Ρανίτσκι ο μέγας (1920-2013): Ο ισχυρός των λέξεων

Standard

του Χανς-Ντίτερ Σιτ

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

«Οι συγγραφείς ξέρουν από λογοτεχνία όσο ξέρουν τα πουλιά από ορνιθολογία». Σκίτσο του tiede από το toonpool.com.

«Οι συγγραφείς ξέρουν από λογοτεχνία όσο
ξέρουν τα πουλιά από ορνιθολογία».
Σκίτσο του tiede από το toonpool.com.

Ο Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι θεωρείται, στον γερμανόφωνο χώρο, ο κριτικός λογοτεχνίας με τη μεγαλύτερη επιρροή στην εποχή του. Γεννήθηκε το 1920 στην Πολωνία, επιβίωσε του γκέτο της Βαρσοβίας και έζησε μέχρι το θάνατό του στη Γερμανία (αρχικά στη Δυτική). Πάπας της λογοτεχνικής κριτικής, δεν δίσταζε να επιτεθεί σε ογκόλιθους της λογοτεχνίας, όπως ο Γκίντερ Γκρας. Συνέβαλε ωστόσο με τις απόψεις και τον δριμύ του τρόπο στο να συζητήσει και να επεξεργαστεί η μεταπολεμική γερμανική λογοτεχνία το φαιό παρελθόν της χώρας. Ο Ράιχ-Ρανίτσκι είχε κολοσσιαία επίδραση και την κρίση του την περίμεναν και τη φοβούνταν λογοτέχνες και κοινό. Από το 1988 έως το 2001 παρουσίαζε στο κρατικό κανάλι ZDF την εκπομπή λογοτεχνικής κριτικής “Λογοτεχνικό Κουαρτέτο”, η οποία ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και επιτυχημένη.

Πέθανε την περασμένη Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου. Από τα πολλά που γράφτηκαν μετά τον θάνατό του, διαλέξαμε ένα άρθρο που, διατηρώντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό για το πρόσωπο του Ρανίτσκι, ταυτόχρονα εκφράζει και την κριτική στον κριτικό.

Ιω. Μ.

spiegel

Εξώφυλλο του Spiegel (1993) με τίτλο «Ο κριτικός Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι»

Αυτός, ένας καταφρονεμένος που του άρεσε να προσβάλλει. Αυτός που ντρόπιασε τη Γερμανία, γιατί με την οξύτητα και την αναλγησία της κρίσης του συνέβαλε τα μέγιστα ώστε η δυτικογερμανική λογοτεχνία να ανυψωθεί σε τόπο διεξαγωγής ενός ιστορικού, ηθικού και πνευματικού επανακαθορισμού. Αναφέρομαι σε μια ντροπή που αποτέλεσε συστατικό μιας απελευθέρωσης, μέσα στην οποία ο Ράιχ-Ρανίτσκι αναδείχτηκε σε εξέχουσα φιγούρα. Και σε λαϊκιστή. Και τα δύο συνοδευόμενα από παραξενιές, θρασύτητες, ικανότητα σύναψης συμμαχιών και καταποντισμού κατά βούληση. Γενναιόδωρος στην επιδοκιμασία, αδυσώπητος στην επίκριση.

Αν ζούσαν, ο Κλάιστ και ο Χέλντερλιν θα ήταν αποδιοπομπαίοι στο «Λογοτεχνικό Κουαρτέτο» του, κι ο κόσμος που πρέπει πρώτα να συμβουλευτεί την τηλεόραση πριν ανοίξει ένα βιβλίο, θα ένιωθε κολακευμένος μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν χωράει τους άτυχους ποιητές. Ο Κλάιστ και ο Χέλντερλιν θα συνειδητοποιούσαν ξανά ότι η θανατική ποινή εκτίεται εν ζωή, για μια ζωή.

Ο Ράιχ-Ρανίτσκι δεν έστρεψε ποτέ τα κανόνια του κατά των αδυνάτων, δεν έπαψε όμως ποτέ να κανοναρχεί το κοινό με τις απόψεις του. Η πένα του παίνευε, η γραφίδα του ξεπουπούλιαζε. Δεν ήταν δήθεν, ήταν όντως. Αρχή και εξουσία: παταγώδη και ισοπεδωτικά ξεσπάσματα κατά ενός Γκρας, κατά ενός Χάντκε. Με επίγνωση των συνεπειών.

Ο Μάρτιν Βάλζερ έγραψε γι’ αυτόν το εύστοχο σατιρικό μυθιστόρημα Ο θάνατος ενός κριτικού. Ο συγγραφέας, βαθιά πληγωμένος από την επιβολή της εξουσίας ενός Ράιχ-Ρανίτσκι, επιδίδεται σε μια ευφυή καλλιτεχνική εκδίκηση, που θέτει εκ νέου το σημαντικό ερώτημα: Μέχρι πού φτάνει το τίμημα που πρέπει να πληρώσει κανείς μέσα στη δριμύτητα της πολιτιστικής αγοράς για μια καθαρή συνείδηση, για μια αξιοπρέπεια; Ο Βάλζερ στηλιτεύει τον (φανταστικό!) υπερ-κριτικό, ο οποίος ασκεί δημόσια και αυτάρεσκα την εξουσία του και εξελίσσεται με τον καιρό σε πλάσμα ανυπόφορο, που ξερνάει μονάχα κορώνες εγωκεντρισμού — ενώ θα μπορούσε να ασκήσει απλώς δημοκρατικά την εξουσία του, διαλέγοντας ακριβώς να απέχει από την άσκησή της.

8-ranitzkiΟ θάνατος αυτού του μεγάλου, του πανούργου, του εξουσιοεξαρτημένου χαρακτήρα καταδεικνύει τη σύγχρονη ασθένεια της λογοτεχνίας: κουτρουβαλάει κάθιδρη και λαχανιασμένη την κατηφόρα της αγοράς. Μέσα στη δίνη της λογοτεχνικής παραγωγής, ένα καινούργιο βιβλίο πρέπει να βρει τρόπο να τραβήξει την προσοχή – αλλιώς θα πεθάνει προτού προλάβει να γεννηθεί. Το παράδοξο της εποχής: συχνά ό,τι αξίζει το αναγνωρίζουμε μόνο επειδή πετιέται στο περιθώριο, τους έξυπνους τους βρίσκουμε κάπου απομονωμένους. Πραγματική λογοτεχνία; Το παζάρι των ευκαιριακών επιτυχιών έχει μετατραπεί στον βασανιστή της. Μέσα στο τοπίο αυτό, ο Ράιχ-Ρανίτσκι ήταν τρομακτικός πρόεδρος, φλογερός πατριάρχης, εύθυμος τρομπετίστας και βροντερός μαστιγωτής των δεινών.

Το 2000, η Ζίγκριντ Λέφλερ [έγκριτη κριτικός λογοτεχνίας και μόνιμη καλεσμένη της εκπομπής επί χρόνια] αποχώρησε από το «Λογοτεχνικό Κουαρτέτο», έπειτα από την αμείλικτη επίθεση ενός κυνικού Ράιχ-Ρανίτσκι. Η εκπομπή ήθελε απλώς να «προκαλέσει θόρυβο». Έτσι είπε η Λέφλερ. Σωστά. Δώδεκα χρόνια άντεξε. Ήθελε να δείξει ότι οι κριτικοί δεν είναι τίποτα αραχνιασμένοι ειδήμονες, που θέλουν να μετρήσουν τις καμπύλες με το υποδεκάμετρο. Τι απέμεινε όμως από τις εμφανίσεις των μυημένων στο γυαλί; Δημόσια ξεκοιλιάσματα, γυαλιά και θρύψαλα. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς: τηλεοπτική προτίμηση σημαίνει ποιοτική υποτίμηση.

Να την πάλι η ειρωνεία: ποιος, ο Ράιχ-Ρανίτσκι αρνήθηκε το 2008 να παραλάβει το Γερμανικό Τηλεοπτικό Βραβείο, αηδιασμένος από την αστραφτερή εκδήλωση απονομής. Άναψαν οι συζητήσεις στις εφημερίδες, ο ηλιόλουστος κόσμος των ΜΜΕ σκιάστηκε για λίγο από ένα συννεφάκι περίσκεψης – πώς να γλυκάνει όμως το μουρουνόλαδο με έναν κόκκο ζάχαρη;

Ο εκδότης της Frankfurter Allgemeine Zeitung, Γιοάχιμ Φεστ, έφτιαξε ειδικά γι’ αυτόν ένα τμήμα στην εφημερίδα του, κι ο Ράιχ-Ρανίτσκι έγινε ο θρυλικός “λογοτεχνικός διευθυντής”. Έγραψε πνευματώδεις αναλύσεις. Με τονισμένα απέριττο ύφος. Και ξαφνικά η μεγάλη έκπληξη, η αυτοβιογραφία: Η ζωή μου [στα ελληνικά κυκλοφορεί σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη, από τις εκδόσεις Ίνδικτος]. Η έξυπνη επικέντρωση στο πεπρωμένο του, που τον ανάγκασε να επιβιώσει ζώντας μαζί με τον θάνατο. Κάπως έτσι ανακαλύψαμε πίσω από τον κριτικό τον συγκλονιστικό και αποστασιοποιημένο αφηγητή: τα χρόνια στο γκέτο της Βαρσοβίας, η απόδραση με τη γυναίκα του, η διάσωση από έναν μικρό πολωνό τυπογράφο, που πάνω στο μεθύσι του άρθρωσε τον στόχο του αγώνα του: ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να εξαφανίσει τον «ιουδαϊσμό», εκείνος όμως είχε αποφασίσει ότι αυτοί οι δυο εβραίοι έπρεπε να ζήσουν, «και θα δούμε ποιος θα κερδίσει». Έπειτα η απελευθέρωση, η προσχώρηση στο Κομμουνιστικό Κόμμα, η σύλληψη για «ιδεολογική απομάκρυνση», η διαγραφή από το κόμμα – και στη φυλακή στη Βαρσοβία η επαφή με «ένα από τα μεγαλύτερα γερμανικά μυθιστορήματα», τον Έβδομο σταυρό της Άννας Ζέγκερς [στα ελληνικά κυκλοφορεί σε μετάφραση Αρετής Κοντογιώργη, από τις εκδόσεις Κέδρος]· η απόφαση ήρθε γρήγορα: θα ζούσε μια ζωή με τη λογοτεχνία, μέσα στη λογοτεχνία. Το βιβλίο, ένα κασελάκι με θησαυρό όπου μπορείς να κρυφτείς για να βγεις στον κόσμο, όταν πια δεν υπάρχει πατρίδα για σένα.

Πέθανε λοιπόν ο Ράιχ-Ρανίτσκι, στα 93 του. Μέσα στο σάστισμα, πεθαίνει και η αντίθετη ιδέα: να απαλλαχτούν οι λογοτέχνες από το βάρος της δημοσιότητας και της συμμετοχής στο σόου. Το βιβλίο είναι μια εσωστρέφεια, και ίσως ο καλύτερος αναγνώστης είναι εκείνος που δεν μιλάει δυνατά για τη λογοτεχνία, αλλά μοιράζεται την εσωστρέφεια του βιβλίου. Ο Ράιχ-Ρανίτσκι έκλεινε πάντοτε το «Λογοτεχνικό Κουαρτέτο» με τη φράση του Μπρεχτ: «Η αυλαία έπεσε, όλες οι ερωτήσεις παραμένουν ανοιχτές». Με τον θάνατο του κριτικού, ξεκαθαρίστηκε μια και καλή το ερώτημα για την πιθανότητα να ξαναζήσουμε μια τέτοια απαράμιλλη μοναρχία της γνώμης.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Neues Deutschland στις 20.9.2013. Ο Hans-Dieter Schütt είναι δημοσιογράφος.

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s