Βουλγαρία: Ένας φαύλος κύκλος;

Standard

Σκέψεις για τις διαδηλώσεις του καλοκαιριού του 2013

της Μαρία Ιβάντσεβα

μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

bulgaria1Μόλις λίγους μήνες αφότου ο βουλγαρικός λαός ανέτρεψε την κυβέρνηση του Μπόικο Μπορίσοφ, τον Φεβρουάριο του 2013, τα πλήθη επέστρεψαν στους δρόμους κατά δεκάδες χιλιάδες, ζητώντας την παραίτηση της νέας κυβέρνησης. Ενώ η κινητοποίηση αυτή φαίνεται παρόμοια με την προηγούμενη, υπάρχει μάλλον μικρή συνέχεια μεταξύ τους. Οι διαδηλώσεις του Φεβρουαρίου συνιστούσαν μια κοινωνική έκρηξη ανθρώπων που υποφέρουν από φτώχεια και στερήσεις εν μέσω της οικονομικής κρίσης. Οι διαδηλώσεις των τελευταίων εβδομάδων έχουν μάλλον προκληθεί από έναν ηθικό πανικό και μια βαθιά κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Κι ενώ και οι δύο «θρηνούν» για την ανάληψη της εξουσίας από ολιγαρχικά δίκτυα, οι διαδηλώσεις του Φεβρουαρίου διατύπωσαν ορισμένα αντικαπιταλιστικά αιτήματα για ασφάλεια και ισότητα, ενώ αυτές του Ιουνίου έχουν είτε υποφωτίσει είτε «νερώσει» τα αιτήματα, ώστε να αφορούν κυρίως τις δημοκρατικές ελευθερίες.

Μετά την παραίτηση του Μπορίσοφ και του κεντροδεξιού κόμματος Πολίτες για την Ευρωπαϊκή Ανάπτυξη της Βουλγαρίας (Citizens for European Development of Bulgaria-GERB), στις 20 Φεβρουαρίου, πραγματοποιήθηκαν πρόωρες εκλογές τον Μάιο. Τα αποτελέσματα ήταν πολύ απογοητευτικά, τόσο για τους αριστερούς όσο και για τους δεξιούς σχολιαστές. Στη Βουλή εισήλθαν τα τέσσερα μεγαλύτερα καθεστωτικά κόμματα: το GERB ήρθε και πάλι πρώτο, ακολουθούμενο με μικρή διαφορά από το Βουλγαρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Bulgarian Socialist Party-BSP). Το Κίνημα για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες (Movement for Rights and Liberties-DPS), κόμμα της τουρκικής μειονότητας, που κατάφερε να εισχωρήσει σχεδόν σε κάθε κυβέρνηση συνασπισμού από το 1989 μέχρι σήμερα, αλλά και το αντίπαλό του αντιτουρκικό και αντι-Ρομά ακροδεξιό κόμμα Επίθεση (ΑΤΑΚΑ) μπήκαν επίσης στη Βουλή. Κέρδισαν αρκετές έδρες, ώστε να θεωρούνται κρίσιμα για κάθε πιθανή κυβέρνηση συνασπισμού, όχι όμως τόσες ώστε να μπορούν να συμβάλουν το καθένα μόνο του. Ορισμένα εξέχοντα κόμματα της περιόδου της μετάβασης προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία, όπως τα απομεινάρια της πρώην Ένωσης Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDS) και το Κόμμα του τσάρου Συμεών (NDSV) έμειναν εκτός Βουλής. Δύο νέα κόμματα, το ακροδεξιό Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης και το κεντροδεξιό κόμμα Βουλγαρία των Πολιτών, της πρώην Επιτρόπου στην Ε.Ε. Μεγκλένα Κούνεβα, δεν ξεπέρασαν το όριο του 4%. Αφότου το GERB επέστρεψε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, σχηματίστηκε μια κυβέρνηση μειοψηφίας του BSP με επικεφαλής τον πρώην υπουργό Οικονομικών (2005-2009) Πλάμεν Ορεσάρσκι. Σχηματίστηκε με την υποστήριξη του DPS και μία ψήφο του ATAKA. Ο νέος πρωθυπουργός ηγείται μιας μειοψηφικής συγκυβέρνησης του BSP και του DPS. Τα μέλη του GERB και ο ίδιος ο Μπoρίσοφ έχουν μέχρι τώρα μποϋκοτάρει πολλές συνεδριάσεις της εθνικής αντιπροσωπείας. Κι ενώ η νέα κυβέρνηση του Πλάμεν Ορεσάρσκι σχηματίστηκε από τον στενό κύκλο ολιγαρχών περί τον πρόεδρο του BSP Σεργκέι Στανίσεφ, το DPS εξασφάλισε ως αντάλλαγμα ορισμένες από τις Επιτροπές-κλειδιά του Κοινοβουλίου.

Από την πρώτη μέρα, η νέα κυβέρνηση εργάστηκε σε συνθήκες αυξημένης λαϊκής πίεσης. Διαδηλώσεις ξέσπασαν ήδη από την τρίτη μέρα της νέας κυβέρνησης: υπό την καθοδήγηση μιας ομάδας οργανωμένης από το Πράσινο Κόμμα και ευρύτερων δικτύων οικο-ακτιβιστών, πραγματοποιήθηκε διαδήλωση με αίτημα την καθαίρεση του Καλίν Τιχόλοφ απ’ τη θέση του υπουργού Προγραμματισμού και Ανάπτυξης. Πρόκειται για έναν διαβόητο αρχιτέκτονα, που κατέστρεψε δημόσια και προστατευόμενη γη για να χτίσει θέρετρα. Ο Τιχόλοφ αντικαταστάθηκε αμέσως από τον συνάδελφο και συνεργάτη του στο γραφείο Ιβάν Ντάνοφ. Οι διαδηλωτές ηρέμησαν, αλλά το κοινό παρέμεινε σε εγρήγορση για τους επόμενους αξιωματούχους που θα αναλάμβαναν πόστα. Έτσι, δεν ήταν έκπληξη ότι το σπίρτο που άναψε τη φωτιά ήταν ένας άλλος διορισμός: ο βουλευτής του DPS και κάτοχος του μονοπωλίου των ΜΜΕ, Ντέλυαν Πεέβσκι, ψηφίστηκε απ’ τη Βουλή ως επικεφαλής της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας. Η μητέρα του Πεέβσκι, Ιρένα Κράστεβα, υπήρξε ιδιοκτήτρια του Βουλγαρικού Στοιχήματος και εξακολουθεί να κατέχει το μεγαλύτερο τυπογραφείο, τη Ροντίνα, ένα μεγάλο ποσοστό των ιδιωτικών ΜΜΕ, καθώς και μια αυτοκρατορία μικρότερων και μεγαλύτερων επιχειρήσεων. Έτσι, κατάφερε ο γιος της Ντέλυαν, σε ηλικία μόλις 20 ετών, το 2001, να γίνει διευθυντής του μεγαλύτερου λιμανιού της Βουλγαρίας, στη Βάρνα, που λίγο αργότερα ιδιωτικοποιήθηκε. Πιο πρόσφατα, ο Πεέβσκι, νομικός στο επάγγελμα, έγινε ιδιοκτήτης της ιδιωτικοποιημένης εθνικής καπνοβιομηχανίας Bulgartabac, αγοράζοντας τη μερίδα του λέοντος των μετοχών, με τη συνεργασία της Κεντρικής Συνεταιριστικής Τράπεζας. Η ΕΥΠ της Βουλγαρίας ερεύνησε δύο φορές το ποιόν του Πεέβσκι, αλλά δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Ο νέος πρωθυπουργός Ορεσάρσκ παρουσίασε τον Πεέβσκι ως αξιόπιστο μαχητή εναντίον της διαφθοράς του κόμματος GRSB. Η κοινοβουλευτική ομάδα του BSP ψήφισε υπέρ του Πεέβσκι σχεδόν ομόφωνα, υπό την πίεση του Στανίσεφ όπως λέγεται. Την αμέσως επόμενη μέρα, οι διαδηλωτές ζήτησαν την παραίτηση του Πεέβσκι. Ο πρόεδρος του BSP Στανίσεφ, ο πρωθυπουργός Ορεσάρσκι και ο επικεφαλής του DPS Λιούτβι Μεστάν παραδέχθηκαν δημόσια το λάθος τους. Παρ’ όλα αυτά, οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν με ένα σαφές αίτημα: την παραίτηση του Ορεσάρσκι.

Ο διορισμός του Πεέβσκι σ’ αυτή τη θέση υψηλής ευθύνης ήταν ένα ξεκάθαρο σημάδι της συγχώνευσης του βουλγαρικού κράτους και του μεγάλου κεφαλαίου. Όμως, πολλοί από όσους βγήκαν στους δρόμους, κατέβηκαν για να διαδηλώσουν κυρίως για την έλλειψη ηθικής στην πολιτική ζωή. Αντιστάθηκαν στο σπάσιμο του κοινωνικού συμβολαίου, εξαιτίας του οποίου μια αμφιλεγόμενη φιγούρα όπως ο Πεέβσκι μπόρεσε να εκλεγεί πρώτα βουλευτής και κατόπιν επικεφαλής της ΕΥΠ. Μετά τις δημόσιες απολογίες τους, το BSP και ο Ορεσάρσκι δήλωσαν πως δεν θεωρούσαν νόμιμες τις διαμαρτυρίες των διαδηλωτών: ζήτησαν την υπομονή του κόσμου, ώστε να φέρουν σε πέρας ένα πρόγραμμα για τη σωτηρία του έθνους από την τρέχουσα κρίση. Στο μεταξύ, βέβαια, ψήφισαν ορισμένους νόμου που υπαγορεύθηκαν εμφανώς από τα λόμπι (μεταξύ των οποίων και ο αμφιλεγόμενος Νόμος για τα Στοιχήματα) και πραγματοποίησαν πολυάριθμους«κατάλληλους» διορισμούς, μερικούς από τους οποίους απέσυραν, ορισμένες φορές την ίδια κιόλας μέρα. Το γεγονός αυτό μεγάλωσε ακόμα περισσότερο την αγανάκτηση των διαδηλωτών, κι έτσι ολοένα και περισσότεροι κατέβαιναν στους δρόμους της Σόφιας, ζητώντας την παραίτηση του Ορεσάρσκι. Στους δρόμους ξαναζωντάνεψαν συνθήματα από την εποχή της κρίσης υπερπληθωρισμού του 1997, που ανέτρεψε την τότε κυβέρνηση του BSP υπό τον Ζαν Βίντενοφ: «Έξω τα κόκκινα σκουπίδια!» ή «Όσοι δεν χοροπηδούν, είναι κόκκινοι»[δηλαδή κομμουνιστές· και στο σημείο αυτό η διαδήλωση αρχίζει να χοροπηδάει (Σ.τ.Μ.)] ήταν τα κύρια ρεφραίν των διαδηλωτών, οι οποίοι προσπαθούν να ανατρέψουν την επόμενη κυβέρνηση του BSP που αποπειράθηκε να συγκαλύψει τα ολιγαρχικά της συμφέροντα πίσω από ρηχά λαϊκίστικα σλόγκαν.

Ο φιλελεύθερος Τύπος περιέγραψε τους διαδηλωτές ως «καλλιεργημένους, καλοντυμένους πολίτες της μεσαίας τάξης, που είναι σε θέση να πληρώσουν τους φόρους τους και τον λογαριασμό του ηλεκτρικού, αλλά απαιτούν ηθική στην πολιτική». Αυτή η διάκριση τραβά μια ξεκάθαρη ταξική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις διαδηλώσεις του Ιουνίου και του Φεβρουαρίου: μια διαχωριστική γραμμή, που περισσότερο οφείλεται στην εστίαση που κάνουν τα φιλελεύθερα μήντια, παρά αντανακλά την πραγματικότητα. Άρχισαν να εμφανίζονται ολοένα και περισσότερα άρθρα, σε μια προσπάθεια ανάκλησης της βαρύτητας και διάσωσης της αξιοπρέπειας των αιτημάτων του Φεβρουαρίου. Μερικοί ακόμα υποστηρίζουν πως η τραγωδία των χειμωνιάτικων διαδηλώσεων επανέρχεται ως καλοκαιρινή φάρσα. Αυτό πάντως που είναι διαφορετικό, είναι ένα πλήθος σημαντικών ζητημάτων που έκανε την τραγωδία του περασμένου χειμώνα να επανεμφανιστεί ως φάρσα το καλοκαίρι. Τον Φεβρουάριο οι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους διαδηλώνοντας ενάντια στη ραγδαία αύξηση των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος. Η αύξηση οφειλόταν στην ιδιωτικοποίηση των εταιρειών διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, εν μέρει κατόρθωμα της «αριστερής» νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης του Στανίσεφ. Εκατοντάδες αυτοκτονίες, ανάμεσα τους επτά αυτοπυρπολήσεις, συνέβησαν αφότου ξέσπασε η κρίση που σχετίζεται με την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, εξαιτίας της ένδειας και του οικονομικού αδιεξόδου που αντιμετωπίζουν οι χρεωμένες φτωχές οικογένειες. Έχω υποστηρίξει και αλλού πως μέσα στον ψυχρό βουλγαρικό χειμώνα, τα αιτήματα των ανθρώπων που διαδήλωσαν σ’ όλη τη χώρα ήταν μάλλον συγκεχυμένα και αντιφατικά. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί έφτασαν να μιλήσουν για την ανάγκη επανεθνικοποίησης των στρατηγικών επιχειρήσεων, καθώς και για ευρεία αναδιανομή και εξασφάλιση της ίσης πρόσβασης όλων των πολιτών στα κοινά αγαθά και υπηρεσίες.

Παγιδευμένεςμέσα στην ευρύτερη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, οι διαδηλώσεις του χειμώνα δεν άρθρωσαν μια εναλλακτική πολιτική. Μ’ έναν ενδιαφέροντα και ανησυχητικό τρόπο, τροφοδότησαν πολιτικά το εκλογικό σώμα ακροδεξιών κομμάτων όπως το ΑΤΑΚΑ: ένα κόμμα που εμφανίστηκε με ένα μανιφέστο 96 σελίδων που περιείχε αυστηρά αντινεοφιλελεύθερη ρητορική, κριτική και ως προς την παγκοσμιοποίηση. Μ’ αυτό το εκλογικό πρόγραμμα (που ονομάστηκε «Σχέδιο Σίντεροφ», από το όνομα του επικεφαλής του Βόλεν Σίντεροφ), το ΑΤΑΚΑ ακουγόταν ορισμένες φορές σαν ριζοσπαστικά αριστερό. Ήδη πριν τις εκλογές ο Σίντεροφ δήλωσε πως η Βουλγαρία χρειαζόταν έναν Ούγκο Τσάβες ώστε να ξεπεράσει την κρίση. Στο Σχέδιο αυτό, το ΑΤΑΚΑ καλούσε για (αντιαμερικανικές και εναλλακτικές της παγκοσμιοποίησης) εμπορικές συμφωνίες με τις χώρες της ομάδας BRICS, όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Βραζιλία. Το ακροδεξιό αυτό κόμμα συστήθηκε στον κόσμο με μια ανοιχτή τοποθέτηση εναντίον του νεοφιλελευθερισμού και του φονταμενταλισμού των αγορών, υπέρ της εξόδου από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ και της διακοπής των συμφωνιών της βουλγαρικής κυβέρνησης με το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα. Απ’ τη σκοπιά της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, το ΑΤΑΚΑ τοποθετήθηκε υπέρ ενός κράτους πρόνοιας με ισχυρό ρόλο του κράτους, εθνικοποιήσεις, χρηματοδότηση του συστήματος υγείας και παιδικής μέριμνας από τους πρόσθετους φόρους Το ΑΤΑΚΑ υποστήριξε ότι θα επιδίωκε να εθνικοποιήσει τις στρατηγικές επιχειρήσεις, τα κοινά αγαθά και υπηρεσίες, θα ίδρυε εθνικό αερομεταφορέα και θα εξασφάλιζε την προτεραιότητα των βουλγαρικών εταιρειών στους διαγωνισμούς για μεγάλα έργα υποδομών. Εκτός από το να κλίνει προς χώρες κρατικού καπιταλισμού όπως η Ρωσία και η Κίνα, τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο, το Σχέδιο Σίντεροφ μοιάζει να προτείνει εύλογες προοδευτικές πολιτικές που κανένα βουλγαρικό αριστερό κόμμα δεν είχε εκφράσει δημόσια. Όπως άλλα ακροδεξιά κόμματα στην ευρύτερη περιοχή, ακούγονται σαν ριζοσπάστες αριστεροί όταν τοποθετούνται ενάντια στον εταιρικό καπιταλισμό· αλλά ο «πατριωτισμός» ως προς την εθνική ιδιοκτησία των πόρων, καθώς και τα αντιμειονοτικά αισθήματα διαπερνούν –αν δεν διατυπώνονται ανοιχτά σε–όλα τους τα προγράμματα. Στο πρόγραμμα του ΑΤΑΚΑ, για παράδειγμα, υποσχόταν υψηλές υπηρεσίες παιδικής μέριμνας σε γονείς-φοιτητές πανεπιστημίου: ένα στάτους δηλαδή που συνιστά προνόμιο της εθνοτικής πλειοψηφίας της χώρας. Ζητούσαν επίσης διορισμούς για τη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου σερίφηδων και πολιτοφυλάκων σε όλη τη χώρα: αυτοί οι τελευταίοι, λένε, είναι αναγκαίοι όχι στο κέντρο της Σόφιας, αλλά σε εθνοτικά μεικτά χωριά.

Κι ενώ η ακροδεξιά δεν επωφελήθηκε από το τελευταίο κύμα διαδηλώσεων, η φιλελεύθερη Δεξιά πραγματοποίησε μια επάνοδο. Από τις εκλογές και μετά, ο Βόλεν Σίντεροφ έχει καταφέρει να καταστρέψει σε μεγάλο βαθμό την επικοινωνιακή εικόνα του ΑΤΑΚΑ, καθώς και τη δική του. Έχασε την υποστήριξη των ακροδεξιών ψηφοφόρων του που τον αποκάλεσαν «τούρκο» και «κομμουνιστή», γιατί με τη δική του ψήφο κατέστη δυνατή η ψηφοφορία για τον σχηματισμό της κυβέρνησης Ορεσάρσκι (από τα κόμματα BSP και DPS). Ο Σίντεροφ και το κόμμα του έχασαν τους πιο μετριοπαθείς δεξιούς ψηφοφόρους τους, προσπαθώντας να σαμποτάρουν τις διαδηλώσεις του Ιουνίου με προβοκάτσιες και βίαια μέσα. Παρ’ όλα αυτά, κι ενώ κλονίζεται η θέση της Ακροδεξιάς, η φιλελεύθερη Δεξιά μοιάζει να ξαναζωντανεύει. Οι διαδηλώσεις του Ιουνίου εστιάστηκαν περισσότερο στη Σόφια και στη Φιλιππούπολη και συγκέντρωσαν υποστήριξη κυρίως από τους παλιούς ψηφοφόρους της πρώην Ένωσης Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDS). Στο μέτρο που οι διαδηλώσεις ήταν ενάντια στο νεοφιλελεύθερο «σοσιαλιστικό» κόμμα BSP, τα αιτήματά τους θεωρήθηκαν «αντικομμουνιστικά». Υπήρξαν επίσης, υπορρήτως αντιτουρκικά, εξαιτίας της ανάμιξης του DPS.

Οι διαδηλωτές δεν φώναζαν αντικαπιταλιστικά συνθήματα ούτε διατύπωσαν οικονομικά αιτήματα. Διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στους ολιγάρχες και τη μαφία, αλλά υπέρ της ελεύθερης αγοράς κι ενός «λιγότερο ανατολίτικου» καπιταλισμού: μια στάση που απαιτεί την άκριτη υιοθέτηση από τη Βουλγαρία, σαν να πρόκειται για απόλυτες αξίες, των προηγμένων μορφών καπιταλισμού των χωρών του «κέντρου», χωρίς καμιά ανάλυση για το πώς και αυτές οι χώρες σαρώνονται από διαδηλώσεις ενάντια στη λιτότητα, ιδιαίτερα μετά τον ελληνικό χειμώνα του 2008. Κι ενώ δεν αναδείχθηκαν νέα πρόσωπα από αυτές τις διαδηλώσεις, ο Ράνταν Κάνεφ (ο νέος επικεφαλής των Δημοκρατών για μια Ισχυρή Βουλγαρία (DSB), κόμμα που ίδρυσε και στο οποίο προήδρευσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιβάν Κόστοφ, εκείνος που πραγματοποίησε δηλαδή τις περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις από πλευράς μεταρρυθμίσεων κατά την περίοδο 1997-2001) υποστήριξε την επιστροφή μιας «μεταρρυθμιστικής πλειοψηφίας». Η τελευταία θα μπορούσε, σύμφωνα με τον Κάνεφ, να ξαναζωντανέψει τις αξίες της μετάβασης στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, στη φιλελεύθερη δημοκρατία, στον νόμο, καθώς και «τον νόμο και την τάξη». Εντέλει, μια ομάδα φιλελεύθερων διανοούμενων μόλις δημοσίευσε, το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, ένα κείμενο που κατά την εκτίμησή τους περιέχει τα αιτήματα των διαδηλωτών. Το κείμενο αυτό, που ονομάστηκε «Χάρτα 2013», ζητάει ελευθερία στα ΜΜΕ, μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη και πόλεμο ενάντια στη διαφθορά. Παρ’ όλα αυτά, οι συγγραφείς της Χάρτας –την οποία ονόμασαν έτσι ώστε να ανακαλέσουν συμβολικά την τσεχοσλοβάκικη Χάρτα 77 και την εναντίωσή της στον κρατικό σοσιαλισμό– επανέλαβαν το παλαιό λάθος των φιλελεύθερων αντιφρονούντων. Ενώ υποστηρίζουν τη δημοκρατία και την κοινωνίας των πολιτών, αρνούνται να διατυπώσουν αιτήματα και προτάσεις για την αντιμετώπιση της φτώχειας και της οικονομικής κρίσης. Αντί να κινείται προς τα μπρος και σύντονα με τις εξεγέρσεις του Φλεβάρη, το ρολόι των καλοκαιρινών διαδηλώσεων κουρδίζεται πίσω στη δεκαετία του 80. Για την ώρα, η ριζοσπαστική Αριστερά στη Βουλγαρία είναι πολύ μικρή και αδύναμη για να μπορέσει να το συγχρονίσει.

Η Μαρία Ιβάντσεβα είναι δρ κοινωνικής ανθρωπολογίας. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Lefteast (http://goo.gl/Ij9dr). Εδώ δημοσιεύεται στην πλήρη μορφή του.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Βουλγαρία: Ένας φαύλος κύκλος;

  1. Πίνγκμπακ: Ostavka! : Ανιχνεύσεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s