2667

Standard

του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

Αναστασία Δούκα, «Roberto Bolaño», 2013

Αναστασία Δούκα, «Roberto Bolaño», 2013

Πολλές φορές βλέπω στα όνειρά μου τον Ρομπέρτο Μπολάνιο, πως τον συναντώ στην πλατεία Μαδρίτης (στην αρχή της Μιχαλακοπούλου), να έρχεται ντυμένος στα μαύρα σαν κοτσύφι, ενώ εγώ κάθομαι και τον περιμένω σ’ ένα παγκάκι, και μετά βλέπω τα βιβλία του, τα βιβλία του που έχουν εκδοθεί και τα βιβλία του που δεν έχουν εκδοθεί και πρόκειται να εκδοθούν σύντομα, αλλά κι αυτά που είναι ακόμα βαθιά χωμένα μέσα στα συρτάρια του και θ’ αργήσουν να εκδοθούν, αν και στην πραγματικότητα το μόνο που βλέπω είναι τα εξώφυλλά τους, που είναι σαν σκοτεινές προσόψεις μέσα στη νύχτα, οι οποίες διακόπτονται από μια φωτεινή κάθετη ρίγα, μια στενή λουρίδα σαν τη Χιλή, και δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μισάνοιχτη πόρτα που αφήνει ένα υποκίτρινο φως να βγει προς τα έξω, μέχρι που η πόρτα ανοίγει απότομα και η στενή λουρίδα γίνεται πλατιά, για μια στιγμή το φως γίνεται εκτυφλωτικό και μετά η φωτεινότητα καταλαγιάζει και βλέπω επιτέλους πίσω από την πόρτα, υπάρχει ένα άδειο δωμάτιο, γυμνό από έπιπλα, με άσπρους τοίχους και μια λάμπα να κρέμεται μ’ ένα καλώδιο από το ταβάνι.

Κατά κάποιο τρόπο ο Μπολάνιο έγραψε τα βιβλία του μαζί με το θάνατό του, το δικό του επικείμενο θάνατο, που ήταν η μόνιμη απειλή της ζωής του –από τη μέρα που διαγνώστηκε το πρόβλημα στο συκώτι του, το ’92– και συγχρόνως ο μεγάλος του υποστηρικτής, γιατί ο θάνατος ήταν ο μόνιμος βοηθός του, που τον απελευθέρωνε και συγχρόνως τον τσίγκλαγε –όπως οι βοηθοί στις ιστορίες του Κάφκα– να εργαστεί περισσότερο, με ακόμη πιο γρήγορους ρυθμούς, καθ’ όλη τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας της ζωής του, αν και η αλήθεια είναι πως ο Μπολάνιο έγραφε πάντα πολύ, τουλάχιστον για μια δεκαπενταετία πίσω, σίγουρα από τότε που έφτασε στη Βαρκελώνη και ύστερα, έγραφε συνέχεια, όταν δεν έκανε δουλειές του ποδαριού για να ζήσει, όταν δεν κοιμόταν (δεν κοιμόταν), όταν δεν διάβαζε σαν μανιακός (που είναι ακριβώς το ίδιο με το να γράφει κανείς), έγραφε όσο ζούσε στο στούντιο της οδού Ταγιέρς, στο κέντρο της πόλης, έγραφε όταν μετακόμισε στη Χιρόνα, την περίοδο της μεγάλης φτώχειας, την οποία περιγράφει σ’ ένα από τα πιο ωραία του κείμενα, στον Σενσίνι, από τη συλλογή διηγημάτων Τηλεφωνήματα (1997), και έπειτα, στο Μπλάνες, όπου εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του, την Καρολίνα Λόπες, κι εκεί έγραφε, κι έπρεπε να γίνει 40 χρονών για να δει τα βιβλία του να εκδίδονται τακτικά.

Έτσι λοιπόν έγραψε δεκάδες ποιήματα, πάνω από πενήντα διηγήματα, και δύο ογκωδέστατα μυθιστορήματα, ένα ημιτελές, το 2666 (2004), κι ένα που μοιάζει ακόμη πιο ημιτελές, επειδή αποτελείται από θραύσματα, Οι άγριοι ντετέκτιβ (1998), ένας φόρος τιμής στις περιπλανήσεις που έκανε με τον φίλο του και ποιητή Μάριο Σαντιάγο (1953-1998), την περίοδο που ζούσε στο Μεξικό, ένα βιβλίο που είναι κοντά στον Κορτάσαρ, στην αποσπασματικότητα του Κουτσού, που είναι κοντά στην πολυφωνία του Φώκνερ, αλλά περισσότερο είναι κοντά σ’ ένα τζάμι που το έχει σπάσει μια πέτρα και γύρω απ’ την τρύπα έχει σχηματιστεί ένα γυάλινο δίχτυ που απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις και είναι σαν μια ατέλειωτη έρημος φτιαγμένη από χιλιάδες γυαλάκια, και αυτή η έρημος, που στο βιβλίο είναι η έρημος Σονόρα, καμιά φορά νομίζεις πως είναι η έρημος Ατακάμα, δεν μπορεί, πρέπει να είναι η έρημος Ατακάμα, σπαρμένη με τα χιλιάδες κοκαλάκια του Πινοτσέτ –απ’ τον οποίο κατάφερε να ξεφύγει ο Μπολάνιο τον Σεπτέμβρη του ’73–, που, με τη σειρά της, είναι η πόλη της Σάντα Τερέζα στα Εγκλήματα, τέταρτο μέρος του 2666, μια πόλη-ομαδικός τάφος, γεμάτη δολοφονημένες γυναίκες.

Και βέβαια υπάρχουν τα μικρότερα βιβλία του, μικρότερα σε έκταση, όπως το Παγοδρόμιο (1993), το Μακρινόαστέρι (1996), η Τελευταία νύχτα στη Χιλή (2000) –το πρώτο μυθιστόρημα του Μπολάνιο που τυπώθηκε στα ελληνικά και πλέον είναι εξαφανισμένο, εξαντλημένο εδώ και χρόνια ή πολτοποιημένο, και είναι αδύνατον να το βρει κανείς–, αλλά και το ποιητικό του αφήγημα Αμβέρσα (1980/2002), χωρισμένο σε 56 μικρά κεφάλαια, καθώς και η Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική (1996), που είναι το βιβλίο που τον έβγαλε απ’ την αφάνεια, και είναι ίσως, με τον πιο άμεσο και ευθύ τρόπο, το πιο μπορχεσικό του βιβλίο, μια μικρή εγκυκλοπαίδεια που αποτελείται από φανταστικές βιογραφίες ναζιστών συγγραφέων.

Άλλωστε ο Μπολάνιο οφείλει πολλά στον Μπόρχες κι ακόμη περισσότερα στον Κορτάσαρ (που οφείλει πολλά στον Μπόρχες), όμως στο τέλος ίσως ο Μπόρχες και ο Κορτάσαρ να είναι αυτοί που θα χρωστάνε πραγματικά στον Μπολάνιο. Γιατί είναι αλήθεια πως διηγήματα όπως το Ακολουθώντας τα ίχνη του Κορτάσαρ (από το Οκτάεδρο), ή ο Πιερ Μενάρ, συγγραφεύς του «Δον Κιχώτη» και το Εξετάζοντας το έργο του Χέρμπερτ Κουέιν,από τις Μυθοπλασίες του Μπόρχες, βρίσκονται στο κέντρο των βιβλίων του Μπολάνιο –όπως για παράδειγμα στους Κριτικούς, εναρκτήριο μέρος του 2666--, μόνο που ο Μπολάνιο δουλεύει τελείως ανυπεράσπιστος, ακόμη κι αν δεν είναι γέρος και τυφλός όπως ο Μπόρχες (που ήταν πάντα γέρος), ενώ ταυτόχρονα είναι πιο νέος από τον Κορτάσαρ (που ήταν πάντα νέος) και μοιάζει να τραβά το χέρι του για να γράψει μέσα από ακόμη μεγαλύτερα βάθη, ξεπερνώντας σε σπλαχνικότητα ακόμη κι αυτή τη γραφή του Κορτάσαρ που ούτως ή άλλως είναι ένα ζεστό ρεύμα λέξεων και προτάσεων που δεν ψύχεται ποτέ.

Αν ο Πεσσόα σπάει τον συγγραφικό του εαυτό σ’ ετερώνυμα –που διαρκώς ξεθάβονται απ’ το μυθικό μπαούλο του–, ο Μπολάνιο συνθέτει τον εαυτό του με κομμάτια από άλλους συγγραφείς, μείζονες κι ελάσσονες, κλασικούς και πορνογράφους, ποιητές και συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, γιατί ο Μπολάνιο δεν είναι ποτέ μόνο ο Μπολάνιο, είναι ο Κασάρες και ο Αντόνιο ντι Μπενεντέττο (Σενσίνι), είναι ο Ενρίκε Λιν και ο Νικανόρ Πάρρα, είναι ο φίλος του Ροδρίγο Λίρα –«ο καλύτερος, είχε ήδη αυτοκτονήσει και σάπιζε εδώ και κάμποσα χρόνια σε κάποιο νεκροταφείο ή οι στάχτες του αιωρούνταν ανακατωμένες με τα υπόλοιπα σκουπίδια του Σαντιάγο», (Συνάντηση με τον Ενρίκε Λιν,στις Πουτάνες φόνισσες, 2001)– και η άγνωστη Σοφί Ποντόλσκι –«αυτοκτόνησε πριν χρόνια… Θα ήταν είκοσι επτά τώρα, όπως εγώ…», (Αμβέρσα)–, είναι ένα ανεξάντλητο καραβάνι συγγραφέων που βγαίνει σαν κουρνιαχτό από τη γη.

Ο Μπολάνιο δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τα βιβλία που είχε γράψει ο ίδιος, ενδιαφερόταν περισσότερο για τα βιβλία που είχαν γράψει οι άλλοι, αυτό είχε πει, και μπορεί να ήταν ανειλικρινής, ωστόσο το γράψιμό του τον επιβεβαιώνει, γιατί κάθε βιβλίο του κινείται ενάντια σε κάθε είδος εξουσίας και αριβισμού, ενάντια στο φόβο που προκαλούν οι ακαδημαϊκοί, και έρχεται να μας υπενθυμίσει πως οι συγγραφείς εξακολουθούν να είναι εκείνοι οι ονειροπόλοι περιπατητές που προχωράνε κάτω από τον πιο δυνατό ήλιο, και πως η ιστορία της λογοτεχνίας γράφεται ακόμη από τους ηττημένους.

Προς το τέλος, έμενε σ’ ένα μικρό άδειο διαμέρισμα, όχι μακριά απ’ το σπίτι που ζούσε η οικογένειά του. Περνούσε τον περισσότερο καιρό εκεί, διάβαζε ελάχιστα και δεν έγραφε καθόλου. Ένα βράδυ που δεν ήθελε να κοιμηθεί μόνος του, ντύθηκε και πήγε να τους βρει. Είδε για λίγο τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά και ύστερα πήγε για ύπνο. Πέθανε την επόμενη μέρα, στις 14 Ιουλίου του 2003.

Έτσι μού είπε —

Ο Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου είναι κινηματογραφιστής. Η Αναστασία Δούκα είναι γλύπτρια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s