Για την κουλτούρα του νέου ριζοσπαστισμού

Standard

 ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ –  ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

 του Νικόλα Σεβαστάκη

Ανρί Ματίς, από την ενότητα «Τζαζ», 1943

Ανρί Ματίς, από την ενότητα «Τζαζ», 1943

Μετά από καιρό επανέρχομαι στα φιλόξενα ύδατα των «Ενθεμάτων». Με κάποιες σκέψεις για τα αποτυπώματα της κρίσης στο ήθος του ριζοσπαστισμού, εννοείται φυσικά του αριστερού ριζοσπαστισμού.

 Ποια είναι η συγκεκριμένη αιχμή αυτού του προβληματισμού; Πολλούς μήνες τώρα με απασχολεί το ποιες αισθητικές κλίσεις και αναγνωστικές πρακτικές αναπτύσσονται κάτω από τους κλυδωνισμούς της κρίσης. Αντλώ κυρίως από τις εμπειρίες μου στo πανεπιστήμιο κυρίως όμως από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε ιδιωτικές και δημόσιες συζητήσεις με ανθρώπους, κατά τεκμήριο νεότερους στην ηλικία, οι οποίοι κινούνται στους χώρους της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Έχω διαπιστώσει λοιπόν το εξής: στο ευρύ πεδίο της κουλτούρας βλέπω να αναβιώνουν στάσεις δογματικής σκλήρυνσης σε ιδέες και συναισθήματα. Συναντώ έναν τύπο ριζοσπαστικού κοινού νου ο οποίος έχει την τάση να χειρίζεται όλες τις πληροφορίες και τα περισσότερα από τα ερεθίσματά του μέσα από ένα πρίσμα πολεμικό και εργαλειακό. Αυτό παράγει μια σειρά αποτελέσματα για την παιδεία του αριστερού: μεγάλες περιοχές της πολιτισμικής δημιουργίας αντιμετωπίζονται περίπου ως πολυτέλειες οι οποίες, σύμφωνα με το γνωστό «ιστορικό» επιχείρημα, δεν ανταποκρίνονται πια στις νέες κοινωνικές ανάγκες. Οποιαδήποτε σκέψη, έργο ή γλώσσα δεν παραπέμπει, με τον έναν ή άλλον τρόπο, στη διάφανη λογική ενός αιτήματος εναντίωσης ή μιας οπτικής της χειραφέτησης, χρεώνεται τα αμαρτήματα της παραπλανημένης ιδεολογίας: ατομικισμούς, αφελείς ανθρωπισμούς, «αστικές» ηθογραφίες κλπ. Ας πάω όμως σε ορισμένα, φαινομενικά σκόρπια, παραδείγματα-εικόνες.

 Συστήνοντας ας πούμε σε έναν ριζοσπάστη μεταπτυχιακό φοιτητή που έχει δηλώσει ότι τον ενδιαφέρει η ξένη λογοτεχνία να διαβάσει τον «Θρύλο του Αγίου Πότη» του Γιόζεφ Ροτ ή τον Επικίνδυνο Οίκτο του παρεξηγημένου ως «ελαφρού συγγραφέα» Στέφαν Τσβάιχ, είναι σα να απευθύνομαι στο κενό. Πολύ γρήγορα αντιλαμβάνομαι ότι αυτό δεν έχει να κάνει με την παλαιότητα των συγκεκριμένων παραδειγμάτων ούτε με το, αναμενόμενο γεγονός, ότι τα ονόματα δεν λένε σε όλους το ίδιο πράγμα. Το ίδιο συμβαίνει και όταν προτείνω τον Ίαν Μακ Γιούαν, τον Τζόναθαν Φράνζεν ή κάποιο από τα βιβλία του Πατρίκ Μοντιανό. Πολύ φοβάμαι ότι αν ο εν λόγω «αναγνώστης» μάθει ότι ο Ροτ κατέληξε νοσταλγός της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας ή ο Μάρτιν Έιμις υπήρξε οπαδός της επέμβασης στο Ιράκ, θα αδιαφορήσει ακόμα περισσότερο. Προτείνοντας, από την άλλη, μια εργασία για κάποιον ακατάτακτο πολιτικά ή και «αντιδραστικό» διανοητή του εικοστού αιώνα, εισπράττεις δυσφορία και ενόχληση. Γιατί; Ο ριζοσπάστης δεν θέλει να ξέρει ούτε και να καταλάβει κάτι που μοιάζει ξένο σώμα ή άσχετο με την εσωτερική σφαίρα της φυλής και των αξιολογήσεών της. Αν εξαιρέσει κανείς τα τρία τέσσερα διάσημα ονόματα που παίζουν στο prime time της ανατρεπτικής θεωρίας, πλείστες άλλες περιοχές κοινωνικών και πολιτικών ιδεών, της μυθοπλασίας και της τέχνης δεν ενδιαφέρουν καθόλου. Ούτε ως αντικείμενα γνωστικής περιέργειας ούτε κυρίως ως πηγές προσωπικής αυτοδημιουργίας.

Τι θέλω να πω με αυτά τα παραδείγματα που είναι μόνο μια παρανυχίδα του προβλήματος; Ότι έχει επανέλθει, ενίοτε καλυμμένο κάτω από μετανεωτερικά λεξιλόγια, το σχίσμα μεταξύ μιας κουλτούρας της φυγής και μιας κουλτούρας της κοινωνικής και πολιτικής αφύπνισης. Και όχι μόνο αυτό αλλά επιδρά πάντα στο σχηματισμό κρίσεων και ατομικών προτιμήσεων η ταλαίπωρη τομή μεταξύ υλικής βάσης και εποικοδομήματος. Η αισθητική εμπειρία μειώνεται είτε σε απλή διασκέδαση είτε, αν το περιβάλλον είναι ακαδημαϊκό, σε απλό παραπλήρωμα μιας πρωτοποριακής θεωρίας. Η «ανάγνωση» σπεύδει έτσι να υποκλιθεί σε εκείνες τις σελίδες από την πρόσφατη θεωρητική παραγωγή που χρησιμεύουν στην επιβεβαίωση της πολιτικής διάθεσης του «αναγνώστη».

Πνευματική και υπαρξιακή οπισθοχώρηση. Όλα αυτά συνιστούν για μένα ξεκάθαρη πνευματική και υπαρξιακή οπισθοχώρηση. Και δεν πρέπει να ενθαρρύνονται καθόλου. Στηρίζονται δε σε μεγάλο βαθμό σε ένα απλοϊκό αναποδογύρισμα των τάσεων που επικρατούσαν πριν δέκα δεκαπέντε χρόνια: η πολεμικότητα παίρνει την εκδίκησή της από τη μεσοαστική αμεριμνησία, οι αναφορές σε κοινότητες υποκαθιστούν τις αγωνίες για το άτομο και διάφορες εκδοχές ηρωισμού της απόφασης και της συλλογικής βούλησης αποτάσσονται πλέον τους μελαγχολικούς υποκειμενισμούς του χτες.

Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε λόγος που δεν εκδηλώνεται ως καταγγελία και ξεσκέπασμα, ως κραυγή διαμαρτυρίας ή αποστολή μηνύματος, χάνει τον λόγο της ύπαρξής του. Οι αφηγήσεις που αποτελούν απόπειρες κατανόησης ενός κόσμου, έστω ενός (μικρό)κοσμου εύθραυστων ατομικών πεπρωμένων, δεν θεωρούνται μέρος της νέας πολιτικοποίησης. Συχνά απορρίπτονται ως προβολές του νεοφιλελεύθερου εαυτού και των αυταπατών του. Η αναπότρεπτη λόγω των συνθηκών στροφή στη ζήτηση κοινωνικής και οικονομικής θεωρίας προβάλλει όλο και πιο διαχωρισμένη και στεγνή. Η πρόσβαση πολλών σε ερωτήματα της πολιτικής σκέψης ή σε ζητήματα ιδεολογικής κριτικής στεγανοποιείται από άλλα κοιτάσματα αφηγήσεων και μαρτυριών. Με άλλα λόγια, η ανθρώπινη εμπειρία συρρικνώνεται στα μέτρα αυτού που η παλιά γλώσσα ονόμαζε «βασικές αντιθέσεις». Τούτο βέβαια είναι μια επιμέρους έκφραση ενός ευρύτερου προβλήματος που αφορά το πώς εισέρχεται κανείς σήμερα σε πολιτικά ερωτήματα της συγχρονίας και της μακράς διάρκειας: το ανησυχητικό είναι πλέον η απόσπαση της θεωρίας από την ιστορία, ιδιαίτερα από μια πολιτισμική και διανοητική ιστορία. Εξαίρεση αποτελούν οι μάχες της μνήμης γύρω από τη δική μας δεκαετία του ΄40-’50 και οι πρόσφατες αναρριπίσεις ως προς τη μεταπολίτευση και τις κληρονομιές της. Για παράδειγμα είναι βέβαιο πως η εκδοτική επιτυχία των βιβλίων για την ιστορία της ΟΠΛΑ δεν θα συγκρίνεται με την εκδοτική ατυχία πολύ σημαντικών κειμένων της ευρωπαϊκής ιστορίας όπως το πρόσφατα μεταφρασμένο πόνημα Διά πυρός και σιδήρου (για τον ευρωπαϊκό εμφύλιο πόλεμο) του Enzo Traverso. Και όχι μόνο, πιστεύω, για τον λόγο ότι η μελέτη του Τραβέρσο αγγίζει τις τετρακόσιες σελίδες.

Όλα τα παραπάνω θα είχαν πάντως μικρή σημασία αν ήταν γνωστά ατυχήματα στη μετάδοση της γνώσης και των πολιτισμικών αξιών. Έχω όμως τη γνώμη ότι δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Η στάση την οποία σκιαγραφώ διαβάζει τον κόσμο, τα ανθρώπινα υποκείμενα, τις συλλογικές συμπεριφορές με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Διότι αυτή η στάση διαμορφώνει ήθος, έναν κοινό νου όπως είπα.

Ο κίνδυνος ενός μονολογικού ριζοσπαστισμού. Γιατί την θεωρώ πνευματικά επικίνδυνη; Δεν είναι εντέλει προτιμότερη η δογματική σύσφιξη των μετώπων από τις χλιαρές, μεταμοντέρνες, ναρκισσιστικές περιδινήσεις των προ της κρίσης εποχών; Μα ακριβώς εδώ είναι ο κίνδυνος. Έχει πια κρίσιμη σημασία το πώς αλλάζει κανείς πλευρό, το πώς επανορθώνει και αναστοχάζεται ένα φθαρμένο παράδειγμα (στη λογοτεχνία ή αλλού) και όχι μόνο το να «αλλάζει». Και από κάθε άποψη αυτός ο μονολογικός και διατακτικός ριζοσπαστισμός στρεβλώνει τους όρους της κριτικής και της συμβίωσής μας σε έναν δημόσιο χώρο. Διότι επιτρέπει μια πολύ εύκολη μετάβαση από την εντοπισμένη κριτική στην άρνηση του άλλου. Σε μια υποτίμηση των άλλων κόσμων, των διαφορετικών αφηγηματικών και ερμηνευτικών διαβημάτων. Και από την επιθετική (γιατί όχι;) εξήγηση με συγκεκριμένες ιδεολογικές καταχρήσεις φτάνει γρήγορα στην ακύρωση του πνεύματος της αμφιβολίας. Με αυτό τον τρόπο, η κριτική στα περιεχόμενα της ηθικής ρητορείας (σαν και αυτή τη ρητορεία που συνόδευσε τα «προγράμματα σωτηρίας» των τελευταίων χρόνων) μετατρέπεται σε περιφρόνηση για αυτόν καθαυτό τον ηθικό στοχασμό και την αξία του. Στο όνομα βεβαίως μιας επιστροφής στην αλήθεια του Πολιτικού και των όρων του κοινωνικού ανταγωνισμού. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα επίδικα της εποχής. Ο έλεγχος λ.χ. στις νεοφιλελεύθερες λογικές διακυβέρνησης μεταφράζεται συχνά σε έναν ανοικονόμητο αντι-φιλελευθερισμό που γράφει ακόμα και σήμερα τα εγκλήματα του σταλινισμού και του μαοϊσμού σε εισαγωγικά. Και με τη σειρά της, η πρόχειρη μετάφραση δικαιολογεί την απροθυμία προσέγγισης σε κείμενα και εμπειρίες που δεν επιβεβαιώνουν τα στερεότυπα.

Παρ’ όλα αυτά, δεν πιστεύω γενικά ότι ο μονολογικός ριζοσπαστισμός είναι κάτι μοιραίο και αναπότρεπτο. Ούτε καν μέσα σε αυτούς της καιρούς της κρίσης. Υπάρχουν πάντα περιθώρια και αντίστροφες δυναμικές για μια διαφορετική πολιτική του πνεύματος. Για μια δέσμευση σε κοινωνικές αξίες που θα είναι ανοιχτή στην πολυφωνία του βιώματος και στις αμφιβολίες των υποκειμένων. Χωρίς να δούμε την παλινόρθωση των ανούσιων διχασμών μεταξύ λογοτεχνιών της προόδου και λογοτεχνιών της αντίδρασης.

Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

2 σκέψεις σχετικά με το “Για την κουλτούρα του νέου ριζοσπαστισμού

  1. Το φαινόμενο σχετίζεται, εκτός των άλλων, με αυταπάτες πελώριες που υπερεκτίμησαν ριζικά την ισχύ της πολιτικής και του πολιτικού στοιχείου. Δυστυχώς η Αριστερά ήταν και είναι πολύ ευεπίφορη στις αυταπάτες αυτές.
    Η πολιτική μόνη της είναι τέχνη της βραχείας διάρκειας και μπορεί να επιτύχει μόνον πράγματα που της αρμόζουν. Μπορεί να κάνει καλή ή κακή διαχείριση δημόσιων πραγμάτων, να επιφέρει βελτιώσεις ή αποτυχίες, να συνεισφέρει μικρές και μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις ή να καταδικάζει σε ακινησία, σε μερικές περιπτώσεις να προκαλέσει ανατροπές ή επαναστάσεις. Αλλά πιθανότατα δεν μπορεί, με τις δικές της δυνάμεις, να φτιάξει διαφορετικούς ανθρώπους, άλλες κοινωνίες, νέους πολιτισμούς. Η πείρα που έρχεται από την ιστορία είναι μόνον ενδεικτική. Άν όμως μας λέει κάτι, λέει ότι ακόμη και η πιο καινοτόμος πολιτική ελάχιστα επηρεάζει την μακροχρόνια εξέλιξη των κοινωνιών.
    Όσοι βλέπουν πόσο μάταιο είναι να χτίζονται πύργοι στην άμμο, αισθάνονται και την ανάγκη να στηθούν στο πλευρό της πολιτικής άλλα στηρίγματα, με βαθύτερα θεμέλια.
    Όποιος ενδιαφέρεται πραγματικά για τις γενιές που θα έλθουν μετά από μάς, πρέπει να προσέχει πρώτα – πρώτα τι και πως παράγεται και καταναλώνεται, πώς φερόμαστε στους ανθρώπους και στα ζώα, στα φυτά και στη γη. Όσο για αναμορφωτικά σχέδια μακράς πνοής, είναι καλύτερο για τους εμπνευστές τους να ξοδέψουν τον πιο πολύ ενθουσιασμό τους στην επιστήμη, στην τέχνη, στη λογοτεχνία ή στη θεολογία. Προπάντων όμως, να στρέψουν την προσοχή τους προς την παιδεία με την ευρεία έννοια. Αλλά πιο επίμονα και στοχαστικά, προς την εκπαίδευση με την στενή έννοια. Και όχι τόσο προς την πανεπιστημιακή, όπως συμβαίνει συνήθως, αλλά προς τα μικρότερα χρόνια. «The Child is father of the Man»· έτσι ακριβώς το έγραψε, ανεπανάληπτα και ακριβοδίκαια, o Άγγλος ποιητής Ουίλλιαμ Ουέρντσγουερθ, γύρω στο 1800.
    ……..

    Δεν είναι τυχαίο ότι το παραπάνω σχόλιο προέρχεται από ένα γραπτό που γράφηκε για τον Άγγελο Ελεφάντη και τον «Πολίτη», στην επέτειο του θανάτου του. Ως γνωστον, ο «Πολίτης» ήταν πολιτικό, αριστερό περιοδικό, αλλά κυρίως διαδρομή παιδείας. ¨Ηταν προσπάθεια θεραπείας μιας «χρόνια αθεράπευτης νόσου», της πολιτισμικής ανεπάρκειας, και ιδιαίτερα της φτωχής, αφυδατωμένης πολιτικής παιδείας.
    http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2013/05/1936-29-2008.html
    Η αντίληψη που έβλεπε έτσι τα πράγματα ηττήθηκε, «κάηκε» στη δεκαετία του 1990, ίσως και λίγο πρίν. Μην έχουμε αυταπάτες. Επί του πρακτέου: Πώς τώρα μπορεί να αναγεννηθεί απο την τέφρα της;

    Το απαισιόδοξο και ενοχλητικό αυτό φαινόμενο αποκαλύπτει κυρίως φτώχεια παιδείας. Πολιτικής παιδείας, και παιδείας ως όλου. Και για την φτώχεια αυτή, δεν φταίνε οι νεότεροι την ηλικία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s