Ο Τρυγητής των σχολείων

Standard

O νέος νόμος και το «νέο λύκειο»

του Στρατή Μπουρνάζου

O Ιούνης ήταν ο Θεριστής, ο Ιούλης ο Αλωνάρης, ο Αύγουστος ο Συκολόγος και ο Σεπτέμβρης ο Τρυγητής. Και απ’ όταν οι κοινωνίες μας άρχισαν να μπαίνουν στον ρυθμό της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ο Σεπτέμβρης έγινε, αναντίρρητα, ο μήνας του σκολειού: της νέας χρονιάς, των σχολικών ειδών, του αγιασμού, των καινούργιων βιβλίων κ.ο.κ. Φέτος όμως

Από το "Αλφαβητάρι με τον ήλιο", 1919

Από το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο», 1919

έχουμε και άλλους –λιγότερους ρουτινιάρικους, μα και λιγότερους ευχάριστους– λόγους, να το λέμε: «διαθεσιμότητα» και μετατάξεις, καταργήσεις ειδικοτήτων στα τεχνικά λύκεια, νέος νόμος για το λύκειο, ολοήμερα σχολεία που καταργούνται, ΑΕΙ που αναστέλλουν τη λειτουργία τους και, βέβαια, η απεργία διαρκείας των καθηγητών από αύριο: ένα φάσμα καταιγιστικό, που κάνει, χωρίς καμιά αμφιβολία, τον Σεπτέμβρη που διανύουμε μήνα της παιδείας.

Ξεκινάω από τον νόμο για την «αναδιάρθρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», που ψηφίστηκε την Τρίτη. Ας διακρίνουμε, σύμφωνα με όσα μάθαμε από την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, τέσσερα πεδία στα οποία μπορούμε να τον αποτιμήσουμε. Πρώτον, όσα διακηρύσσει ότι προτίθεται να κάνει. Δεύτερον, εκείνα που πραγματικά κάνει, πέρα από τις εξαγγελίες. Τρίτον, αυτά που δεν κάνει, τα ζητήματα που αφήνει απέξω. Τέταρτον, η πραγματικότητα στην οποία θα εφαρμοστεί. Σημείο, το τελευταίο, ιδιαίτερα κρίσιμο: στον πρόσφατο νόμο για τα ναρκωτικά, λ.χ., το μείζον δεν ήταν οι αδυναμίες ή οι ελλείψεις του, αλλά ότι με τις δεδομένες συνθήκες (συρρίκνωση κονδυλίων, κατάρρευση των δομών ψυχικής υγείας και εν γένει των δομών πρόνοιας, συνωστισμός στις φυλακές) οι θετικές διατάξεις του θα μείνουν, πιθανότατα, γράμμα κενό.

Και στα τέσσερα πεδία, ο νόμος και η κυβέρνηση παίρνουν πολύ χαμηλό βαθμό. Θα εξηγήσω αμέσως το γιατί.

α) Η συνολική κατεύθυνση του νόμου. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ο νέος Μπουρντιέ, αλλά απλώς προσεκτικός αναγνώστης της αιτιολογικής έκθεσης, για να αντιληφθεί την απουσία οράματος και συνεκτικής κατεύθυνσης. Ετερόκλητες διατάξεις, πασπαλισμένες με τις γνωστές αβλαβείς γενικότητες («αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας» των νέων, «ένα σχολείο φιλικό προς τον μαθητή και ευχάριστο» κλπ. κλπ.), αοριστολογίες («θα πρέπει, βέβαια, να τονισθεί, ότι θα ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τους μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες»), μαζί με κάμποσες αντιδραστικούρες — δεν ξέρω πώς αλλιώς να χαρακτηρίσω την απόφανση: «Δεν είναι παιδαγωγικώς και ηθικώς αποδεκτό να επιβραβεύεται στο σχολείο η οκνηρία» (προφανώς, εικονογραφείται εδώ η αντίληψη του «φιλικού» και «ευχάριστου» σχολείου, που αναφέρθηκε παραπάνω…).

β) Τα συγκεκριμένα μέτρα. Συνοψίζοντας με λίγες λέξεις το νομοθέτημα, θα λέγαμε: Εξετάσεις, Εξετάσεις, Εξετάσεις. Αυτή είναι η βασική του αντίληψη: περισσότερες εξετάσεις, αυστηρότερες εξετάσεις. Είναι απολύτως βέβαιο, με βάση όλη την προγενέστερη εμπειρία, ότι η αντίληψη αυτή οδηγεί σε αποστέωση του λυκείου, στην ενίσχυση των πάσης φύσεως φροντιστηρίων, σε απώλεια του όποιου αυτόνομου ρόλου του, στον ακόμα εντονότερο ετεροπροσδιορισμό και την πρόσδεσή του στις εισαγωγικές για τα ΑΕΙ — κι ας λέει η αιτιολογική έκθεση ότι θέλει να του «προσδώσει παιδευτική αυτονομία»!

γ) Τι δεν κάνει. Αρκεί μια ματιά στα μαθήματα για να αντιληφθούμε πόσο απουσιάζουν από το «νέο λύκειο» οι ανάγκες της κοινωνίας του 21ου αιώνα. Φυσικά, είναι μεγάλη και απαιτητική συζήτηση ποιες είναι αυτές οι ανάγκες, ποιος τις καθορίζει, ποιους εξυπηρετούν κ.ο.κ. Ωστόσο, με όποιο κριτήριο και αν τις καθορίσουμε, οι δύο ώρες ξένης γλώσσας, οι δύο (προαιρετικές) ώρες πληροφορικής και η μία ή δύο ώρες «ερευνητικής εργασίας», σε σύνολο 35 ωρών, απεικονίζουν μια αντίληψη μακριά από τις υπαρκτές πραγματικότητες: τόσο της ανοιχτής γνώσης και πληροφορίας (κατά τη γνώμη μου, και από τις ανάγκες της αγοράς), όσο και μιας κοινωνίας σε βαθιά κρίση. Συνέχεια ανάγνωσης

Πανελλαδικές στοιχειωμένες λέξεις

Standard

του Βασίλη Ζαρείφη

Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν

Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν

Το καλοκαίρι του εβδομηνταοχτώ το έβγαλα στην Αθήνα — τότε δίναμε Πανελλήνιες στο τέλος του καλοκαιριού. Φροντιστήριο πήγαινα στη Νέα Σμύρνη, σε έναν σύντροφο που είχε σπουδάσει στο Πολυτεχνείο και μας έκανε όλα τα μαθήματα, εκτός από την έκθεση που μας έκανε ο μικρότερος αδελφός του, οικονομολόγος το επάγγελμα. Το φροντιστήριο είχε πέντε μαθητές-συντρόφους της τρίτης Λυκείου και μετά το μάθημα μεταμορφωνόταν σε τεχνικό γραφείο.

Εγώ έμενα τότε στη Νίκαια και για να είμαι κάθε πρωί στις οκτώ στο φροντιστήριο έπρεπε να είμαι στο λιμάνι του Πειραιά στις εφτά και τέταρτο, να πάρω το λεωφορείο για τη Νέα Σμύρνη. Δεν με πείραζε το πρωινό ξύπνημα, ούτε που η φίλη μου και συντρόφισσα Καίτη τραγουδούσε σε όλη τη διαδρομή Καζαντζίδη, όσο το ότι μαζί μου, την ίδια ώρα, κατέβαιναν στο λιμάνι όλοι οι υποψήφιοι επιβάτες-παραθεριστές-τουρίστες με προορισμό τις θάλασσες του Αιγαίου.

Ζήλευα. Ψέματα να πω; Και παραλίγο να τα κάνω θάλασσα.

Ένα ξημέρωμα, κάπου στα μέσα Αυγούστου, με βρήκε στο πλυσταριό της ταράτσας να παλεύω με την επανάληψη των ορίων και της συνέχειας των συναρτήσεων. Είχα φτάσει πια στα όριά μου, δεν άντεχα άλλο, σκεφτόμουν συνεχώς θάλασσες, νησιά και γλυκές ξέγνοιαστες τουρίστριες. Μπήκα αθόρυβα στο σπίτι, έβαλα σε ένα σακίδιο μαγιό, πετσέτα και δυο ρούχα, στην τσέπη ό,τι οικονομίες είχα από το χαρτζιλίκι της γιαγιάς και είπα: «Τέλος. Χρειάζομαι διακοπές».

 Κατέβηκα στο λιμάνι χωρίς να περάσω από την αφετηρία, μην τυχόν και η «Καίτη Καζαντζίδη» έχει κατέβει κι αυτή νωρίτερα, έβγαλα εισιτήριο, μπήκα στο πλοίο και βγήκα στο κατάστρωμα να απολαύσω αφ’ υψηλού τη ζωή – του λιμανιού, και όχι μόνο. Συνέχεια ανάγνωσης

ΕΜΠ: ένας «ενοχλητικός» πυλώνας ελεύθερης γνώσης

Standard

του Νίκου Μπελαβίλα

 emp logoΈνας βορειοευρωπαίος δημοσιογράφος τηλεφώνησε προχθές στο απεργιακό κέντρο της Αρχιτεκτονικής Σχολής της Αθήνας. Ζήτησε στοιχεία για την απεργία των ΑΕΙ, για την κρίση και τις επιπτώσεις της στο ΕΜΠ, για τις απολύσεις του προσωπικού και τις οικονομικές περικοπές. Μιλούσαμε σχεδόν μία ώρα. Ήταν ένας ευγενικός άνθρωπος, απ’ αυτή την πάστα των δημοσιογράφων που σπανίζει στην Ελλάδα. Ενημερωμένος, έθετε δύσκολες ερωτήσεις, ψύχραιμες.  Καταλάβαινα ότι δεν ήθελε να στρέψει τη συζήτηση κατά το δοκούν, ότι ανέμενε πειστικές απαντήσεις και ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Βρέθηκα, έτσι, να αναζητώ επιχειρήματα, για μια όσο το δυνατόν αντικειμενική εξήγηση της πραγματικότητας, και ταυτόχρονα να εκπλήσσομαι από το μέγεθος του προβλήματος που δημιουργεί η άμεση απόλυση του 60% των υπαλλήλων του Πολυτεχνείου, όπως και η προαναγγελία ότι την ίδια τύχη θα έχει σύντομα το 40% των καθηγητών των ΑΕΙ.

 Peter de Francia, «Ο Προμηθέας κλέβει τη φωτιά», 1982

Peter de Francia, «Ο Προμηθέας κλέβει τη φωτιά», 1982

Γιατί μια κυβέρνηση απολύει την πλειοψηφία των υπαλλήλων του μεγαλύτερου τεχνολογικού ιδρύματος της χώρας; Το Πολυτεχνείο έχει εννέα ιστορικές σχολές. Εκπαιδεύει περί τους 20.000 προπτυχιακούς, μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες. Λειτουργεί 125 ερευνητικά εργαστήρια, ένα σημαντικό τεχνολογικό-πολιτιστικό πάρκο στο Λαύριο  ένα ερευνητικό κέντρο στο Μέτσοβο, τη μεγαλύτερη τεχνική βιβλιοθήκη της χώρας, ένα από τα καλύτερα κέντρα δικτύων. Διαθέτει μερικές από τις καλύτερες πανεπιστημιακές υποδομές των Βαλκανίων.

Έχει υπεράριθμους υπαλλήλους; Η απάντηση είναι όχι. Αντίθετα χρειάζεται αύξηση θέσεων εργασίας περί το 10%. Έχει υπεράριθμους καθηγητές; Πάλι όχι. Έχει χάσει λόγω συνταξιοδοτήσεων σχεδόν τριακόσιες θέσεις καθηγητών και όλες τις θέσεις συμβασιούχων διδασκόντων. Ο καθηγητής Δημήτρης Δαμίγος έγραψε ένα ωραίο άρθρο με τίτλο «Ο ρόλος του υποστηρικτικού προσωπικού των ΑΕΙ και η “ωρολογιακή βόμβα” των διαθεσιμοτήτων” (http://www.pd.ntua.gr/?p=185). Αναφέρεται στα διεθνή στάνταρ αναλογίας φοιτητών και προσωπικού στα πανεπιστήμια, αποδεικνύοντας ότι τα ΑΕΙ μας υστερούν σε σχέση με αυτό. Από την πλευρά της κυβέρνησης δεν εμφανίζεται ούτε ένα στοιχείο το οποίο να  τεκμηριώνει την πολιτική απόφαση των απολύσεων Συνέχεια ανάγνωσης

Οι νέοι εργαζόμενοι δέσμιοι της κρίσης

Standard

του Γιάννη Μάρκοβιτς

Έργο του Ουίλιαμ Γκρόπερ

Έργο του Ουίλιαμ Γκρόπερ

Η οικονομική κρίση καλά κρατεί. Αισίως διανύουμε τον πέμπτο χρόνο της ύφεσης, με την κυβέρνηση να ευαγγελίζεται καλύτερες μέρες και τη νεολαία να αναρωτιέται εάν έτσι θα είναι η ζωή από εδώ και πέρα. Μια νεολαία που αδυνατεί να ονειρευτεί και να σχεδιάσει το μέλλον της. Πέραν της απαισιοδοξίας και της κατήφειας, καταγράφεται μια εξίσου σημαντική και ανησυχητική εξέλιξη στην ελληνική κοινωνία. Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό εξωτερικής μετανάστευσης μέσα στην Ε.Ε. Μια εξέλιξη που διαμορφώνεται ως αναγκαστική και εκβιαστική επιλογή, εξωθώντας τη νεολαία σε αναζήτηση εργασίας και αποδεκτού επιπέδου ζωής «εκτός των τειχών», με πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις για την χώρα. Επιστημονικό και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό ανοίγει τα φτερά του για την Εσπερία. Κυριαρχεί αίσθημα πικρίας για τη χώρα που δεν καταφέρνει να «κρατήσει τα παιδιά» της — για την «οικογένεια» που ανοίγει την πόρτα και δείχνει την έξοδο στα νιάτα της, με τους κυβερνώντες να παραμυθιάζονται και να αυθυποβάλλονται για τους τελεολογικούς τους μονόδρομους. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο θάνατος του παρελθόντος σημαίνει και θάνατο της ιδέας ενός διαφορετικού μέλλοντος

Standard

Συνέντευξη της Λουτσιάνα Καστελίνα  στον Γιώργο Σουβλή και την Ντανιέλα Κιρόνι

Η Λουτσιάνα Καστελίνα μιλάει στα «Ενθέματα» για την εμπειρία του Il Manifesto, τον Λ. Μάγκρι, τη σημασία του Γκράμσι και τα συμβούλια του 21ου αιώνα. Επίσης, για τον κομβικό ρόλο ενός σύγχρονου αριστερού κόμματος στην υπέρβαση των ασυνεχειών του κινήματος, και τους κινδύνους της άμεσης δημοκρατίας. Και, τέλος, εκτιμά ότι η εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κορυφαίο γεγονός για ολόκληρη την ευρωπαϊκή Αριστερά.

 

Την εποχή του "Il Manifesto"

Την εποχή του «Il Manifesto»

Υπήρξατε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας που συσπειρώθηκε γύρω από την εφημερίδα Il Manifesto, έναν από τους σημαντικότερους πυρήνες διαφωνούντων κομμουνιστών στην Ευρώπη μετά το 1968. Θεωρείτε ότι υπάρχει κάτι στη συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία το οποίο μπορεί να εμπνεύσει την σύγχρονη ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά;

 Κάθε εποχή έχει την ιδιαιτερότητά της. Θα ήταν λάθος να σκεφτούμε ότι αυτό το οποίο κάναμε με την εφημερίδα Il Manifesto και το Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας για τον Κομμουνισμό (PdUP), τη δεκαετία του 1970, μπορεί να επαναληφθεί σήμερα. Είχαμε τότε την τύχη να βρισκόμαστε σε μια ιστορική συγκυρία όπου: Πρώτον, οι συσχετισμοί δύναμης για την Αριστερά, στην Ιταλία και στον υπόλοιπο κόσμο, ήταν ιδιαιτέρως ευνοϊκοί. Δεύτερον, έπειτα από τη δεκαετία του 1960, πλούσια σε εμπειρίες αγώνων, πολιτισμικών ζυμώσεων και θεωρητικών συζητήσεων, υπήρχε επιτέλους το πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη ιδεών που υπερέβαιναν τις ορθόδοξες και αποστεωμένες εκδοχές του μαρξισμού. Γι’ αυτό τον λόγο το Ιταλικό 1968, του οποίου αποτελούσαμε μέρος –παρότι διαφοροποιούμασταν σε σχέση με τις άλλες ομάδες της Νέας Αριστεράς, καθώς η ηγετική ομάδα μας είχε προηγουμένως υπηρετήσει επί μακρόν στις τάξεις του ΚΚΙ– ήταν ένα κίνημα καλλιεργημένο, καθόλου ενστικτώδες ή πρωτόγονο όπως ισχυρίστηκαν ορισμένοι. Και, τρίτον, υπήρχε στην ιταλική πολιτική σκηνή ένα κυρίαρχο αριστερό κόμμα (ΚΚΙ), έναντι του οποίου τηρούσαμε κριτική στάση, έχοντας, ταυτόχρονα, απόλυτη συνείδηση του κομβικού του ρόλου. Γι’ αυτό και πάντα είχαμε την αυτοαντίληψη μιας προσωρινής οργάνωσης: βασική μας επιδίωξη δεν ήταν να δημιουργήσουμε ένα μεγάλο κόμμα, ένα νέο κομμουνιστικό κόμμα, αλλά να συμβάλουμε σε μια επανίδρυση ολόκληρης της Αριστεράς.

Η Λουτσιάνα Καστελίνα με τον Λούτσιο Μάγκρι

Η Λουτσιάνα Καστελίνα με τον Λούτσιο Μάγκρι

O στόχος αυτός δεν επετεύχθη: εν μέρει λόγω των λαθών μας, και σε μεγάλο βαθμό επειδή η σημαντικότερη πολιτική δύναμη την οποία είχαμε ως σημείο αναφοράς, το ΚΚΙ, μετά τον θάνατο του Μπερλινγκουέρ ήταν ανίκανη να αντιληφθεί τις νέες αντιφάσεις της εποχής (το περιβαλλοντικό ζήτημα, το ζήτημα του φύλου κλπ.) υπέστη μια εκφυλιστική διαδικασία, μέχρι τη διάλυση του. Και όμως, πιστεύω ότι η υπόθεση για την οποία αγωνιστήκαμε ήταν σωστή και βοήθησε να αποφύγουμε οποιουδήποτε είδους σεχταριστική ή αυτοαναφορική συμπεριφορά.

 Και όσον αφορά την ευρωπαϊκή Αριστερά σήμερα;

 Σε αντίθεση με τις πολιτικές δυνάμεις που γεννήθηκαν από το κύμα του 1968, τα αριστερά κόμματα και κινήματα της Ευρώπης δρουν σήμερα με δεδομένη τη βαριά ήττα της Αριστεράς, σε μια κατάσταση δυσμενή λόγω της εγγενούς αδυναμίας της αλλά και της εσκεμμένης αυτοκτονίας που διέπραξε. Κάθε κομμουνιστική εμπειρία, πλέον, έχει ακυρωθεί, σαν ο 20ός αιώνας να ήταν μόνο μια συσσώρευση λαθών και φρικαλεοτήτων, παραγνωρίζοντας εντελώς το ότι ήταν επίσης μια εποχή σημαντικών κατακτήσεων και επαναστάσεων (οι οποίες, αν και τελείωσαν με άδοξο τρόπο, όπως στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης, είναι πολύ καλύτερο που συνέβησαν καθώς μας βοηθούν να σκεφτούμε το αδιανόητο, πηγαίνοντάς μας πέρα από τα λιμνάζοντα ύδατα του παρόντος). Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Κόμης Μόντε-Κρίστο και η λήθη

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

 του Κώστα Αθανασίου

 venceremosΣτο βιβλίο του Ιστορίες από δω κι από κει (μτφ. Αχ. Κυριακίδης, εκδ. Opera), ο Χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, μιλώντας για τη χούντα του Πινοτσέτ ή την Καθολική Εκκλησία, λέει για τον εαυτό του: «Εγώ είμαι τέκνο του Κόμη Μόντε-Κρίστο και έμβλημά μου είναι: “Ούτε λήθη ούτε συγγνώμη”». Σήμερα, μέσα στα ερείπια της κοινωνίας, γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι η λήθη αποτελεί βασικό όπλο στα χέρια των κυρίαρχων, ότι το παρελθόν και η μνήμη είναι βασικός εχθρός τους. Όπως όμως λέει μια σοφή κουβανέζικη παροιμία, «κανείς ποτέ δεν ξέρει το παρελθόν που τον περιμένει».

Στο τελευταίο του βιβλίο, Αποκάλυψη, Ουτοπία, Ιστορία (εκδ. Πόλις), ο Αντώνης Λιάκος θυμάται τον Φώκνερ («Το παρελθόν δεν πεθαίνει. Δεν είναι καν παρελθόν»), για να αναφερθεί παρακάτω στις επιτροπές «αλήθειας και συμφιλίωσης» που δημιουργήθηκαν σε χώρες που βγήκαν από δικτατορίες, απαρτχάιντ κ.λπ. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η «συμφιλίωση» προαπαιτούσε και συνεπαγόταν τη λήθη για όσα είχαν συμβεί εκείνα τα μαύρα χρόνια: ας τα ανακαλέσουμε στη μνήμη, ας τα δημοσιοποιήσουμε, αλλά μετά ας τα ξεχάσουμε για πάντα. Η λήθη ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση της ατιμωρησίας, που προσπάθησαν να επιβάλουν παντού οι δικτάτορες. Γι’ αυτό, μόνο ανακούφιση υπήρξε στις χώρες όπου τελικά έσπασαν αυτοί οι νόμοι της «συμφιλίωσης» και τελικά παραπέμφθηκαν σε δίκη δικτάτορες και βασανιστές (π.χ. Αργεντινή, Γουατεμάλα). Συνέχεια ανάγνωσης

Διατροφικά κάτοπτρα. Σε αναζήτηση της ποιότητας

Standard

της Ελένης Κοβάνη

H Ελένη Κοβάνη

H Ελένη Κοβάνη

H Ελένη Κοβάνη που μας αποχαιρέτισε στις 9 Αυγούστου, ήταν μια διαλεχτή φίλη, συντρόφισσα και επιστήμονας. Από τους Λαμπράκηδες μέχρι το ΚΚΕ εσωτερικού, την ΕΑΡ και τον ΣΥΡΙΖΑ, από την ΑΣΟΕΕ στη Ναντέρ και το Ινστιτούτο Αγρονομίας του Μονπελιέ μέχρι το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, η Ελένη ξεχώριζε για το ήθος, την επιστημοσύνη και το ουσιαστικό της έργο στους τομείς της αγροτικής κοινωνιολογίας, της πολιτισμικής οικολογίας, των δημόσιων χώρων και εν γένει του αγροτικού κόσμου. «Μικροκαμωμένη, αλλά θεόρατη· λιγομίλητη, αλλά ηχηρή και ρηξικέλευθη. Με μάτια φωτεινά αλλά και μελαγχολικά φώτιζε αόρατες πτυχές της σκέψης, οδηγώντας μας σε αόρατα μονοπάτια του ανθρώπινου πόνου», όπως είπε η Φραίη Καμούτση αποχαιρετώντας της (Εποχή, 1.9.2013).

Σήμερα, Κυριακή 15 του Σεπτέμβρη, στα Χώστια, το χωριό όπου γεννήθηκε και τόσο αγάπησε (στα δημοτικά και τα πολιτιστικά του οποίου είχε έντονη παρουσία) γίνεται το μνημόσυνο της Ελένης. Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το τελευταίο της κείμενο (ολόκληρο, στην ηλεκτρονική έκδοση της «Αυγής» και στο μπλογκ των «Ενθεμάτων»). Το κείμενο (με τίτλο «Διατροφικά κάτοπτρα. Σε αναζήτηση της ποιότητας»), δημοσιεύεται στον συλλογικό τόμο Περί εντοπιότητας και ιδιοτυπίας των τροφίμων. Μια εδαφική προσέγγιση της ανάπτυξης των αγροτικών περιοχών, επιμ. Θεοδοσία Ανθοπούλου, Παπαζήσης, Αθήνα 2013. Ευχαριστούμε θερμά τον εκδότη και την επιμελήτρια.

Στρ. Μπ.

Θεόφιλος, «Μέγα Αρτοποιείον Γεωργίου Παναγιώτη Κοντοφούρναρη», 1933

Θεόφιλος, «Μέγα Αρτοποιείον Γεωργίου Παναγιώτη Κοντοφούρναρη», 1933

Ces parfums riches et ce goût  multiple,

changés en signaux doux, se limiteraient-ils

à une suite de  propositions?…Monotones

les fruits et légumes, jusqu’ à l’indifférencié.

La nourriture, indiscernable, ne  se distingue

que sur l’étiquette, par le nom et par le prix.[1]

Michel Serres, Le cinq sen

Η πληθώρα των βιβλίων και των εντύπων- ημερήσιου και περιοδικού τύπου- καθώς και, σε ημερησία βάση, τηλεοπτικές εκπομπές με μαγειρικές συνταγές ελληνικές και ξένες, πολυποίκιλα εξεζητημένες ή μη, δημιουργούν την εντύπωση ενός  αόριστα αειφορικού μαγειρικού σύμπαντος ποτισμένου στα χρώματα, τις γεύσεις μιας άριστα ποιοτικά υγιεινής διατροφής. Θα ήταν μικρόψυχο να δούμε σε αυτόν τον γαστρονομικό πληθωρισμό απλώς τη διαφημιστική εμπορική σκοπιά που ξεγλιστρά στις πολύχρωμες  σελίδες και εικόνες των αντίστοιχα εκδόσεων και εκπομπών. Συνέχεια ανάγνωσης