Ελληνική εξωτερική πολιτική: σε αναζήτηση «Προστάτιδος Δυνάμεως»

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

Aνρί Καρτιέ-Μπρεσό, «Cirque Fanni», 1953

Aνρί Καρτιέ-Μπρεσό, «Cirque Fanni», 1953

 Η κρίσιμη κατάσταση στη Συρία, και εν γένει στη Μέση Ανατολή, και η σπουδή με την οποία η ελληνική κυβέρνηση συντάχθηκε με τις ΗΠΑ θέτουν επιτακτικά το ερώτημα: Τι είδους εξωτερική πολιτική έχει η χώρα; Το δόγμα που με υπερηφάνεια διακινεί η κυβέρνηση («η Ελλάδα παράγοντας σταθερότητας και ειρήνης στην περιοχή») είναι κενό περιεχομένου, καλύπτοντας με στόμφο μια εντελώς ετεροπροσδιορισμένη, αντιδημοκρατική, και γι’ αυτό επικίνδυνη πολιτική. Τα κόμματα εξουσίας (Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ) τις τελευταίες δεκαετίες δεν παράγουν πολιτική, ούτε εσωτερική ούτε εξωτερική. Η ελληνική κυβέρνηση σήμερα επικαιροποιεί, σε νεοφιλελεύθερη εκδοχή, την παλαιά λογική των Προστάτιδων Δυνάμεων, με τις οποίες το εθνικό συμφέρον πρέπει να συμπλέει.Η ικανότητα της κυβέρνησης εξαρτάται από τον βαθμό καλής διερμηνείας της πολιτικής των Προστάτιδων σε μια αντιδημοκρατική, εθνικιστική διάλεκτο. Ένα έργο που έχει παιχτεί πολλές φορές, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, οδηγώντας τους μεν πολλούς σε εθνική καταστροφή, τους δε λίγους σε υψηλές πράξεις σωτηρίας!

Η εξωτερική (και η εσωτερική) πολιτική της προσκόλλησης σε προστάτες, παρά τα εύσημα του ρεαλισμού που διεκδικεί, είναι ανεδαφική, αντεθνική και επικίνδυνη. Καταρχάς, διαμορφώνεται με τους γεωστρατηγικούς όρους και τα συμφέροντα του προστάτη, και όχι του μικρού εθνικού κράτους στο πλαίσιο της γειτονιάς του. Η ένταξη του εθνικού συμφέροντος στη γεωστρατηγική μιας Δύναμης το καθιστά ανεδαφικό, αποϊστορικοποιημένο και αποϊδεολογικοποιημένο: ενώ έχει οριστεί σε ιμπεριαλιστικό πλαίσιο, έχει αυτονομηθεί, αποκτώντας μια δική του εθνική ιστορικότητα που πρέπει να εμπνέει την εξωτερική πολιτική. Έτσι, η εξωτερική πολιτική διαμορφώνεται με τη ρητορική ενός μεγάλου εθνικού συμφέροντος (της ισχυρής Ελλάδας), και διεκδικείται με την παθητικότητα και την υποταγή που επιβάλλουν τα συμφέροντα της Προστάτιδας Δύναμης. Η ελληνική εξωτερική πολιτική, εν ολίγοις, διαμορφώνεται στο πλαίσιο του ρόλου του μικρομέγαλου, σε ανταγωνισμό με τον κατεξοχήν μικρομέγαλο της περιοχής: την Τουρκία. Η κυβέρνηση σήμερα θεωρεί ότι με το νέο μεγάλο όραμα –άξονας «Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας»– η ρακένδυτη Ελλάδα θα γίνει ξανά ισχυρή χώρα, μαζί με την Τουρκία, και εναντίον της συνάμα. Συμμερίζεται λοιπόν πλήρως αλλά και ανταγωνίζεται το ηγεμονικό, νεοφιλελεύθερο όραμα του Ερντογάν για την περιοχή (και για την Ελλάδα), και με αυτό το κριτήριο σύρεται πίσω από τη Γερμανία, σε ό,τι αφορά την εσωτερική πολιτική, και πίσω από τις ΗΠΑ, σε ό,τι αφορά την εξωτερική. Συνέχεια ανάγνωσης