Το αλυσοπρίονο. Και το συνέδριο

Standard

Ή εμείς ή αυτοί

 του Στρατή Μπουρνάζου

205367_10151087463407612_2009750557_n

Αφίσα από τις κινητοποιήσεις των ισπανών ανθρακωρύχων, Ιουλιος 2012

Η εικόνα υπερβαίνει κάθε περιγραφή — θα προσπαθήσω όμως να την αποδώσω. Τρίτη 9 του Ιούλη, μεσημέρι. Άνδρες των ΜΑΤ, εξοπλισμένοι με αλυσοπρίονο, εφορμούν στην πόρτα του περιβόλου της Πρυτανείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που την έχουν κλείσει φοιτητές και υπάλληλοι. Το αλυσοπρίονο μπαίνει σε λειτουργία, αλλά καθώς το εμποδίζουν τα χέρια των ανθρώπων, δεκάδες χέρια, τελικά αναλαμβάνει δράση ο κλειδαράς: ανοίγει την πόρτα, τα ΜΑΤ εισβάλλουν, χώνουν κάμποσους φοιτητές στην κλούβα, ψεκάζουν τρεις παριστάμενους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και αναχωρούν όλοι μαζί για τη ΓΑΔΑ. Υποθέτω ότι ακόμα και οι λιγότερο ένθερμοι θιασώτες των φοιτητικών αιτημάτων θα συμφωνήσουν ότι τα προβλήματα δεν μπορούν να λύνονται, και δεν λύνονται, έτσι. Κι όμως, τα ΜΑΤ και η βία, άνευ και όρων άνευ ορίων, έχουν αναγορευθεί, από την κυβέρνηση, στον βασικό τρόπο επίλυσης κάθε διαφοράς, δίνουν το στίγμα άσκησης της εξουσίας. Το αλυσοπρίονο αποτελεί τον ανώτατο βαθμό αυτής της πολιτικής.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, που άρχισε την Τετάρτη; Φαινομενικά καμία, πλην της χρονικής εγγύτητας. Κατά βάθος, μεγάλη. Γιατί δεν είναι μόνο το αλυσοπρίονο. Είναι και η Ιερισσός. Και η «προστασία» του αρχαιολογικού περίπατου από ειρηνικές διαδηλώσεις με χημικά, ξύλο και συλλήψεις μέρα μεσημέρι. Και το «μαύρο» στην ΕΡΤ. Και η προληπτική επιστράτευση των καθηγητών. Και η –αντισυνταγματική– κράτηση Σακκά. Και οι «ωσμώσεις» Ν.Δ. και Χρυσής Αυγής. Και η –αντισυνταγματική, επίσης– απόλυση χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων, με κυνισμό και ανευθυνότητα. Και οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου. Και η διάλυση του κοινωνικού κράτους, τη στιγμή που το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Και το ξεπούλημα πόρων και δικαιωμάτων, και, και, και… Το αλυσοπρίονο, ποικιλοτρόπως και παντοιοτρόπως, είναι παντού. Δεν είναι εξαίρεση ή ατύχημα, είναι οργανικό κομμάτι αυτής της πολιτικής, όπου η (άγρια) λιτότητα στην οικονομία συνεπάγεται (εξίσου άγρια) λιτότητα στη δημοκρατία, όπου η διάλυση του κοινωνικού κράτους πάει χέρι χέρι με τη διάλυση του πολιτεύματος.

Με δεδομένη αυτή την κατάσταση, που μας βυθίζει ολοένα και πιο βαθιά στην κρίση (το Μνημόνιο δεν είναι μόνο άδικο· είναι και καταστροφικό: καταστρέφει την προοπτική για την πλειονότητα των ανθρώπων της χώρας, τους οδηγεί στην εξαθλίωση και την απελπισία), το ζήτημα της κυβέρνησης αποκτά βιοτική, υπαρξιακή σημασία. Γιατί, όσο και να μη θέλεις να ασχοληθείς με την κεντρική πολιτική, όσο και να λαχταράς να αφιερωθείς στα γραφτά σου, στα παιδιά σου ή τους φίλους σου, να καλλιεργήσεις τον κήπο ή τα ενδιαφέροντά σου, δεν μπορείς. Ούτε μπορείς να μένεις περίκλειστος στον πύργο σου ή να υφαίνεις μόνο κινηματικούς δεσμούς στο μικροεπίπεδο — όπως παλιότερα. Συνέχεια ανάγνωσης

20 Ιουλίου: στην Καλαμάτα, στην αντιφασιστική πορεία!

Standard

 της Συντακτικής Ομάδας των «Ενθεμάτων»

Χαρακτικό του Γ. Στεφανίδη, από παράνομο έντυπο της Κατοχής

Χαρακτικό του Γ. Στεφανίδη, από παράνομο έντυπο της Κατοχής

O αγώνας ενάντια στους νεοναζιστές είναι συνεχής και (πρέπει να) δίνεται σε πολλά πεδία. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια σημεία που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, συμβολική και πραγματική, τον συμπυκνώνουν και αναδεικνύονται σε στοιχήματα: και για το κίνημα αλλά και για τους ναζιστές. Τέτοιο σημείο είναι και η προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να πραγματοποιήσει φεστιβάλ στις 3 και 4 Αυγούστου (η ημερομηνία δεν είναι τυχαία…), στην Καλαμάτα.

Τους τελευταίους μήνες στην Καλαμάτα, αριστεροί, αντιφασίστες, δημοκράτες, άνθρωποι ευαίσθητοι, προσπαθούν με κάθε τρόπο, να ανακληθεί η απόφαση του Λιμενικού Ταμείου (σε αυτό ανήκει ο χώρος όπου θα γίνει το φεστιβάλ), και να πάψει ο δήμαρχος να επικαλείται την «ελευθερία της έκφρασης», να δηλώσει, επιτέλους, ότι οι νεοναζιστές είναι ανεπιθύμητοι στην πόλη. Γιατί ο Δήμος και το Λιμενικό Ταμείο δεν είναι «γραμματοκιβώτια», όπου εισέρχονται αιτήσεις για φεστιβάλ, πρωτοκολλούνται και τυπικά δίνεται η άδεια, εφόσον οι αιτήσεις υποβληθούν εμπροθέσμως. Κι όσο για την ελευθερία της έκφρασης, καμιά ελευθερία δεν στερήθηκαν οι Χρυσαυγίτες: εκδίδουν τα έντυπά τους, καλούνται στα κανάλια, βουλευτές και παράγοντες της Ν.Δ. βρίσκονται σε περίεργη ώσμωση μαζί τους (από τον Τ. Μπαλτάκο και τον Β. Πολύδωρα, μέχρι όσους ψηφίζουν εναντίον της άρσης της ασυλίας Χρυσαυγιτών). Αυτό που ζητάνε οι αντιφασίστες της Καλαμάτας, και έχουν απόλυτο δίκιο, είναι ο δήμαρχος να πάρει σαφή θέση, να δηλώσει πως οι κήρυκες του μίσους, του ναζισμού και των εγκλημάτων δεν έχουν θέση στην πόλη — όσο δεξιός κι αν είναι ο δήμαρχος, εφόσον δεν είναι φιλοναζιστής, αυτό οφείλει να κάνει. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Τζάνγκο και η πολιτική της βίας

Standard

της Μαρίνας Πρεντουλή

 2-marina-bΕίναι ο Django ένα ακόμα κινηματογραφικό προϊόν της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας; Οι σκηνές βίας της ταινίας συνάδουν και προάγουν την κουλτούρα της βίας που επικρατεί στην Αμερική;Η τελευταία ταινία του Ταραντίνο Django, Unchained (Τζάνγκο, ο τιμωρός), προκάλεσε σειρά συζητήσεων γύρω από αυτά τα θέματα, όπως και σε σχέση με την ιστορική πιστότητα της ταινίας όσον αφορά το καθεστώς της δουλείας στην Αμερική του 19ου αιώνα. Ειδικά στις ΗΠΑ, η ταινία καταδικάστηκε από πολλούς σαν ένα ακόμα κινηματογραφικό προϊόν της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που εκθειάζει την ατομική αναζήτηση-απελευθέρωση, χωρίς ουσιαστικά να καταδικάζει την πρακτική του δουλεμπορίου και τη ρατσιστική ιδεολογία. Όσο για τις εξαιρετικά ενορχηστρωμένες και ωμές σκηνές βίας, από κοινωνιολογικής απόψεως, για πολλούς συνάδουν απόλυτα με την κουλτούρα της βίας που επικρατεί στην Αμερική και επιπλέον συμβάλλουν στην προώθησή της. Η σχέση μεταξύ αυτών των δυο κάνει την ταινία πιο ενδιαφέρουσα απ’ όσο η μονομερής ανάλυση του κάθε θέματος, και γι’ αυτό τον λόγο ο Django μπορεί να αποτελέσει καλή αφορμήμιας πιο συστηματικής (αν και όχι ενδελεχούς) χαρτογράφησης της βίας, τόσο της κινηματογραφικήςόσο και της πολιτικής.

2-marina-cΑρχίζοντας από την κινηματογραφική βία, μια κατηγοριοποίηση που μπορεί να φανεί χρήσιμη στην κατανόηση της αναπαραστατικής βίας είναι η διάκρισή της σε «τελετουργική», «συμβολική», και «υπερ-ρεαλιστική» (hyperreal) κινηματογραφική βία1. Η πρώτη αναφέρεται στην τυπική, αναμενόμενη βία που χαρακτηρίζει πολλές ταινίες του Αμερικανικού box office, με πρωταγωνιστές όπως ο Μπρους Γουίλις, ο Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ και ο Σιλβέστερ Σταλόνε. Συνήθως οι κεντρικοί ήρωες είναι απολύτως σύμφωνοι με τα πρότυπα του ανδρικού σωβινισμού, ενώ το σενάριο της ταινίας είναι υποτυπώδες. Υπάρχει μια καταιγιστική αλληλουχία πλάνων που αποσκοπεί στον στείρο εντυπωσιασμό του θεατή· η βία είναι αυτοσκοπός. Η «συμβολική» κινηματογραφική βία, αντιθέτως, πραγματεύεται υπαρξιακά θέματα και θέτει ερωτήματα σχετικά με τις ανθρώπινες –και συχνά αντιφατικές– επιλογές. Ο τρίτος τύπος, η «υπερ-ρεαλιστική» βία, η οποία χαρακτηρίζει αρκετές ταινίες από το 1990 και μετά, έχει ειρωνικά στοιχεία, έξυπνους διαλόγους και οι πρωταγωνιστές της προέρχονται από ένα χώρο όπου οι ενοχές και οι ηθικές επιταγές έχουν παραγραφεί. Απευθύνεται στα αρχέγονα ένστικτα του ανθρώπου, και αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που κάνει την «υπερ-ρεαλιστική» βία τόσο τρομακτική, γνώριμη αλλά και μπανάλ.

Αρκετές ταινίες του Ταραντίνο έχουν σχέση με αυτή την τελευταία κατηγορία βίας, όπως παραδείγματος χάρη τα ReservoirDogs και PulpFiction, και ως ένα βαθμό και ο Django, το οποίο περιέχει σκηνές βίας που άλλοτε σοκάρουν με τη σκληρότητά τους και άλλοτε αγγίζουν το κωμικό. Παρόλα αυτά, ο Django δεν μπορεί να ταξινομηθεί εύκολα με βάση τον παραπάνω διαχωρισμό, και αυτό διαφαίνεται και από τους δυο άξονες στους οποίους κινήθηκε η συζήτηση για την ταινία. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η βία, αλλά και η αντιμετώπιση της ιστορικής πραγματικότητας του θεσμού της δουλεμπορίας ή, ακόμα καλύτερα, η σχέση μεταξύ των δυο αυτών παραμέτρων που κάνει την ταινία ενδιαφέρουσα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η συζήτηση γύρω από την ταινία δεν έχει σχέση μόνο με την αναπαραστατική-κινηματογραφική βία, αλλά και με την ιστορική-πολιτική. Συνέχεια ανάγνωσης

Τραβέρσο στην κρίση

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Ήταν ωραία την Τρίτη στην παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Χριστόπουλου «Στο ρίσκο της κρίσης. Στρατηγικές της Αριστεράς των δικαιωμάτων» που οργάνωσαν οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια και ο ραδιοσταθμός «Στο Κόκκινο» (ομιλητές: Στέλιος Κούλογλου, Αντώνης Λιάκος, Νίκος Μουζέλης, Αγγέλικα Ψαρρά· συντονιστής Κώστας Αρβανίτης). Όχι μόνο επειδή είναι ωραίος ο κήπος του Συλλόγου των Αρχαιολόγων, όπου έγινε η παρουσίαση, αλλά επειδή το βιβλίο, οι ομιλητές και ο κόσμος που συνέρρευσε, μας έδειξαν πώς, στο σκληρό έδαφος της κρίσης, της διάλυσης της κοινωνίας και της δημοκρατίας, μπορεί να ανθεί η σκέψη και η κριτική. Δημοσιεύουμε την αντιφώνηση του συγγραφέα.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ανρί Ματίς, «Κόκκινος χορευτής», 1938

Ανρί Ματίς, «Κόκκινος χορευτής», 1938

Προσπαθώ να βρω μία λέξη που να εκφράζει τα συναισθήματά μου. Μία λέξη. Και η λέξη αυτή είναι: προσβολή. Προσβολή όταν ακούω τον πρωθυπουργό να λέει ότι «τα μεγαλύτερα λάθη δεν έγιναν εκείνους που κυβέρνησαν, αλλά όσους δεν κυβέρνησαν».Προσβολή όταν ο φανατικότερος πολέμιος της ιδέας τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα να έχουν αξίωση στην ελληνική ιθαγένεια πανηγυρίζει για τον έλληνα NBAer και του χαρίζει την εικόνα της Παναγίας. Προσβολή όταν σε ένα βράδυ κατεβάζουν τον διακόπτη της δημόσιας τηλεόρασης και για τρεις βδομάδες δεν εκτελείται η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, στέλνοντας το μήνυμα σε μια κοινωνία που βράζει ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται μόνο όταν μας συμφέρουν. Προσβολή όταν η απόλυση των εργαζομένων της ΕΡΤ τους στέλνεται σε φωτοτυπία, χωρίς καν τη σφραγίδα του κράτους. Προσβολή όταν ένας άνθρωπος κρατείται χωρίς δίκη πάνω από 30 μήνες, ευτελίζοντας Σύνταγμα και νόμους.

Πολλές προσβολές, που προκαλούν τη νοημοσύνη και το θυμικό του πολίτη. Μας θυμώνουν. Κι όταν θυμώνουμε δεν σκεφτόμαστε ψύχραιμα και, κυρίως, αυτοκριτικά. Και αυτό δεν βοηθάει τη δημιουργία. Διότι σήμερα χρειαζόμαστε το ένα χέρι για την ανάσχεση, και το άλλο για τον νέο κόσμο που θέλουμε να ζωγραφίσουμε μετά την καταστροφή. Και αυτό χρειάζεται καθαρό μυαλό, ενώ αυτοί που μας κυβερνάν κάνουν ό,τι μπορούν προκειμένου να μας το θολώσουν.

Πριν δύο χρόνια, όταν ακόμη η καταστροφή ήταν στην αρχή της, ο βασικός μηχανισμός ιδεολογικής πλαισίωσης του εγχειρήματος ήταν «η ελληνική ιδιαιτερότητα». Σήμερα, κανείς δεν τολμά να μιλήσει για ελληνική ιδιαιτερότητα σε μια Νότια Ευρώπη που κλυδωνίζεται και μια Εγγύς Ανατολή που φλέγεται. Υπάρχει όμως ιδιαιτερότητα: μια χώρα που ανήκει ταυτόχρονα στην κληρονομιά αυτού που κάποτε ονομάστηκε «Ανατολικό Ζήτημα» και στη Νότια Ευρώπη, και σήμερα αποτελεί εμπροσθοφυλακή του νεοφιλελεύθερου πειράματος. Αυτή είναι η ελληνική ιδιαιτερότητα. Όχι τόσο καθαυτή η λιτότητα και η ανατροφοδοτούμενη ύφεση. Αυτή είναι η κοινή, copypaste, συνταγή για όλους. Συνέχεια ανάγνωσης

Το αυτονόητο που δεν ήταν πια αυτονόητο: Η αποφυλάκιση Σακκά

Standard

του Γιάννη Σταφίδα

0-sakkasΑνακούφιση είναι η λέξη που περιγράφει καλύτερα το συναίσθημα για την απόφαση της αποφυλάκισης Σακκά. Επειδή ένας νέος άνθρωπος που διεκδικούσε το δίκιο του δεν οδηγήθηκε στην εξόντωση, επειδή –έστω με μεγάλη καθυστέρηση– έγινε ό,τι επιτάσσει το Σύνταγμα, επειδή, τέλος, δεν επικράτησαν οι πιο ζοφερές σκέψεις που υπήρχαν σε κομμάτι της κυβέρνησης.

Τέλος καλό, όλα καλά; Όχι ακριβώς. Η απόφαση της Πέμπτης δεν «σβήνει» το ότι ο Σακκάς κρατήθηκε, παράνομα και αντισυνταγματικά, πολύ πέρα από το ανώτατο συνταγματικό όριο κράτησης. Επίσης, ότι ο Γ. Τσάκαλος κρατείται για 32 μήνες. Τέλος, τα 30.000 ευρώ εγγύηση που επιβλήθηκε είναι δυσανάλογη και εκδικητική — παρεμπιπτόντως, δεν είναι, βέβαια, προσωπικό, θέμα του Σακκά να μαζευτούν αυτά τα χρήματα. Ας δώσουν 30.000 άνθρωποι από ένα ευρώ ο καθένας — ήδη στην Κατάληψη του Βοξ υπάρχει ένα κουτί. Γιατί ο Σακκάς, μέσα από όλα όσα προηγήθηκαν, αποτελεί σήμερα σύμβολο του αγώνα για το δίκιο και την αξιοπρέπεια, ενάντια στην αυθαιρεσία.

Η αποφυλάκιση αποτελεί νίκη. Ποιανού όμως; Του ίδιου του Σακκά, πρώτα πρώτα, και του κινήματος αλληλεγγύης. Πολύ θα θέλαμε να πούμε και της δημοκρατίας, αλλά δεν μπορούμε, όταν χρειάστηκε τόσος χρόνος και μόχθος για το αυτονόητο. Μια νίκη του αυτονόητου λοιπόν; Ναι, μόνο που πια δεν ήταν αυτονόητο. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική

Standard

Ένα παράδειγμα γόνιμης συνάντησης Αριστεράς και χριστιανισμού  

Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας στα ελληνικά της «Θεολογία της Απελευθέρωσης» του Γκ. Γκουτιέρες

 του Μικαέλ Λεβί και του Κώστα Αθανασίου

Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης), στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία)

Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης), στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία)

Το τελευταίο διάστημα έχει επανέλθει στο προσκήνιο η συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στην Αριστερά και τη θεολογία ή την Εκκλησία. Ωστόσο, από τα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα που δημοσιεύονται, απουσιάζει συνήθως η αναφορά στην εμπειρία της πιο σημαντικής και γόνιμης συνάντησης μεταξύ Αριστεράς και χριστιανισμού, όπως εκφράστηκε στο ρεύμα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, ειδικά στη Λατινική Αμερική, και η οποία προήλθε από μια πραγματική ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων και ανθρώπων πιστών στον χριστιανισμό και από τη μετακίνησή τους προς το χώρο της Αριστεράς.

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης είναι ένα σώμα κειμένων που αποτελεί τη θεωρητική έκφραση ενός ευρύτατου κινήματος το οποίο εμφανίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1960, πολύ πριν γραφτούν τα βασικά κείμενα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, και το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί Χριστιανισμός της Απελευθέρωσης — ένα κίνημα που περιλαμβάνει κοινότητες βάσης, λαϊκές (αγροτικές, εργατικές, ιθαγενικές) θρησκευτικές ομάδες, κινήματα γειτονιάς και ακτημόνων κ.λπ.

Αν θέλαμε να επιλέξουμε ένα χαρακτηριστικό της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, αυτό θα ήταν η ταξική επιλογή, η ταξική μεροληψία υπέρ των φτωχών. Η κρίσιμη διαφορά με τη φιλεύσπλαχνη φιλανθρωπία της επίσημης Εκκλησίας είναι ότι για τη Θεολογία της Απελευθέρωσης οι φτωχοί δεν νοούνται ως αντικείμενα (βοήθειας, συμπόνιας, ελεημοσύνης) αλλά ως δρώντα υποκείμενα της ιστορίας τους, ως δρώντα υποκείμενα της απελευθέρωσής τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Εμιγκρέδες της Ρουμανίας

Standard

της Μαρίας Πετρίτση

 5-petritsi-bΤον τελευταίο καιρό είχε κόλλημα με τα ρουμάνικα. Άκουγε διαρκώς εκείνο το τραγούδι με τους Ρουμάνους που ανεβαίνουν με το ασανσέρ, και χαιρόταν. Στη δουλειά υπήρχαν αρκετοί νεοφερμένοι από τη Ρουμανία. Τη γλώσσα τους δεν την καταλάβαινε. Όταν όμως τους άκουγε να μιλάνε με εκείνους τους τραχείς και ακατέργαστους ήχους, είχε την εντύπωση πως άρχιζε να ζει μέσα στο τραγούδι. Πως ήταν μία από αυτούς.

Ένα μεσημέρι ο καινούριος ρουμάνος συνάδελφος μπήκε στο γραφείο της.
«Γιατί δεν βγαίνεις ποτέ έξω εσύ; Όλο γράφεις, γράφεις. Και τι γράφεις;», μίλησε αγγλικά.
Σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Καλοσυνάτο πρόσωπο, καθαρό. Τριαντακάτι, γκρι κοστούμι και γαλάζιο πουκάμισο με ένα ανοιχτό κουμπί. Χωρίς γραβάτα.

«Καλώστον. Μεσημέριασε. Πάμε να φάμε;», πρότεινε. Χωρίς να απαντήσει στις ερωτήσεις του.

«Πάμε», είπε εκείνος και περίμενε.

Μπήκαν στο ασανσέρ και μέχρι να φτάσουν δεν μιλούσαν, μόνο κοιτούσαν τα νούμερα που άλλαζαν. Γύρω τους, κάποιοι συνάδελφοι συζητούσαν σε άλλες γλώσσες.

«Το ασανσέρ με τους εμιγκρέδες», σκέφτηκε και χαμογέλασε μόνη της. Συνέχεια ανάγνωσης