Εξελληνισμός και αλβανική εθνική αυτοπεποίθηση

Standard

 ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Περικλής Παπανδρέου

Ο Περικλής Παπανδρέου

Τον Απρίλιο του 2011 έφυγε από τη ζωή ο Περικλής Παπανδρέου. Βίαια, ακατανόητα. Όλοι εμείς που τον γνωρίσαμε και τον ζήσαμε, μείναμε πίσω με αναπάντητα ερωτήματα. Με τις αναμνήσεις από έναν χαρισματικό άνθρωπο, από έναν βίο που δεν σπαταλήθηκε, αλλά αφιερώθηκε σε ό,τι πραγματικά αξίζει, μια διαρκής αναζήτηση νοήματος. Παλαιότερα, αυτό το νόημα είχε βρεθεί στην πολιτική δράση. Πιο πρόσφατα, η αναζήτησή τον οδήγησε στο Λονδίνο όπου εκπόνησε τη διδακτορική διατριβή του. Η μελέτη του αυτή, με τίτλο Παιδιά της μετανάστευσης στην Αθήνα. Η πολιτική του ανήκειν και οι σκοτεινές πλευρές της προσαρμογής (μετ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. νήσος) κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες. Πολλοί ίσως ανακαλύψουν στο βιβλίο έναν οξυδερκή κοινωνικό επιστήμονα, ήταν, όμως, πολύ περισσότερα από αυτό…

 Πολυμέρης Βόγλης 

  του Περικλή Παπανδρέου

Έργο του Τζέικομπ Λώρενς από τη σειρά «Μετανάστευση», 1940-41

Έργο του Τζέικομπ Λώρενς από τη σειρά «Μετανάστευση», 1940-41

 Από τις προηγούμενες σχετικές έρευνες απουσιάζει ακριβώς η οπτική γωνία των μεταναστών μαθητών, και μάλιστα όχι μόνο για αυτό καθαυτό το ζήτημα της «σημαίας» αλλά και για τη σχέση του με το ευρύτερο ζήτημα της θέσης τους στην ελληνική κοινωνία. Μια ευκαιρία να καλυφθεί αυτό το κενό πρόσφεραν οι μετανάστες μαθητές που συμμετείχαν στην παρούσα μελέτη και οι αφηγήσεις τους για τις αντιπαραθέσεις γύρω από τη «σημαία». Το 2005, όταν πήρα συνέντευξη από τον Κώστα, μαθητή ΤΕΕ με ελληνικές ρίζες γεννημένο στην Αλβανία, φάνηκε πως οι «διενέξεις για τη σημαία» είχαν χάσει την ορμή τους, στα περισσότερα σχολεία τουλάχιστον. Ωστόσο, η αντιπαράθεση εξακολουθούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην πλαισίωση της σκέψης των μεταναστών μαθητών:

 «Κώστας: Βασικά εδώ έγινε συζήτηση για τη σημαία, αν θα τη σηκώσουνε οι Αλβανοί. Ήτανε να τη σηκώσει μια Αλβανίδα. Την 28η Οκτωβρίου, πότε ήτανε. Ήτανε ένας Έλληνας τώρα και αρπάχτηκε επειδή ήτανε να τη σηκώσει μια Αλβανίδα, βασικά κι εγώ άμα ήμουνα το ίδιο θα ’κανα. Πήγαινε στο γραφείο και έκανε φασαρία, έβαζε ιδέες στους άλλους.

Ερ.: Αυτός είναι ο δεύτερος καλύτερος μαθητής;

Κώστας: Όχι, αυτός είναι από τους χειρότερους μαθητές. Αυτός ήθελε να είναι Έλληνας αυτός που θα σηκώσει τη σημαία. Οι άλλοι λέγανε ο νόμος λέει ο καλύτερος μαθητής χωρίς διάκριση εθνικότητας. Δεν λέει ο καλύτερος έλληνας μαθητής. Γι’ αυτό λέει μπορεί να πάρει και ο Αλβανός τη σημαία, και έλεγε αυτός απειλούσε θα φέρω εδώ, θα γίνει χαμός σχολείο και αυτά, δυο τρία άτομα πήραν το μέρος του. Ε μετά, με τις μέρες ξεχάστηκε το θέμα. Τελικά, η Αλβανίδα σήκωσε τη σημαία. Κουβεντιάστηκε το θέμα και οι πιο πολλοί ήτανε με το μέρος του ανοικτόμυαλου. Δηλαδή έλεγαν οι πιο πολλοί άσε τη κοπέλα να σηκώσει τη σημαία. Οι καθηγητές πάλι ήταν με την Αλβανίδα. […] Η κοπέλα [η Αλβανίδα] δεν το ’χε πάρει προσωπικά, δεν νομίζω ότι για αυτή η σημαία ήταν κάτι, αντίθετα είχε πει στο παιδί αυτό: αν θες παρέα, θα σου φέρω παρέα για υπεράσπιση. Η οποία παρέα θα ήταν Αλβανοί και αυτοί. Άρα αυτό δείχνει ότι πιο πολύ σαν υποχρέωση το είχε, παρά σα θέλημα».

 Η ανάγκη να διευκρινιστεί η έλλειψη εθνικού πάθους και συγκίνησης από την πλευρά της αλβανίδας σημαιοφόρου φαίνεται να πηγάζει από την άχαρη θέση των αλβανών μαθητών. Από τη μια πλευρά, εκτιμούν το γεγονός ότι οι συμπατριώτες τους εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία να πετύχουν στον ανοιχτό ανταγωνισμό για εκπαιδευτική αριστεία σε ένα ελληνικό σχολείο. Από την άλλη, αισθάνονται να απειλούνται από τις συνέπειες της επιτυχίας αυτής, εξαιτίας της πρόκλησης που αντιπροσωπεύει για τον εθνοτικό αυτοπροσδιορισμό τους. Στη δική τους αντίληψη λοιπόν, το έπαθλο της «σημαίας» συνοδεύεται από κάποιο τίμημα για την εθνοτικοεθνική ταυτότητά τους που τους φαίνεται δυσβάστακτο. Ο Τζενάν εξέφρασε και πάλι με τον καλύτερο τρόπο τα αισθήματα αρκετών αλβανών αποκρινόμενων:

«Να σας πω εγώ τι πιστεύω. Αρχικά εντάξει, αν αγαπάς τη χώρα, δηλαδή είμαι μαθητής στο σχολείο αυτό, είμαι καλός, βγάζω 19, πρέπει όπως λέει ο νόμος να σηκώσω τη σημαία. Αν εγώ επιθυμώ, είμαι ξένος, και μου ταιριάζει να σηκώσω τη σημαία, πιστεύω ότι δεν υπάρχει λόγος να ρωτήσω κανέναν, αν θέλω εγώ και είμαι Αλβανός, οτιδήποτε, μαύρος, αν εγώ θέλω, αν το λέει η καρδιά μου, δεν μου το απαγορεύει κανένας. […] Αλλά βέβαια το θέμα είναι αν ένας Αλβανός που δεν έχει καμιά σχέση με την Ελλάδα, απλά ζει στη χώρα, απλά μαθαίνει την ελληνική γλώσσα, διδάσκεται τον ελληνικό πολιτισμό και πάει μόνο και μόνο επειδή διδάσκεται τον ελληνικό πολιτισμό και σηκώνει τη σημαία, είναι λίγο, όχι κακό, αλλά έτσι σαν να αποφεύγεις τη δικιά σου πατρίδα. Δηλαδή όχι προδότης, δεν μπορώ να τους πω προδότες, κατά τη γνώμη μου δεν είναι προδότες, απλά είναι άνθρωποι με δυο πατρίδες. Μπορείς να τους πεις έτσι μερικές φορές. […] Δηλαδή ήταν αυτός ο Οδυσσέας Τσενάι. Ναι, λέει, είμαι Αλβανός και δεν θα απαρνηθώ ποτέ τη πατρίδα μου, αλλά θέλω να σηκώσω και την ελληνική σημαία. Την αγαπώ την Ελλάδα, έτσι δεν έλεγε; Αγαπώ την Ελλάδα, λέει, αλλά αγαπώ και την Αλβανία. Κάποια στιγμή όμως θα πρέπει να αποφασίσει, Ελλάδα ή Αλβανία. […] Αν ήμουνα στη θέση ενός δεκαεννιάρη, δεν θα το έκανα γιατί θα αισθανόμουνα άσχημα. Γιατί ένας Έλληνας που ήταν από πίσω μου, θα έλεγα, γιατί, αυτός είναι στη πατρίδα του, γιατί να μην τη σηκώσει αυτός; […] Βασικά αυτά είναι θέματα τι είναι τα πιστεύω σου, τι περιμένεις εσύ από τον εαυτό σου, να γίνεις Έλληνας, μόνο και μόνο στα χαρτιά. […] Εντάξει, μπορεί να είσαι Αλβανός στη καρδιά και να ζεις στην Ελλάδα, δεν υπάρχει πρόβλημα».

Το επιχείρημα του Τζενάν είναι αποκαλυπτικό. Το δικαίωμα να γίνεις σημαιοφόρος δεν αντιμετωπίστηκε με επιφύλαξη μόνο από ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, αλλά επίσης από μερικούς αλβανούς αποκρινόμενους, οι οποίοι παρά τη συγκριτικά καλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία θεωρούν αυτή τη συμβολική χειρονομία υπερβολικά μεγάλο βήμα για την εθνοτικοεθνική ομάδα τους. Από τη θέση του νεοεισερχόμενου εκτιμούν τα πλεονεκτήματα που προσφέρει για τη δομική ενσωμάτωσή τους ένα κοσμοπολίτικο αξίωμα για την ιδιότητα του πολίτη. Από την άλλη πλευρά, συμμερίζονται με τους έλληνες εθνικιστές συμμαθητές τους την ίδια εννοιολογική κατανόηση για το ποιος έχει τις προϋποθέσεις να είναι μέλος ενός έθνους. Και οι δύο πλευρές αποστρέφονται τη χαλάρωση των εθνικών οριοθετήσεων. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε πού ριζώνει η ανάγκη των γεννημένων στην Αλβανία νέων να υπερασπιστούν τον εθνοτικοεθνικό αυτοπροσδιορισμό τους. Είναι λογικό για νεαρά άτομα που γεννήθηκαν στο εξωτερικό, και στην πραγματικότητα έχουν επισφαλή νομική θέση στην Ελλάδα, να επιδιώκουν τη διατήρηση δεσμών με τη γενέτειρα και τον πολιτισμό της. Επιπλέον, πολλοί ανάμεσά τους –ιδίως οι Αλβανοί– ανέφεραν ότι έχουν τη δυνατότητα να ταξιδεύουν τακτικά στη χώρα καταγωγής τους, να επισκέπτονται τους παππούδες τους για καλοκαιρινές διακοπές, να συμμετέχουν στις εορταστικές εκδηλώσεις της ιδιαίτερης πατρίδας τους ή στις οικογενειακές γιορτές, ενώ οι γονείς τους ψηφίζουν στις εθνικές ή τοπικές εκλογές. Φαίνεται πως αυτή η κινητικότητα υψηλού βαθμού ενισχύθηκε μετά την καμπή που σηματοδότησαν η κρίση των «πυραμίδων» στην Αλβανία το 1997 και το πρώτο πρόγραμμα νομιμοποίησης μεταναστών στην Ελλάδα το 1998· με την πρώτη κατέρρευσαν οι ελπίδες για τις προοπτικές της αλβανικής οικονομίας και το δεύτερο έκανε τη μακροχρόνια εγκατάσταση στην Ελλάδα να μοιάζει βιώσιμη. Κατά συνέπεια, η αλβανική μετανάστευση προς την Ελλάδα έπαψε να συνιστά μια παλινδρομική μετακίνηση ανδρικού εργατικού δυναμικού, και πολλοί ανάμεσά τους επιδίωξαν να επανενωθούν με τις οικογένειές τους και να εγκατασταθούν μόνιμα στη χώρα. Παρόλο που η περιοδικότητα δεν χαρακτηρίζει πια το σύστημα της αλβανοελληνικής μετανάστευσης, οι ζωές των μεταναστών πιθανόν υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα φέρνοντας σε στενή αλληλεπίδραση τις δύο κοινωνίες, για να μη μιλήσουμε για τη δημιουργία ενός ενιαίου κοινωνικού πεδίου. Στο πλαίσιο αυτού του πεδίου η μετανάστευση δεν συνεπάγεται πια αναγκαστικά τη διάρρηξη των πολιτισμικών δεσμών, όπως προϋπέθετε το παραδοσιακό μοντέλο της διατλαντικής περίπτωσης. Αντίθετα, αυτό το σύστημα μετανάστευσης διευκολύνει τη συντήρηση μιας μορφής εθνικής ταυτότητας που εμφανίζεται ως γραμμική επέκταση της σύνδεσης και της αγάπης για την προγονική γη. Με δυο λόγια, αυτό το σύστημα μετανάστευσης επιτρέπει στους αλβανούς μετανάστες τη «γραμμική εθνότητα». Επιπλέον, φαίνεται λογική η υπόθεση ότι η γραμμική εθνότητα είναι πιο σημαντική για τους μετανάστες πρώτης γενιάς από ό,τι για τους απογόνους τους.

3 σκέψεις σχετικά με το “Εξελληνισμός και αλβανική εθνική αυτοπεποίθηση

  1. Πίνγκμπακ: Εξελληνισμός και αλβανική εθνική αυτοπεποίθηση | κόκκινος γάτος

  2. Αν και παλιό το άρθρο, θα ήθελα να το σχολιάσω. Θεωρώ, ότι αυτά τα φαινόμενα είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος για να καταργηθεί οριστικά το απολίθωμα της μαθητικής παρέλασης. Δεν προσφέρει τίποτα εθνικά και συχνά διχάζει την σχολική κοινότητα, καθώς πλέον είτε αρέσει, είτε δεν αρέσει σε κάποιους, είμαστε εκ των πραγμάτων μία πολυπολιτισμική κοινωνία και οφείλουμε ως κράτος, να υιοθετούμε πρακτικές, που δεν δημιουργούν υπόβαθρο ρατσισμού και μάλιστα σε ευαίσθητους χώρους όπως τα σχολεία

  3. Πολυ ωραιο κειμενο Ποτε μεχρι τωρα δεν ειδαμε αυτη την πλευρα του θεματος.Αν οι γονεις του αλβανου μαθητη βλεπουν τη σημαια τους ,την καθε σημαια σαν συμβολο του εμεις κοντρα στους αλλοεθνεις, θα νοιωθουν αβολα εως απεχθεια ,προδοσια να σηκωνει το παιδι τους την ελληνικη σημαια .Το ιδιο και οι Ελληνες εθνικιστες.Αν το βλεπουν πιο ηρεμα δλδ στην Ελλαδα ειμαστε ο νομος λεει αυτο ,το παιδι μου ειναι αριστο τοτε δεν τρεχει τιποτα (η σχεδον τιποτα ….)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s