Έγκλημα. Και η τιμωρία;

Standard

ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ

της Συντακτικής Επιτροπής των Ενθεμάτων

 2-valavaniTην Πέμπτη τα πρωτοσέλιδα βοούσαν, καταδικάζοντας το ναζιστικό έγκλημα. Δεν μιλάμε για την Αυγή, τον Ριζοσπάστη ή την Εφημερίδα των Συντακτών, αλλά για εφημερίδες που αλλιώς μας είχαν συνηθίσει: «Δολοφονία-σοκ από νεοναζί» (Η Καθημερινή), «Σοκ από το έγκλημα της Χρυσής Αυγής» και εικονογράφηση μια σβάστικα διαγραμμένη  (Τα Νέα) κ.ο.κ. Και, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, ο πρωθυπουργός δεν μίλησε, άλλη μια φορά, για τη «θεωρία των δυο άκρων», αλλά για «επιγόνους των νεοναζί».

Πράγματι, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν σοκ για πολλούς, ακόμα και για μας. Κανένας όμως, και ειδικά αναλυτές και διαμορφωτές της κοινής γνώμης, δεν μπορεί να εκπλήσσεται. Είχαν προηγηθεί εμπρησμοί και επιθέσεις σε μετανάστες, μαχαιρώματα και πάμπολλα άλλα περιστατικά εγκληματικής βίας των νεοναζί, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του  Σαχτζάτ Λουκμάν. Αν και δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε το θύμα, το γεγονός ήταν απολύτως προβλέψιμο, όπως και οι δράστες. Και εδώ πρέπει να μιλήσουμε για ευθύνες. Όχι  φυσικά επιχαίροντας ή  «θριαμβολογώντας»  –καμιά χαρά, μονάχα η θλίψη και η οργή αρμόζουν εδώ– αλλά για να ξέρουμε.

Πρέπει λοιπόν να πούμε ότι η Νέα Δημοκρατία και η κυβέρνηση, με σειρά, όχι πια παραλείψεών τους, αλλά ενεργειών τους έδωσαν στους νεοναζί το μήνυμα ότι μπορούν να δρουν ανενόχλητοι. Τέτοιες ενέργειες ήταν η απόσυρση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, η συχνή «κατά λάθος» ψήφος βουλευτών  (της Ν.Δ. αλλά και του ΠΑΣΟΚ) κατά της άρσης της ασυλίας Χρυσαυγιτών βουλευτών, ακριτομυθίες –που ποτέ δεν διαψεύστηκαν– του γ.γ. της κυβέρνησης Τάκη Μπαλτάκου για ενδεχόμενη συνεργασία Ν.Δ.-Χρυσής Αυγής, η συστηματική αποφυγή καταδίκης της νεοναζιστικής βίας (πιο πρόσφατο παράδειγμα, η σιωπή  Ν.Δ. και κυβέρνησης για τη δολοφονική επίθεση  εναντίον του ΚΚΕ στο Πέραμα) και αντ’ αυτής η καλλιέργεια της θεωρίας των δύο άκρων (πιο αποκρουστικό παράδειγμα, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, που, λίγες μόνο ώρες μετά τη δολοφονία, επέλεξε να επιτεθεί στον ΣΥΡΙΖΑ…). Συνέχεια ανάγνωσης

Κυβερνησιμότητα της κρίσης και των κοινών στη νέα Μεσόγειο: Για μια «αντι-αντικοινωνική» έρευνα

Standard

του Νικόλα Κοσματόπουλου

Έργο του Ζακ Πρεβέρ, 1979

Έργο του Ζακ Πρεβέρ, 1979

Από την ημέρα που ο Μωχάμεντ Μπουαζίζι πυρπόλησε το βασανισμένο κορμί του σε μια πόλη της Τυνησίας, το κύμα των εξεγέρσεων και αναταραχών, που αυτή η κίνηση πυροδότησε, εξαπλώθηκε σε όλη σχεδόν τη Μεσόγειο. Ωστόσο, παρά το εύρος και την πολυφωνία των αναλύσεων που ακολούθησαν, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό, εντυπωσιακά απόν σε πολλές, αν όχι όλες: η μετατροπή της Μεσογείου σε προνομιακή περιοχή κρίσεων και εξεγέρσεων.

Η απουσία ενός μεσογειακού αναλυτικού πλαισίου έχει να κάνει, σε γενικές γραμμές, με δύο λόγους. Πρώτον, η διάσπαρτη ισλαμοφοβία παγιώνει τη διάκριση της Μεσογείου στην ευρωπαϊκή μεριά από τη μια (στην οποία οι «τεμπέληδες Νότιοι» μπορούν ακόμα να γίνουν Βόρειοι, αν αποποιηθούν το αμαρτωλό τους DNA και θυμηθούν τις αρετές του ευρωπαϊκού πολιτισμού) και στην αραβικο-μουσουλμανική από την άλλη, όπου οι αρχές της Γαλλικής Επανάστασης δεν έφτασαν ποτέ, άρα οποιαδήποτε εξέγερση είναι καταδικασμένη να καταλήξει είτε σε στρατιωτική είτε σε ισλαμική χούντα.

Δεύτερον, η κυρίαρχη «επιστημονική» διάγνωση της κρίσης ορίζει ότι το κύριο πρόβλημα της Νότιας Ευρώπης εστιάζεται στην οικονομία, ενώ στη Μέση Ανατολή είναι η πολιτική που νοσεί. Φυσικά, κάθε λογής ειδήμονες δεν χάνουν ευκαιρία να διανθίσουν τις διαγνώσεις της κρίσης χρέους στον μεσογειακό Βορρά με νουθεσίες για πολιτικές «μεταρρυθμίσεις», αλλά κανείς  –εκτός από νεοναζί και χουντικούς–  δεν έχει τολμήσει (ακόμα) να υπονοήσει ότι οι Νοτιοευρωπαίοι είναι ανώριμοι για δυτικού τύπου δημοκρατίες, όπως υποστηρίζεται ευρέως κι ευθαρσώς για τους άραβες γείτονές τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου

Standard

ΦΟΝΙΚΗ ΑΥΓΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ-1

του Ηλία Νικολακόπουλου

Χαρακτικό του Γιάννη Στεφανίδη, από παράνομο έντυπο της Κατοχής

Χαρακτικό του Γιάννη Στεφανίδη, από παράνομο έντυπο της Κατοχής

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι, δυστυχώς, ένα έγκλημα που είχε προαναγγελθεί από καιρό. Ας θυμηθούμε πώς κινήθηκε η Χρυσή Αυγή, τα τελευταία πέντε χρόνια, δηλαδή από τη στιγμή που κατόρθωσε να περιθωριοποιήσει τα υπόλοιπα νεοναζιστικά μορφώματα. Ξεκίνησε αρχικά με κηρύγματα μίσους, βιαιοπραγίες και επιθέσεις εναντίον μεταναστών σε περιοχές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας, γεγονός που της εξασφάλισε ένα σημείο αναφοράς, της επέτρεψε να διεκδικήσει μια συγκεκριμένη κοινωνική θεματική και της προσέφερε ορατότητα, σε γενικότερο επίπεδο, ιδιαίτερα μετά την επιτυχία της στις δημοτικές εκλογές του 2010. Στη συνέχεια, στο περιβάλλον της βαθιάς κρίσης και της καταρράκωσης του πολιτικού συστήματος, εκμεταλλευόμενη και τις «κωλοτούμπες» του ΛΑΟΣ, με τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Παπαδήμου, η Χρυσή Αυγή κυριάρχησε απολύτως στο χώρο της ακροδεξιάς, πετυχαίνοντας μια εντυπωσιακή εκλογική πολυσυλλεκτικότητα με δύο κύρια σημεία αναφοράς. Αφενός τις υποβαθμισμένες περιοχές των αστικών κέντρων και αφετέρου τις περιοχές με ισχυρή ακροδεξιά ιστορική παράδοση ( π.χ. νότια και ανατολική Πελοπόννησος). Συνέχεια ανάγνωσης

Ένα κρίσιμο ζήτημα λειτουργίας της δημοκρατίας

Standard

ΦΟΝΙΚΗ ΑΥΓΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ-2

του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

 tumblr_lmqtskfwrz1ql2n5oo1_400Θα διακρίνω τρία επίπεδα. Όσον αφορά το πρώτο, το ηθικό επίπεδο, αισθάνομαι μάλλον αμηχανία. Τι να πει κανείς; Να επαναλάβει το κοινότοπο, ότι τη βία, ιδίως όταν παίρνει εγκληματικό, δολοφονικό και αποτρόπαιο χαρακτήρα, όπως ακριβώς στην υπόθεση της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, την αποδοκιμάζουμε; Δεν νομίζω ότι έχει νόημα.

Στο πολιτικό επίπεδο, είναι εντελώς σαφές ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν εσμό –για να αποφύγω τη λέξη «συμμορία»– που έχει μορφή πολιτικού κόμματος, ο οποίος συστηματικά, εσκεμμένα και προγραμματισμένα αυξάνει την κοινωνική ένταση και επιδίδεται σε εγκληματικές ενέργειες.

Υπάρχει και μια τρίτη πλευρά, η οποία κατ’ εμέ είναι και η πιο επικίνδυνη, ακόμα και αν είναι πιο δύσκολο να στοιχειοθετηθεί απολύτως. Από όσα τουλάχιστον έχουν γίνει γνωστά –όταν ολοκληρωθεί η ανακριτική διαδικασία θα έχουμε πληρέστερη εικόνα–, η αστυνομία ήταν παρούσα στο επεισόδιο. Ήταν παρούσα, και είτε ολιγώρησε είτε δεν παρενέβη είτε παρενέβη εκ των υστέρων, με αποτέλεσμα να συλληφθεί μεν ο δράστης –δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά– αλλά να μην αποφευχθεί η δολοφονία. Τι σημαίνει η παρουσία μιας μη παρεμβαίνουσας αστυνομίας σε ένα τέτοιο επεισόδιο; Μπορεί να είναι ολιγωρία, δειλία, συνεργασία, συνωμοσία· αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να τα πει κανείς με ευκολία απέξω, ωστόσο ένα είναι το βέβαιο: η αστυνομία δεν έκανε καλά τη δουλειά της. Συνέχεια ανάγνωσης

Σε αργή κίνηση

Standard

ΦΟΝΙΚΗ ΑΥΓΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ-3

του Μάκη Κουζέλη

Cropped Antifascist StencilΤούτη η δολοφονία δεν είναι η πρώτη, οι ναζί της Χρυσής Αυγής έχουν ήδη σκοτώσει κι έχουν στείλει κόσμο στο νοσοκομείο – το γεγονός ότι ήταν οι περισσότεροι μετανάστες επέτρεψε τη ρατσιστική αποσιώπηση, σαν μην ήταν εκείνοι νεκροί. Φτάσαμε στη δολοφονία της Τρίτης με αργούς ρυθμούς. Κι ας κάνουν πως εκπλήσσονται όσοι τους έβαλαν στο σαλόνι της Βουλής και ερωτοτροπούν με τη φασιστική μπότα και τη βλακεία της βαρβαρότητας. Ούτε αυτούς δεν ξαφνιάζει στην πραγματικότητα η δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Έστω κι αν οι Βενιζέλος και Σαμαράς ή οι διόλου φαιδροί Πάγκαλος και Λαζαρίδης σοκάρονται και «σοκάρονται» — «υπεράνω» οι πρώτοι, με μαγκιά οι δεύτεροι που «γνωρίζουν» (από μέσα τάχα) το αριστερό άκρο ως όμοιο με το δεξιό. Η ακροδεξιά που συγκυβερνάει, εξέθρεψε συστηματικά τη μνησικακία, το έδαφος της ναζιστικής ψύχωσης. Eξέθρεψε τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον φόβο, και ως αποτέλεσμα της πολιτικής της, αλλά και ως εργαλείο για να κατατροπώσει την Αριστερά και να επικρατήσει η ίδια. Έστριψε και έστυψε την ιστορία για να ποτίσει τους δικούς της με αντεκδικητικό μίσος κατά της Αριστεράς, κατά της διανόησης και, κυρίως, κατά της δημοκρατίας. Έφτιαξε τους διαύλους επικοινωνίας των παρακρατικών με τα σώματα ασφαλείας και καταστολής, κάνοντας τα στραβά μάτια στο όργιο των παραβιάσεων στοιχειωδών δικαιωμάτων. Χλεύασε τους θεσμούς της δημοκρατίας και τις συνταγματικές αρχές. Κάποιοι δικοί της καλέσανε μάλιστα τα «παιδιά» της συμμορίας να τα βρούνε και να συγκυβερνήσουνε, όπως το έχει ήδη κάνει και με την φαινομενικά αφελή καρατζαφερική εκδοχή, αντί να απαγορεύσει τη ναζιστική δράση. Συνέχεια ανάγνωσης

Διάλυση κόμματος ή εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης;

Standard

ΦΟΝΙΚΗ ΑΥΓΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ-4

του Δημήτρη Χριστόπουλου

4 xa

Διάλυση κόμματος ή εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης;

Η ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία είναι εξοικειωμένη με το φαινόμενο πολιτικών κομμάτων που λειτουργούν μεν νόμιμα, αλλά είτε συμπαθούν είτε συνεργούν με οργανώσεις παράνομες, τις οποίες η εκάστοτε έννομη τάξη χαρακτηρίζει «εγκληματικές» ή «τρομοκρατικές». Τα κόμματα αυτά, είναι, κατά κανόνα, πολιτικές εκφράσεις ενός εθνοτικού ριζοσπαστισμού και λειτουργούν ως πολιτικός βραχίονας ενός πυρήνα που είναι εκτός νόμου: τα παραδείγματα της Χώρας των Βάσκων (Ε. Μπατασούνα — ΕΤΑ), της Βορείου Ιρλανδίας (Σιν Φέιν — ΙRA) και της Τουρκίας (DTP — PKK) είναι τα πιο πρόσφατα και ενδεικτικά.

Παρά τις προφανείς αναντιστοιχίες που δεν νομίζω ότι χρειάζεται να αναλυθούν, η Χρυσή Αυγή είναι μια περίπτωση που σπάει τον κανόνα των σχέσεων «πυρήνα – βραχίονα» που γνωρίζουμε. Και τούτο διότι, στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής πυρήνας και βραχίονας ταυτίζονται. Δηλαδή, η τρομοκρατική οργάνωση είναι το κόμμα. Και αντιστρόφως, το κόμμα είναι μια εγκληματική οργάνωση, καθώς τα μέλη του επιδίδονται ιεραρχικά και συντεταγμένα –επειδή είναι μέλη του, και όχι επειδή είναι μεθυσμένοι– σε πράξεις παράνομες.

Η ιδιάζουσα αυτή κατάσταση μπορεί να αποδοθεί σε μια σειρά λόγους. Πρώτον, στην Ελλάδα, λόγω του νωπού ιστορικού παρελθόντος πολιτειακών εκτροπών, υπάρχει μια γενικευμένη πολιτική κουλτούρα δυσανεξίας στην απαγόρευση της λειτουργίας πολιτικών κομμάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα κόμμα που σίγουρα θα είχε κηρυχτεί παράνομο στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, εδώ να εξασφαλίζει το προνόμιο της νόμιμης λειτουργίας. Δεύτερον, μείζονα τμήματα των πολιτειακών θεσμών που είναι επιφορτισμένα με τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης δεν διώκουν τα μέλη της Χρυσής Αυγής, ακόμη κι όταν αυτά προκλητικά εγκληματούν, επειδή εκφράζονται και τα ίδια μέσα από τον ακροδεξιό λόγο και πράξεις. Αναφέρομαι στην αστυνομία και τη δικαιοσύνη. Ειδικώς η τελευταία, γενικώς, σπεύδει να διώκει και να καταδικάζει με χαρακτηριστική ευκολία, ενώ, ειδικώς, δείχνει πολιτειακά ανυπόφορη ανοχή. Ο τρίτος λόγος στον οποίο αποδίδεται αυτή η ελληνικής κοπής ιδιαιτερότητα του «κόμματος-τρομοκρατικής οργάνωσης» είναι η πολιτική αξία χρήσης που έχει η Χρυσή Αυγή για την ελληνική Δεξιά, στο πλαίσιο της γνωστής θεωρίας των «δύο άκρων». Συνέχεια ανάγνωσης

Γαλλική ακροδεξιά: Η διάλυση είναι η λύση;

Standard

του Μιχάλη Μάτσα

5-MERICΠαρίσι, 5 Ιουνίου 2013. Ο δεκαοχτάχρονος Κλεμάν Μερίκ δολοφονείται από μέλος ακροδεξιάς οργάνωσης. Η καταδίκη είναι άμεση και ομόφωνη, από τα κόμματα, τα συνδικάτα της Αριστεράς, τον Τύπο. Όπως επίσης σχεδόν ομόφωνο είναι και το αίτημα διάλυσης των ακροδεξιών οργανώσεων. Η Δεξιά ωστόσο διαφοροποιείται, καθώς ο μελλοντικός ηγέτης της, Ζαν-Φρανσουά Κοπέ,  προκρίνει τη διάλυση τόσο των ακροαριστερών όσο και των ακροδεξιών οργανώσεων. Η θεωρία των «δύο άκρων» υποστηρίζεται παράλληλα και από τα μήντια, καθώς επιχειρούν να παρουσιάσουν το θέμα ως μεμονωμένη σύγκρουση ακραίων ομάδων, αποπολιτικοποιώντας τα κίνητρα της δολοφονίας. Οι σχολιαστές φαίνεται να ξεχνούν αντίστοιχες επιθέσεις εναντίον μελών αριστερών οργανώσεων ή ομοφυλόφιλων, όπως στην Ελλάδα φαίνεται να ξεχνούν τις εκατοντάδες επιθέσεις εναντίον μεταναστών, και κυρίως τη δολοφονία του Πακιστανού μετανάστη Σαχτζάτ Λουκμάν στα Πετράλωνα. Συνέχεια ανάγνωσης

Αποχαιρετισμός στον Κλεμάν Μερίκ

Standard

clement-meric-notre-modeste-hommage_4289346-LMόνο λίγες μέρες έχουν περάσει, και μας φαίνονται σαν αιωνιότητα. Μετά τη δολοφονία του Κλεμάν αισθανόμαστε τέτοια ταραχή, νιώθουμε ότι μπήκαμε σε μια δίνη που μας ρουφάει μέσα της. Αναμφίβολα, τίποτα, μα τίποτα στον κόσμο αυτό, ούτε τα χρόνια και η εμπειρία που μας λείπουν, μπορούν να προετοιμάσουν κάποιον για να θάψει έναν φίλο και σύντροφο. Εάν δεν μας δόθηκε ο χρόνος της περισυλλογής και του πένθους που χρειαζόμαστε, αυτό συμβαίνει επειδή η δολοφονία αυτή είναι μια πολιτική δολοφονία. Και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, απαιτεί μια πολιτική απάντηση.

Αυτός ο κόσμος δεν σταθεί, να σκεφτεί για λίγο, χάρη στα δάκρυά μας· ο σεβασμός στον Κλεμάν και τους αγώνες του μας επιβάλλουν να μην καταθέσουμε τα όπλα του αγώνα –σήμερα περισσότερο από ποτέ. Πρέπει να γίνουμε περισσότεροι, να μετατρέψουμε τον πόνο μας σε οργή, και την οργή μας σε δύναμη. Είναι ταυτόχρονα αυτός ο αδυσώπητος πόνος, αυτός ο αδυσώπητος θυμός, η οργή και η δύναμη, πίσω από αυτές τις γραμμές, που θα δώσουν στη δολοφονία του Κλεμάν τη σημασία που θα ήθελε και ο ίδιος: την πολιτική της σημασία. […]

Τον Κλεμάν δεν τον δολοφόνησε μόνο μια συμμορία φασιστών. Δεν τον δολοφόνησε μόνο η ακροδεξιά. Ο Κλεμάν είναι, γενικότερα, θύμα της ραγδαίας ανόδου των πιο ολέθριων ιδεών και της αυξανόμενης αποδοχής που συναντούν στη Γαλλία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Κι ακόμα, τον Κλεμάν τον δολοφόνησαν ο ρατσισμός –και ιδίως η ισλαμοφοβία– που προμοτάρεται από το κράτος, η ξενοφοβία, η ομοφοβία. Είδαμε τις προκλητικές ομοφοβικές πορείες στους δρόμους της χώρας μας, για μήνες. Η ισλαμοφοβία έχει καταλάβει έχει κεντρική θέση στον πολιτικό λόγο και στα μήντια, εδώ και χρόνια, και συμπληρώνεται με απειλές, παρενόχληση, ολοένα και πιο βίαιες επιθέσεις. Το «τέρας» του φασισμού δεν δημιουργείται από μόνο του. Η ακροδεξιά μπόρεσε να κατακτήσει τη σιγουριά που νιώθει σήμερα χάρη στις ρατσιστικές, ξενοφοβικές, ομοφοβικές δηλώσεις και πράξεις, που προέρχονται από τους θεσμούς της εξουσίας και νομιμοποιούνται από αυτούς. Συνέχεια ανάγνωσης

Τι φοβάται η Χρυσή Αυγή;

Standard

WEB ONLY

του Γιώργου Αγγγελόπουλου 

anti-fascist-kidsΟ περιορισμός της ακροδεξιάς μπορεί να γίνει αν κατανοήσουμε τις αδυναμίες της δράσης της εντός του πλαισίου στο οποίο αναπτύσσεται. Το κυρίαρχο μηντιακό οικοδόμημα πρόβαλλε, εδώ και καιρό, συστηματικά τις δράσεις της Χρυσής Αυγής, επικαλύπτοντάς τις με καταγγελίες της βίας. Αυξάνονταν επίσης και οι περιπτώσεις σχολιαστών από το χώρο της ΝΔ που επισήμαιναν τη χρησιμότητα «τμήματος της Χρυσής Αυγής σε μια μελλοντική κυβέρνηση». Μέσω της αυξημένης δημοσιότητας («θετικής» ή «αρνητικής/επικριτικής») οι χρυσαυγίτες ανάγονται σε αγωνιστές ενάντια στο «σάπιο σύστημα». Διοχετεύεται έτσι η κοινωνική δυσαρέσκεια στη Χρυσή Αυγή που ουσιαστικά δεν απειλεί τις μνημονιακές πολιτικές.

Προβάλλοντας τη χρυσαυγίτικη δράση τα ΜΜΕ δημιουργούν μια εικόνα «εμφυλίου» που συνιστά, για εντελώς διαφορετικούς λόγους και χωρίς βέβαια τις όποιες συνέργειες, επιδίωξη τόσο της Χρυσής Αυγής όσο και των επιτελών της Μουρούζη. Οι εκ της Μουρούζη ορμώμενοι θεωρούν ότι το σκηνικό «εμφυλίου» διευκολύνει τον περιορισμό των κοινωνικών αντιδράσεων στα επερχόμενα μέτρα μείωσης συντάξεων, περαιτέρω «διαθεσιμοτήτων», απολύσεων κλπ. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο διάλογος Χαΐνη – Κόττου για την τεχνοκριτική και η «Ομάδα τέχνης α΄»

Standard

της Μαρίας Πούλου

 

Κερατσίνι, Δημαρχείο, Ιανουάριος 1963. Συζήτηση της Ομάδας τέχνης α’

Κερατσίνι, Δημαρχείο, Ιανουάριος 1963. Συζήτηση της Ομάδας τέχνης α’

Στις αρχές του 1961 παίρνει μορφή στον εικαστικό χώρο μια νέα συσπείρωση καλλιτεχνών, αποτελούμενη από αριστερούς ζωγράφους και γλύπτες, η Ομάδα τέχνης α΄. Η ιδιαιτερότητά της ήταν ότι τα μέλη της, αρχικά ο Κώστας Κλουβάτος, ο Δημοσθένης Κοκκινίδης, ο Γιάννης Μαλτέζος, ο Κοσμάς Ξενάκης, ο Πάνος Σαραφιανός, ο Αιμίλιος Φρέρης και ο Γιάννης Χαΐνης, είχαν την πρόθεση να φέρουν τα λαϊκά στρώματα σε επαφή με την τέχνη, και ειδικότερα με τις καινοτομικές κατευθύνσεις των ελλήνων καλλιτεχνών, μέσω ενός προγράμματος εξωθεσμικών και αποκεντρωμένων δραστηριοτήτων.[1]

Το ζήτημα της αισθητικής καλλιέργειας του ευρύτερου κοινού θα αναδείξει τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς ο τεχνοκρίτης της Αυγής, Γιώργος Φωκάς, δημοσιεύοντας ένα εκτενές άρθρο για τις πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στο σκοπό αυτό.[2] Το άρθρο του, το οποίο κατά τα μέλη της ομάδας απηχεί και προκύπτει από τις δικές τους σχετικές διεργασίες,[3] θα γίνει αφορμή για την εκκίνηση ενός απροσχεδίαστου διαλόγου πάνω σ’ έναν από τους συντελεστές της αισθητικής αγωγής, τον παιδευτικό ρόλο που μπορεί να ασκήσει η τεχνοκριτική.

Το διάλογο θα ανοίξει ο εμπνευστής της ομάδας, ζωγράφος Γιάννης Χαΐνης, ο οποίος την προηγούμενη δεκαετία υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της Επιθεώρησης Τέχνης. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 εκδήλωσε σταθερό ενδιαφέρον για την αισθητική αγωγή των λαϊκών στρωμάτων, με πρωτοβουλίες θεωρητικού χαρακτήρα και με την πρωτοπόρο δράση της Ομάδας τέχνης α΄ την περίοδο 1962-1967.

Το εγχειρίδιο που εξέδωσε η Λίζα Κόττου το 1959

Το εγχειρίδιο που εξέδωσε η Λίζα Κόττου το 1959

Στο άρθρο που απευθύνει στην εφημερίδα, αφού εξηγεί ότι επιλέγει να μιλήσει για την τεχνοκριτική γιατί αυτή δεν εξαρτάται από την κρατική πρόθεση ή τον οικονομικό παράγοντα, θα διευκρινίσει ότι αναφέρεται στην προοδευτική κριτική, η οποία οφείλει να έχει εξηγητικό και αποδεικτικό χαρακτήρα: «Η προοδευτική κριτική θάπρεπε νάχει βάλει σαν κύριο στόχο της όχι την μ’ εξωτερικά μέσα επιβολή των υποκειμενικών αξιολογήσεων του κριτικού. […] Πρέπει να αποβλέπει στον βαθμιαίο εξοπλισμό του κοινού της με τις προσλαμβάνουσες εκείνες παραστάσεις που θα του επιτρέψουν τελικά να κινήσει τον δικό του προβληματισμό, βοηθώντας το έτσι να καταλήξει σε δικές του αισθητικές αξιολογήσεις και να «εισπράξει» για λογαριασμό του την αισθητική συγκίνηση και την όποια άλλη αξία περιέχει το έργο τέχνης».[4]

Με ποιο τρόπο μπορεί να γίνει αυτό δυνατό; Για τον Χαΐνη, η τέχνη είναι πρώτα απ’ όλα ένα σύστημα επικοινωνίας, τα μέσα του οποίου επιδέχονται αντικειμενική ανάλυση ως ένα βαθμό, μέσω της οποίας οι βασικές σημασιακές και εκφραστικές ιδιότητες των εικαστικών στοιχείων μπορούν να γίνουν κτήμα του καθενός. Η σημειολογική προσέγγιση του εικαστικού έργου είναι, λοιπόν, το πρώτο βήμα. Ακολουθεί μια ακόμη αντικειμενική παράμετρος, αυτή της «νευροψυχοφυσιολογίας», καθώς, κατά τον ζωγράφο, η δημιουργική διαδικασία και η πρόσληψή της ανάγονται καταρχήν στη σφαίρα της φυσιολογίας, στις νευροψυχικές λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου, οι οποίες συγκαθορίζουν ως δομική αφετηρία τις δημιουργικές επιλογές του καλλιτέχνη και την ανταπόκριση του θεατή. Η στοιχειώδης γνώση της δράσης των νευροψυχικών αυτών μηχανισμών κατά τη δημιουργία και πρόσληψη του εικαστικού έργου αποτελεί για τον Χαΐνη προϋπόθεση της πληρέστερης κατανόησης του τελευταίου από το θεατή. Με αφετηρία τη γνωστική αυτή σκευή, μπορεί κανείς να προχωρήσει στη συνέχεια στην αισθητική και εντέλει την ιστορική αποτίμηση του εικαστικού έργου. Καταλήγοντας, η εξασφάλιση της υποδομής αυτής, σε μια στοιχειώδη μορφή, είναι αναγκαία προϋπόθεση για να αναπτύξει σταδιακά ο θεατής μια αυτενεργή στάση απέναντι στο αισθητικό φαινόμενο και την άποψη του τεχνοκρίτη.

Οι θέσεις του θα προκαλέσουν τον αντίλογο, όχι του Φωκά, αλλά της Λίζας Κόττου, φιλολόγου με συγγραφικό έργο πάνω στην εκπαίδευση και συμμετοχή στην επιμέλεια σχολικών βιβλίων λογοτεχνίας. Η Κόττου, η μορφή της οποίας έχει συνδεθεί ανεξίτηλα με την αβρή παρουσία που παρέδωσε στο χρόνο ζωγραφίζοντάς την ο Γιώργος Μπουζιάνης, ανέπτυξε έντονη κοινωνική και φεμινιστική δράση ήδη από το μεσοπόλεμο, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, και υπέστη σκληρές διώξεις για τις ιδέες της. Παράλληλα, ενδιαφέρθηκε για την εκλαΐκευση και διάδοση των τεχνών και ιδιαίτερα της εικαστικής παιδείας. Συνέχεια ανάγνωσης

Στα θρανία του αγώνα

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟΤΑΞΙΟ τχ. 15

 του Δημήτρη Δημητρόπουλου

exofyllo-neoooo Tην επόμενη Πέμπτη, στον κήπο των Αρχαιολόγων, παρουσιάζεται το νέο τεύχος του «Αρχειοταξίου», του περιοδικού των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας με αφιέρωμα στη μεταπολίτευση (1974-1981). Από την πλούσια ύλη του αφιερώματος (γράφουν οι Η. Νικολακόπουλος, Τ. Σακελλαρόπουλος, Δ. Ψαρράς, Τ.  Κωστόπουλος, Θ. Γάλλος, Ε. Κούκη, Ν. Σαραντάκος, Δ. Δημητρόπουλος, Π. Πολέμη, Δ. Θ. Αρβανίτης, Στ. Παυλόπουλος, Κ. Κατσάπης, Λ. Δελβερούδη, Κ. Σκλαβενίτη, Δ. Παπανικολάου, Γ. Φ. Κουκουλές, Κ. Λιαρίκος) προσημοσιεύουμε, με μικρές περικοπές, το άρθρο του Δ. Δημητρόπουλου για το μαθητικό κίνημα. Το τεύχος συμπληρώνεται με τις ενότητες  Προσεγγίσεις (Λ. Μπαλτσιώτης, Λ. Καλλιβρετάκης, Γ. Παπακονδύλης), Μνήμες (Μ. Ιωαννίδης, Φ. Λαζάρου), Διασταυρώσεις (Σ. Μπόρα, Στ. Βαμιεδάκης, Χ. Χρυσόπουλος), Εις Μνήμην (Σπ. Ι. Ασδραχάς, Μ. Ηλιού, Μ. Βουρλιώτης, Έ. Δρούλια), Συναντήσεις (Μ. Αυγερίδης), Αναγνώσεις (Γ. Γιανουλόπουλος, Ε. Δρούλια).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ddddddddddddddddddddddddddddddd Οι αποκλίσεις χαρακτηρίζουν το σχολείο των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης. Ο άνισος βηματισμός ανάμεσα σε όσα έχουν συμβεί στην ελληνική κοινωνία και στη δική του εσωτερική λειτουργία έχει πολλές εκφάνσεις. Μία όψη αφορά το θεσμικό πλαίσιο, το οποίο δεν έχει προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και κυρίως στον άνεμο φιλελευθεροποίησης που έχει πνεύσει μετά το τέλος της δικτατορίας. Την κατάσταση προσπαθεί να εξισορροπήσει η μεταρρύθμιση Γ. Ράλλη, η οποία με σειρά μέτρων επιχειρεί να αποκαταστήσει μία αναλογία της λειτουργίας του σχολείου με τις αλλαγές που έχουν επέλθει στην κοινωνία (η μεταρρύθμιση στο γλωσσικό –δημοτική, μονοτονικό–, το πενθήμερο σχολείο, τα μεικτά τμήματα αρρένων-θηλέων, η κατάργηση της «ποδιάς», η χαλάρωση των κανόνων για την εξωτερική εμφάνιση των μαθητών, είναι μερικές από τις μεταβολές).   

Μια δεύτερη όψη αφορά την απόσταση που χωρίζει τη νοοτροπία των μαθητών της δεκαετίας του 1970 από εκείνη των γονιών τους, που είναι οι νέοι της Κατοχής και του Εμφύλιου. Η διαφορά αυτή –η οποία είναι βέβαια ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει συνολικά το μεταπολεμικό δυτικό κόσμο– στα καθ’ ημάς προβάλλεται συχνά στον Τύπο της εποχής ως «χάσμα γενεών». Στο επιμέρους θέμα της συμμετοχής στην πολιτική δράση, εκφράζεται συχνά με την πιεστική προτροπή των γονιών προς τα παιδιά τους «να μην μπλέξουν με τα πολιτικά». Οι γονείς, με μνήμες της Κατοχής και της πείνας, έχοντας το βίωμα των σκληρών διώξεων των αριστερών μετά τον Εμφύλιο πόλεμο, της καχεκτικής δημοκρατίας που στηριζόταν στον φόβο, και της στρατιωτικής δικτατορίας που επέβαλλε τον τρόμο, είχαν αναγάγει την εμπλοκή με την πολιτική σε κίνδυνο ζωής. «Μπλεξίματα δεν θέλαμε στην οικογένειά μας και πέρα δεν κοιτάζαμε απ’ τα συμφέροντά μας», σάρκαζαν το 1973, το φόβο της οικογένειας που ο γιός τους έγινε αριστερός, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και ο Γιάννης Νεγρεπόντης στα «Μικροαστικά», μια σειρά τραγουδιών, εξαιρετικά γλαφυρών αναπαραστάσεων της εποχής. Οι μαθητές, αντίθετα με τους γονείς τους, μεγάλωναν στο περιβάλλον ελευθεροφροσύνης και ελευθερίας λόγου και πράξης, που είχε φέρει η Μεταπολίτευση· κινούνταν στους απόηχους του ελληνικού 1968, δηλαδή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, η οποία είχε αναδείξει τη συμμετοχή στα κοινά ως αυταξία και στοιχείο της νεανικής ταυτότητας. Το Πολυτεχνείο με αυτόν τον τρόπο σηματοδοτεί τη νέα μεγάλη έξοδο από το ατομικό στο κοινωνικό ή μάλλον την αξιοδότηση του προσωπικού μέσα από τη δράση στα κοινά. Συνέχεια ανάγνωσης

Συνέδριο: Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και η ελληνική κοινωνία. Ένα πείραμα εκφασισμού;

Standard

27 και 28 Σεπτεμβρίου, Aμφιθέατρο Σάκη Καράγοωργα, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Οργάνωση: Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας

 metaxaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaΤο Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας διοργανώνει στις 27 Σεπτεμβρίου (13.30-20.15) και 28 Σεπτεμβρίου (10.00-20.30) στο Αμφιθέατρο Σάκη Καράγιωργα (Πάντειο Πανεπιστήμιο) επιστημονικό συνέδριο με θέμα «Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και η ελληνική κοινωνία. Ένα πείραμα εκφασισμού;». Πρόκειται για το τρίτο συνέδριο που γίνεται με πρωτοβουλία του Φόρουμ, μετά τη  διοργάνωση δύο ακόμη συναντήσεων, με θέμα τη δεκαετία του 1940 («Η εποχή των ρήξεων», 2011) και τοn Μεσοπόλεμο («Νέες προσεγγίσεις στην ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου», 2012).

Η κατάλυση της δημοκρατίας το καλοκαίρι του 1936 από τον Ι.Μεταξά αποτελεί σημείο τομής στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Για χρόνια, τόσο στον ευρύτερο δημόσιο χώρο όσο και στο πλαίσιο της επιστημονικής κοινότητας, η αναφορά στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου περιοριζόταν στις, αναμφισβήτητα σκληρές, κατασταλτικές του πρακτικές, στην αναζήτηση των ιστορικών καταβολών του, και στη διερεύνηση των ισορροπιών ανάμεσα στο δικτάτορα, το βασιλιά και τη Βρετανία. Ως εκ τούτου, οι συγκεκριμένες μεθοδολογικές επιλογές έχουν αφήσει στην ουσία αδιερεύνητη τη σχέση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου με την ελληνική κοινωνία. Τα ζητήματα των κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών που συμβαίνουν στη διάρκεια της δικτατορίας και η συνολικότερη πολιτική του καθεστώτος απέναντι στην ελληνική κοινωνία παραμένουν σχετικά άγνωστα.

To συνέδριο επιχειρεί μια «κοινωνική στροφή» στη μελέτη της περιόδου, θέτοντας  ερευνητικά ερωτήματα που αφορούν εξίσου τις τομές αλλά και τις συνέχειες τόσο σε σχέση με τα προγενέστερα χρόνια του ελληνικού Μεσοπολέμου όσο και με τις ανατροπές που συντελούνται στη δεκαετία του ’40. Επιπλέον, αναζητούνται αναλογίες ανάμεσα στη δεκαετία του 1930 και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Οι θεματικές της πρώτης μέρας αφορούν την εργασία, την οικονομία, την κοινωνική πολιτική καθώς και τις πολιτικές ελληνικότητας, ενώ οι θεματικές της δεύτερης εστιάζονται στις ιδεολογικές, πολιτιστικές αλλά και πολιτικές διαστάσεις της μεταξικής περιόδου. Ομιλητές:  Ν. Βαφέας, Ν. Κεφαλληνού,  Α. Βρέττη,  Β.  Ευαγγελίδης, Η. Καφάογλου, Χρ. Σταθόπουλος, Ν.  Χατζόπουλος, Κ. Καρπόζηλος, Ε. Κυραμαργιού, Μ.  Καβάλα, Ελπίδα Βόγλη,  Φίλιππος Κάραμποτ, Β.Κουτσούκος, Γ. Κοντού, Κ. Πάπαρη, B. Soethaert, Γ. Σουβλής, Β. Μπογιατζής, Χ. Αθανασιάδης, Γ. Αγγελάκης, Κ. Καραβίδας,  Ν.- Π. Σούρσου, Σ. Πυρπύλη, Ά. Βλάχος, Δ. Αγγελής-Δημάκης, Β. Δαλκαβούκης,  Δ. Παναγιωτόπουλος,  Ι. Κ. Φίλανδρος, Στρ.  Δορδανάς, Π. Βόγλης. Συνέχεια ανάγνωσης