  1. Η έλλειψη εξουσίας αποτελεί μεν επιχείρημα αλλά δεν αποτελεί απόδειξη για την απαλειφή της πρόθεσης να λογοκρίνει κανείς. Κάτι τέτοιο θα αφορούσε μόνο τις δομές εκείνες που απο θέση κατέχουν και τη μία και την άλλη δυνατότητα. Μη σχετιζόμενες μορφές λογοκρισίας με το dispositiv του δημόσιου λόγου αποτελεί λ.χ. η σιωπή. Η όμως μεγαλύτερη αντίρρηση που έχω σε όσα διατυπώνετε, αφορά την «αυτονομία της λογοτεχνίας». Κατα τη δική μου αντίληψη μπορεί η συνύφανση λογοτεχνικού και πολιτικού πεδίου να ναρκοθετεί ή και να καταστρατηγεί το λογοτεχνικό πεδίο. Ουδέποτε όμως μπορεί μια τέτοια συνθήκη να αντικρουστεί με την υπεράσπιση μιάς ή πίστη σε μιά «αυτόνομη λογοτεχνία». Αφενός διότι η λογοτεχνία καθρεφτίζει τις κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους με φίλτρα πολλαπλά υποκειμενικά, κάτι που την καθιστά αγαθό εξορισμού, αφετέρου – και αυτό νομίζω αποτελεί και την κεντρική έλλειψη των κειμένων σας – η απήχησή της μεσολαβείται απο παραμέτρους της μεταμοντέρνας καταναλωτικής συνθήκης, η οποία δεν συνιστά αναγκαστικά συνήγορο του λόγου.

  2. Πίνγκμπακ: ΟΙ ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ Ή ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ | Τεχνηέντως

  3. Οι στόχοι του συνταξιοδοτικού συστήματος δεν τοποθετούνται εκτός κανονιστικού πεδίου, αλλά συνδέονται με τις θεμελιώδεις συναινέσεις -όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο Σύνταγμα-, καθώς επίσης και με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας μας (Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας, Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, Ευρωπαϊκός Κώδικας Κοινωνικής Ασφάλειας, Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων).

Γράψτε απάντηση στο nigh Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s