Τουρκία: η δημιουργία ενός δημόσιου χώρου από τα κάτω

Standard

της Ιλεάνας Μορώνη

 Les derniers nouvelles sur la situation a İstanbul et dans le reste de la Turquie sont sur İstanbul Guide NetΤο βράδυ του Σαββάτου 15 Ιουνίου, λίγο αφού ο Ερντογάν είχε μιλήσει σε πλήθος οπαδών του σε συγκέντρωση στην Άγκυρα, η αστυνομία διέλυσε βίαια την κατάληψη του πάρκου Γκεζί. Και δεν αρκέστηκε μόνο στο να διαλύσει την κατάληψη. Mε απίστευτη αγριότητα καταδίωξε τους ανθρώπους –που το απόγευμα του Σαββάτου κάθονταν απλώς ειρηνικά στο πάρκο, ενώ καμία διαδήλωση δεν ήταν προγραμματισμένη– στις γύρω περιοχές και κατέστειλε (βοηθούμενη κι από τη στρατοχωροφυλακή, η οποία, αν και κομμάτι του στρατού, υπάγεται στο Υπουργείο Εσωτερικών) τις αυθόρμητες πορείες που αμέσως έγιναν στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης κι άλλων πόλεων, σε ένδειξη διαμαρτυρίας γι’ αυτή τη βία.

Από την επομένη και μετά, ο κόσμος έχει στραφεί σε σιωπηρές μορφές παθητικής διαμαρτυρίας (μάλιστα οι συμμετέχοντες χρησιμοποιούν συχνά τον όρο sivil itaatsızlık / civil disobedience), ενώ ταυτόχρονα οργανώνονται βραδινά φόρουμ σε πάρκα σ’όλη τη χώρα — κίνηση που δημιουργεί έναν νέο δημόσιο χώρο, από τα κάτω. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση δείχνει όντως να σκοπεύει να ξεκινήσει ένα κυνήγι μαγισσών, όπως σημειώνει κaι ο Αχμέτ Ινσέλ στο άρθρο του: συνέβαινε και το προηγούμενο διάστημα να συλλαμβάνονται μέλη νόμιμων οργανώσεων και να κατηγορούνται για σχέσεις με παράνομες οργανώσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Όμηρος του φόβου και των παραισθήσεών του

Standard

του Αχμέτ Ινσέλ

μετάφραση από τα τουρκικά Ιλεάνα Μορώνη

pennnnΗ αντίσταση του πάρκου Γκεζί είναι μια μεγάλη καμπή στην ιστορία της δημοκρατίας στην Τουρκία, ένα σημείο αναφοράς που ο αντίκτυπός του θα διαρκέσει χρόνια. Και τα ίχνη της δεν θα μπορέσει να τα σβήσει καμιά αστυνομική βία, κανένας κομπασμός κραταιού ηγέτη, καμία μάζα που στριμώχνεται κάτω από μπαλκόνια. Ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) δεν μπόρεσαν ν’ακολουθήσουν αυτή την καμπή. Όλος ο μηχανισμός του ΚΔΑ, που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον Ερντογάν, είναι εξίσου υπεύθυνος με τον ίδιο για το σημείο στο οποίο έφτασε αυτή η μεγάλη κοινωνική κρίση, στην οποία ο σπουδαιότερος παράγοντας ήταν απ’την αρχή το ότι ο Ερντογάν έριχνε λάδι στη φωτιά. Το να καταφέρνει να κρατάει όμηρο κάθε πεδίο της κοινωνικής ζωής, ολόκληρη την κοινωνία, ένα άτομο (η πίστη του στην απολυτότητα αυτού που θεωρεί σωστό, οι φόβοι του, η μέθη της εξουσίας του, τα φαραωνικά του σχέδια, τα ψυχολογικά του σκαμπανεβάσματα) δεν είναι ευθύνη μόνο αυτού του ατόμου. Και τα στελέχη του ΚΔΑ είναι υπεύθυνα που δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν ένα άτομο με την ιδεοληψία να συγκεντρώνει όλες τις αρμοδιότητες, απ’τη μικρότερη ως τη μεγαλύτερη, στα δικά του χέρια, και να ελέγχει τα πάντα∙ είναι υπεύθυνα επειδή δεν μπόρεσαν να του μιλήσουν για το λάθος του κατά πρόσωπο και, το πιο σημαντικό, επειδή δεν το μοιράστηκαν με την κοινωνία, ενώ γνώριζαν ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά.

Απ’ ό,τι φαίνεται, ο νους του Ερντογάν και του στενού του περιβάλλοντος, και ευρύτερα των στελεχών του ΚΔΑ, και πρώτα απ’ όλα αυτών που ηγούνται της έκφρασης και της υποστήριξης του ΚΔΑ, πλην εξαιρέσεων, είναι όμηρος μιας συνωμοσιολογικής ιδεοληψίας, σύμφωνα με την οποία οργανώθηκε και πυροδοτήθηκε μια συνωμοσία εναντίον τους. Όταν στα πνεύματα κυριαρχούν τέτοιοι μεγάλοι φόβοι, τα σημάδια που μπορούν να επιβεβαιώσουν την πραγματικότητά τους βρίσκονται όπου κι αν κοιτάξει κανείς. Ο Ερντογάν φαίνεται σήμερα να θεωρεί ξεκάθαρη, χειροπιαστή πραγματικότητα μια συνωμοσία βάσει της οποίας τέθηκε σε κίνηση ένα σενάριο κοινωνικής εξέγερσης με στόχο να ανατραπεί ένας δικτάτορας, όπως συνέβη στην Ουκρανία και τη Γεωργία. Συνέχεια ανάγνωσης

Ανδαλουσία, Σκουριές και Μανωλάδα: Από το successstory σ’ ένα ονειρικό φλαμένκο

Standard

του Βασίλη Δρουκόπουλου 

«Είναι στιγμές που αναρωτιέμαι μήπως αυτή η σοσιαλιστική Ευρώπη είναι ουτοπία. Αλλά κάθε ιδέα που δεν έχει πραγματοποιηθεί μοιάζει πάρα πολύ με ουτοπία. Τίποτε δε θα κάναμε ποτέ αν θεωρούσαμε πως τίποτε δεν είναι δυνατόν έξω απ’όσα υπάρχουν ήδη».

Σιμόν ντε Μπωβουάρ, Οι μανδαρίνοι, μετ: Ζωρζ Σαρή, Γλάρος Αθήνα 1982, σ. 226.

2Α. Πρόσφατα επανήλθε στην επικαιρότητα η περίπτωση της ισπανικής κοινότητας που φέρει στο θυρεό της το «Hacialapaz» («Προς την ειρήνη»).1 Στη Μαριναλέντα, ένα μικρό χωριό 2.700 κατοίκων στην επαρχία της Σεβίλλης (Ανδαλουσία, όπου (εξ)αφανίζονται 500 θέσεις εργασίας την ημέρα) το ποσοστό της ανεργίας είναι μηδενικό. Το αστυνομικό τμήμα έχει καταργηθεί. Παπάς δεν υπάρχει. Δεν επιτρέπονται σουπερμάρκετ πολυεθνικών. Το αθλητικό κέντρο έχει το όνομα του Τσε Γκεβάρα και οδοί εκείνο των Αλλιέντε και Νερούντα. Τοιχογραφίες απεικονίζουν την καταστροφή πολεμικού υλικού και ναζιστικών συμβόλων. Παρέχεται οικιστικό πρόγραμμα με ελάχιστη ατομική επιβάρυνση. Χιλιάδες στρέμματα γης που παρέμεναν χέρσα, ιδιοκτησίας ενός αριστοκράτη, κατασχέθηκαν και αποδίδονται για καλλιέργεια σε όποιον κάτοικο του χωριού το ζητήσει.

Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, σε μια βιομηχανική ζώνη, η μόνη «πράσινη ανάπτυξη» είναι εκείνη των αγριόχορτων και ζιζανίων που μεγαλώνουν ανάμεσα σε σκουριασμένες κολόνες φωτισμού, σε βοηθητικούς δρόμους που έχουν καταστραφεί και σε διαβάσεις πεζών που δεν καταλήγουν πουθενά.

Στις κοινοτικές δραστηριότητες πρωτοστατεί ο δήμαρχος Χουάν Μανουέλ Σάντσεθ Γκορντίγιο, 57 ετών, ο οποίος είχε επισκεφτεί την Ελλάδα το 2010, και εκλέγεται αδιάλειπτα από το 1979 με εντυπωσιακές πλειοψηφίες (85-90%). Έχει εξασφαλίσει για τους δημότες του, και με τη χρηματική βοήθεια της περιφέρειας, τρία σημαντικά πράγματα τα οποία τόσο απουσιάζουν από τη συνολική Ισπανία: απασχόληση, κατοικία σε προσιτές τιμές και κυρίαρχο λόγο στις δημόσιες αποφάσεις. Με την κατηγορία της τέλεσης «παράνομων» πράξεων έχει φυλακιστεί επτά φορές και έχει επιζήσει μετά από δυο απόπειρες δολοφονίας ακροδεξιών.

Στην Ισπανία καταγράφηκε ποσοστό ανεργίας 26,5% (Φεβρουάριος 2013) και στην Ελλάδα 27%. Πράγματι, πόσο κοντά πορευόμαστε αλλά και πάλι πόσο μεγάλη απόσταση μας χωρίζει. Αυτοί εκεί στη Μαριναλέντα με τον συνεταιρισμό και το κοινοτικό εργοστάσιο επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων. Εμείς εδώ με τις Σκουριές των ΜΑΤ σε πλήρη δράση και με τη Μανωλάδα των αδίστακτων κουμπουροφόρων της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Αυτοί με τον Χουάν Μανουέλ Σάντσεθ Γκορντίγιο. Εμείς με κάποιους άλλους παχτωτές «άρχοντες» της δημοτικής αυτοδιοίκησης. Αυτοί με την καταστροφή του πολεμικού υλικού (έστω εικονικά). Εμείς με τις επιστρατεύσεις (έστω χωρίς οπλισμό). Αυτοί με τη δίκαιη τοπική αναδιανομή του πλούτου. Εμείς με την αντίστροφες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις υπέρ του ιδιωτικού κεφαλαίου (κατ’ ευφημισμόν «αξιοποιήσεις») της δημόσιας περιουσίας σε πανελλήνιο επίπεδο.

Αξίζει να εξετάσουμε στη συνέχεια λίγο περισσότερο τα δικά μας στατιστικά στοιχεία σχετικά με την απασχόληση και την ανεργία.

 

«Οικονομική κάμψη είναι όταν αναγκάζεσαι να σφίξεις το ζωνάρι σου. Οικονομική κρίση είναι όταν δεν υπάρχει ζωνάρι να σφίξεις. Μάλλον βρισκόμαστε στο επόμενο στάδιο της κατάρρευσης όταν δεν υπάρχουν πια παντελόνια».

Μπόρις Πάνκιν, Ρώσος διπλωμάτης, 1992.

 

Β. Όλη η συζήτηση επικεντρώνεται συνήθως στο ποσοστό της ανεργίας (ο λόγος ανέργων προς εργατικό δυναμικό). Και δίκαια βέβαια. Αποσιωπούνται όμως μερικά άλλα σημαντικά σημεία. Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται άλλοι τέσσερεις λόγοι (πηλίκα). Πριν προχωρήσουμε, ας θυμηθούμε ότι το 2008 ήταν το έτος εκείνο που το ΑΕΠ άρχισε την καθοδική του πορεία. Επίσης: α) σύμφωνα με τη μεθοδολογία που ακολουθείται, αν κάποιος-α απασχολείται τουλάχιστον μια [sic] ώρα την εβδομάδα θεωρείται ως απασχολούμενος-η και β) είναι παράδοξο ότι ένας-μια ηλικίας άνω των 75, παρότι άνεργος-η δεν προσμετράται ως άνεργος-η, ενώ αν απασχολείται τότε προσμετράται στους απασχολούμενους! Συνέχεια ανάγνωσης

Βραζιλία: σπάζοντας στο δρόμο τους δεσμούς με το αποικιακό παρελθόν

Standard

Βραζιλία: Μια διαμαρτυρία που ξεκίνησε από την αύξηση της τιμής των εισιτηρίων στα δημόσια μέσα μεταφοράς και την αντίθεση στις προκλητικές δαπάνες για το Μουντιάλ του 2014 και πολύ γρήγορα υπερέβη τα αιτήματα αυτά. Σε μια προσπάθεια να καταλάβουμε τον χαρακτήρα της εξέγερσης (και ενώ την Τετάρτη έγινε γνωστό ότι η αύξηση της τιμής των εισιτηρίων ακυρώνεται, μετά τις διαμαρτυρίες), δημοσιεύουμε με μικρές περικοπές το άρθρο της βραζιλιάνας BettyMartins (δημοσιεύθηκε στο www.opendemocracy.net, με τίτλο «Confronting disorder in Brazil», 19.6).H συγγραφέας έχει κάνει σπουδές τέχνης και πολιτισμικής διαχείρισης και ασχολείται με την καλλιτεχνική εκπαίδευση κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων στη Βραζιλία. Έχει ιδρύσει τον οργανισμό DAEP.org.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

της Μπέττυ Μάρτινς

μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης

 brazilΓεννήθηκα στον Σάο Πάολο, την έβδομη μεγαλύτερη πόλη του κόσμου. Το Λονδίνο, όπου μένω, μοιάζει ακόμα στα μάτια μου σαν χωριό, όπου μπορώ να ζω όπως θέλω, να απολαμβάνω την ελευθερία μου (βέβαια, υπάρχουν σοβαρά ζητήματα με την πολιτική της Μ. Βρετανίας, αλλά δεν θα σταθώ σ’ αυτά σε τούτο το άρθρο). Πραγματικά νιώθω ελεύθερη στην καθημερινότητά μου εδώ.

Η βραζιλιάνικη κουλτούρα είναι ποικιλοτρόπως βουτηγμένη στη διαφθορά και τη βία. Η διαφθορά είναι ενσωματωμένη στη συνείδησή μας: είναι παρούσα στην καθημερινότητα σε τέτοιο βαθμό ώστε καταντάει μια κανονικότητα, μια επικίνδυνη κανονικότητα. Επιπλέον, ψηλαφώντας την πολιτισμική μνήμη της χώρας, εύκολα διακρίνει κανείς τα ίχνη της αποικιοκρατίας, τα οποία πολλές φορές βυθίζουν τον κόσμο σε αυτό που ο βραζιλιάνος παιδαγωγός και φιλόσοφος Πάουλο Φρέιρε όρισε ως «κουλτούρα της σιωπής». Μια κουλτούρα σιωπής δεν σκέφτεται, δεν παράγει. Μια κουλτούρα σιωπής καταναλώνει τα πάντα στο πέρασμά της και αναπαράγει τα ίδια συμπτώματα ξανά και ξανά.

Νιώθω μεγάλη χαρά βλέποντας, έστω από απόσταση, τους Βραζιλιάνους να βγαίνουν στον δρόμο μαζικά και να αγωνίζονται για έναν κοινό σκοπό. Σίγουρα υπάρχουν παλιοί αγωνιστές που παλεύουν εδώ και χρόνια, και νιώθω τυχερή που γνωρίζω κάποιους από αυτούς. Αλλά εκείνο που συμβαίνει τώρα είναι κάτι διαφορετικό. Ίσως, τώρα, μια νέα γενιά σπάει επιτέλους τους δεσμούς με το αποικιακό παρελθόν. Ίσως αυτή η γενιά είναι πιο ελεύθερη από τη δική μου. Ίσως αυτό που έκανε τη διαφορά είναι τα κοινωνικά δίκτυα, τα αποκεντρωμένα social media, τα οποία μέχρι τώρα τουλάχιστον ελέγχονται από τους ίδιους τους πολίτες. Ναι, μπορεί μέσα από αυτά να γινόμαστε αντικείμενο παρακολούθησης, αλλά μπορούμε και να παρεμβαίνουμε. Συνέχεια ανάγνωσης

Στο ρίσκο της κρίσης: η ΕΡΤ, ο Σαμαράς, η Αριστερά

Standard

WEB ONLY: Στο τέλος του ποστ, ο Δημήτρης Χριστόπουλος σχολιάζει την κατάσταση, όπως διαμορφώνεται μετά τη σύσκεψη της Πέμπτης και την αποχώρηση ΔΗΜΑΡ

«Η λιτότητα στην οικονομία και την κοινωνία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς “λιτότητα στη δημοκρατία”»

συνέντευξη του Δημήτρη Χριστοπούλου

 xristopoulosΑν συστήνω με τον θερμότερο τρόπο το Ρίσκο της κρίσης του Δημήτρη Χριστόπουλου, αναπληρωτή καθηγητή στο Πάντειο, που μόλις κυκλοφόρησε (εκδ. Αλεξάνδρεια), δεν είναι από αβρότητα προς έναν καλό φίλο, καθώς και συνεργάτη των «Ενθεμάτων». Αλλά επειδή θεωρώ το βιβλίο, το πρώτο πολιτικό δοκίμιο του συγγραφέα, μια από τις διαυγέστερες συνεισφορές στη στρατηγική της Αριστεράς (και όχι μόνο της «Αριστεράς των δικαιωμάτων», όπως λέει ο υπότιτλος»), σε όλο το φάσμα: μεταρρυθμίσεις στο κράτος, μεταναστευτικό, ακροδεξιά, «εθνικά ζητήματα», ασφάλεια. Με αφετηρία την υπόθεση της ΕΡΤ –μια υπόθεση που αναδεικνύει κατεξοχήν την έννοια του ρίσκου– συζητήσαμε μαζί του.

Στρ. Μπ.

 Στο βιβλίο, κεντρική είναι η έννοια του ρίσκου. Πώς εκφράζεται στην υπόθεση της ΕΡΤ;

vakaloΗ ιστορία της ΕΡΤ συμπυκνώνει όλες τις επιμέρους πολιτικές διακυβεύσεις της κρίσης και της αναδιάρθρωσης. Είναι η συμπύκνωση της πιο πολυδιάστατης επίθεσης: Επίθεση στην εργασία και την κοινωνία (2.500 απολύσεις), στο Σύνταγμα και τη δημοκρατία. Επίθεση στον πολιτισμό και την αισθητική, στο δημόσιο ως χώρο εκφοράς ιδεών. Τέλος, επίθεση στη μεταπολίτευση, στη θεσμική μνήμη της μεταπολίτευσης με όλα τα θετικά (εκδημοκρατισμός, ελευθερία, πολιτισμός) αλλά και τα αρνητικά (πελατειακές σχέσεις, συντεχνιασμός, προσκόλληση στο κράτος). Αν η ΥΕΝΕΔ είναι ταυτισμένη με τη χούντα, η ΕΡΤ είναι ταυτισμένη με τη μεταπολίτευση, η απαξίωση της οποίας είναι τόσο κρίσιμη γι’ αυτούς που κυβερνάνε σήμερα. Γι’ αυτό και η σύγκρουση έχει εμβληματικά χαρακτηριστικά, για όλους. Και είναι προφανές πως η έκβασή της δημιουργεί ένα κοινωνικό και πολιτικό «δεδικασμένο».

Την πρώτη βδομάδα, η αντίδρασή μας εστιάστηκε στο μαύρο της οθόνης. Πέραν της καταστροφής όμως, οι εμπνευστές του μαύρου κάτι επιθυμούν να δημιουργήσουν. Θα ήθελα να επισημάνω τη «δημιουργική όψη» της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, όπως και στο βιβλίο: Θέλουν μια μικρή κρατική τηλεόραση, ένα δημόσιο STAR, ένα lowbudget λαϊφστάιλ πρόγραμμα, λίγο σαχλαμάρα, ντεμί ενημέρωση, talk shows – και η ζωή να περνάει. Ας μην ξεχνάμε πως η ευρωπαϊκή κουλτούρα της δημόσιας ραδιοφωνίας και τηλεόρασης αποτελεί εξαίρεση στον παγκόσμιο χάρτη: νησίδα ποιότητας, κοινωνικής ευθύνης, αισθητικής και δημοκρατίας. Και, ως τέτοια, κοστίζει. Αυτή τη βδομάδα μιλάω διαρκώς με ξένους δημοσιογράφους. Όλοι, ανεξαιρέτως, από την πάλαι ποτέ Δυτική Ευρώπη –Γερμανοί, Άγγλοι, Γάλλοι– μας λένε: «Ντρεπόμαστε να πούμε πόσο πιο ακριβές είναι οι δικές μας τηλεοράσεις» σε σχέση με την ΕΡΤ. Το Spiegel εξάλλου το έγραψε για το ARDΣυνέχεια ανάγνωσης

Νεοφιλελευθερισμός και μεγάλη μουσική: έννοιες ασύμβατες

Standard

του Μάρκου Τσέτσου

 tsetsosΗ απόπειρα βίαιης κατάργησης της ΕΡΤ δεν αφορά μόνο την ενημέρωση. Αφορά τον πολιτισμό και, κυρίως, τη μεγάλη μουσική, τη μουσική του Μπαχ, του Μότσαρτ, του Μπετόβεν, του Μπραμς, του Μάλερ, του Σοστακόβιτς και τόσων άλλων. Ελάχιστα έγινε συνειδητό ότι η κατάργηση των Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ (Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα, Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής, Χορωδία) κατέστησε τη χώρα μας τη φτωχότερη μουσικά χώρα της Δύσης. Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα, με τα δέκα εκατομμύρια των κατοίκων της, διαθέτει μόλις τρεις δημόσια χρηματοδοτούμενες και πλήρους σύστασης συμφωνικές ορχήστρες και μία χορωδία: τις Κρατικές Ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης και την Ορχήστρα και Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Η δικαιολόγηση είναι γνωστή και αφορά το σύνολο των δημόσιων θεσμών που διαχειρίζονται δημόσια αγαθά: κοστίζουν υπερβολικά στους φορολογουμένους και δεν αποδίδουν (στο κράτος-επιχειρηματία) το οικονομικό πλεόνασμα που «απαιτεί η κοινωνία» από αυτούς. Γνωστό, βεβαίως, είναι και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, η εκχώρηση, δηλαδή, της διαχείρισης των δημόσιων αγαθών στους ιδιώτες.

Στην περίπτωση, ωστόσο, καταργημένων μουσικών σχημάτων όπως τα παραπάνω, τα πράγματα έχουν λίγο διαφορετικά: ουδείς ιδιώτης αναμένεται να τα αγοράσει! Θα αγοράσουν το σύνολο των φυσικών πόρων και των υποδομών παραγωγής και εκμετάλλευσής τους, όχι όμως τη μεγάλη τέχνη και τη μεγάλη μουσική με τους θεσμούς αναπαραγωγής της, τις συμφωνικές ορχήστρες και τις χορωδίες. Συνέχεια ανάγνωσης

Εγκώμιο ενός προδότη

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

senastakisΈντουαρντ Σνόουντεν. Ένας «προδότης της πατρίδας του» και των κρατικών σκοπιμοτήτων. Αποκάλυψε ένα υπερπρόγραμμα-πέπλο παρακολούθησης εκατομμυρίων επικοινωνιακών δεδομένων. Ένα πλέγμα ελέγχου της αλληλογραφίας, των συζητήσεων, των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων αναρίθμητων πολιτών σε όλο τον κόσμο. Έφερε σε δύσκολη θέση τις αρχές της χώρας του και τον ίδιον τον Πρόεδρο Ομπάμα.

Αποστάτης, λοιπόν. Που ωστόσο δεν αποστάτησε από την «Υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας» και την κυβέρνησή του για χάρη μιας άλλης υπηρεσίας, μιας ξένης κυβέρνησης ή ενός ανταγωνιστικού δικτύου. Αλλά αποφάσισε να αποστατήσει προς την ανθρωπότητα. Να απευθυνθεί στην ανθρωπότητα η οποία, σύμφωνα με μια ισχυρή παράδοση σκέψης, συνιστά ένα αφηρημένο πλάσμα, μια κενή έννοια.

Κάθε φορά όμως που εμφανίζεται από το πουθενά ένας τέτοιος άνθρωπος στον ορίζοντα, ένας «ικανός για θυσία» όπως θα έγραφε ο Γιαν Πάτοτσκα, πολλοί λένε: και τι μας είπε δηλαδή που δεν το ξέραμε; Σε τι μας φώτισε ο έρμος, λες και δεν υποψιαζόμαστε εδώ και χρόνια τη δράση των πολυδαίδαλων δικτύων παρακολούθησης από κρατικές υπηρεσίες, ιδιωτικές εταιρίες, χειριστές δεδομένων; Έτσι βέβαια ακυρώνεται η σημασία αυτών των ετερόδοξων της πράξης και της μαρτυρίας τους. Και πολλοί ανάμεσά μας προσπερνούμε τούτες τις σπάνιες περιπτώσεις αφού τις καταχωρίσουμε ως «άνευ σημασίας» σε σχέση με το μεγάλο κάδρο της πολιτικής και τα στρατηγικά της παιχνίδια.

Προφανώς η απόφαση να πει κανείς «όχι» όταν όλα συνηγορούν στο να μην πει κουβέντα, στο να κρατήσει τον όρκο του, δεν αλλάζει τον κόσμο. Δεν αλλάζει τις δομές εξουσίας, τις ορατές και τις αθέατες. Προσφέρει όμως κάτι πολύτιμο: το θάρρος του «προδότη» αποκαθιστά, έστω προσωρινά, το νόημα των λέξεων. Ο Σνόουντεν μίλησε χαρακτηριστικά για τις «βασικές ελευθερίες» και την «ιδιωτικότητα». Δεν μίλησε γλώσσα ξένη προς το κράτος του, προς τα συνταγματικά κεκτημένα και τον (αμερικανικό) κοινό νου. Με την πράξη του, αυτός ο αφανής άνθρωπος μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο από σκιές, αποκτά ένα πρόσωπο. Και οι λέξεις του, λέξεις όπως βασικές ελευθερίες και ιδιωτικότητα, κοινόχρηστες και κουρασμένες, ανακτούν στο στόμα του την κριτική τους δύναμη. Συνέχεια ανάγνωσης