Φιλοξενία και ουτοπία

Standard

 

Συνέντευξη του Ρενέ Σερέρ στον Γεράσιμο Κακολύρη*

Ρενέ Σερέρ

Ρενέ Σερέρ

Ο Τομέας Φιλοσοφίας του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος, οργανώνει την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου, ώρα 18.00,  ημερίδα αφιερωμένη στον γάλλο φιλόσοφο Ρενέ Σερέρ, με τίτλο «Φιλοξενώντας τον René Schérer / Ο René Schérer για τη φιλοξενία». Συμμετέχουν ο René Schérer, η Anne Sauvagnargues, ο Ευτύχης Μπιτσάκης, ο Γεράσιμος Κακολύρης, με συντονιστή τον Κωνσταντίνο Ηροδότου. Η ημερίδα γίνεται στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, Σίνα 31 (αίθουσα Gisèle Vivier). Η είσοδος είναι ελεύθερη, ενώ θα υπάρχει παράλληλη μετάφραση.

 Πώς αντιλαμβάνεστε τη σχέση ουτοπίας και φιλοξενίας;

Για να είμαι σύντομος, θα έλεγα, μιλώντας απλά και άμεσα, απευθυνόμενος στους σύγχρονούς μου, ότι το μεγάλο θέμα ή πρόβλημα του καιρού μας είναι, πριν απ’ όλα, να θέσουμε τέλος στις ένοπλες συγκρούσεις, οι οποίες οφείλονται στην άρνηση του άλλου ανθρώπου. Στην απόρριψη των άλλων, στην άρνηση να αποδεχτούμε, να υποδεχτούμε ξένα πρόσωπα ή ιδέες, ξένα ήθη, μόνο και μόνο επειδή είναι διαφορετικά.  Εάν η ουτοπία συνίσταται στην παρουσίαση και ενεργοποίηση του επιθυμητού, εκείνου που επιβάλλεται χωρίς να είναι ακόμη πραγματοποιημένο, η ουτοπία μας, η ουσιώδης αλλά, ως τώρα, ουτοπική διεκδίκησή μας είναι, επομένως, η υποδοχή του άλλου, του «άλλου ανθρώπου», δηλαδή μια καθολική φιλοξενία. Αυτό βρίσκεται ακριβώς στον πυρήνα της ουτοπίας του Φουριέ.

Στα γραπτά σας για τη φιλοξενία αναφέρεστε στην ανάγκη μετατόπισης  της σκέψης από το ερώτημα «πώς να καταστήσουμε εφικτή την αποδοχή του ξένου εντός της καλύτερης κοινωνίας» στο ερώτημα «πώς να σκεφτούμε μια καλύτερη  κοινωνία γύρω από τον ξένο, την αποδοχή του ξένου». Κάτι τέτοιο προϋποθέτει τη μετατόπιση προτεραιότητας από το «εγώ» στον Άλλο, κάτι που θυμίζει σημαντικά την ηθική σκέψη του Εμμανουήλ Λεβινάς. Πώς δικαιολογείται, κατά τη γνώμη σας, φιλοσοφικά αυτή η αλλαγή οπτικής; Από τι επιβάλλεται;

Πρόκειται για μια αλλαγή οπτικής σε σχέση με τη σκέψη της κλασικής Ουτοπίας.  Εκείνη κατασκεύασε πριν απ’ όλα ένα μοντέλο ικανοποιητικό για μια κλειστή κοινωνία. Και το πρόβλημα ήταν η αποδοχή  (ή όχι) του ξένου, του οποίου η παρείσδυση ενείχε τον κίνδυνο της αναστάτωσης, της διαφθοράς. Στη νέα προοπτική, που είναι εκείνη του Φουριέ, η ουτοπία κατασκευάζεται γύρω από την καθολική φιλοξενία ή, εάν θέλετε, του ξένου, του άλλου, του «άλλου ανθρώπου» ή της «δομής-άλλος». Το σημείο εκκίνησης δεν είναι πλέον «το ίδιο», αλλά το «το άλλο», το διαφορετικό, το ετερόκλητο, η πολλαπλότητα. Το άλλο έχει προτεραιότητα σε σχέση με το ίδιο, γιατί κι εγώ ο ίδιος είμαι «άλλος», άλλος σε σχέση με τον άλλο, άλλος ακόμη κι ως «εγώ». «Εγώ είμαι ένας άλλος». Σε σχέση με εμένα, όπως και σε σχέση με τον «άλλον άνθρωπο». Μπορούμε βέβαια να αναφερθούμε εν προκειμένω στον Λεβινάς, που τόνισε αυτή την προτεραιότητα, αλλά, επίσης, και στον Φουριέ, για τον οποίο το σημείο έλξης δεν είναι ποτέ το «εγώ», αλλά η ομάδα· για τον οποίο το άτομο είναι πάντα μέλος μιας ομάδας, «ομαδικό ον».

Όσο για την ουτοπία, στις σχέσεις της με τη φιλοξενία, αποτελεί οπωσδήποτε μια «κοπερνίκεια επανάσταση». Αυτή είναι η απάντησή μου, σε πρώτο επίπεδο. Επιπροσθέτως, η «δομή άλλος» απαντά επίσης στον Ντελέζ, όπου ο «άλλος» γίνεται αντιληπτός ως το άνοιγμα προς ένα πιθανό κόσμο. Αυτό το άνοιγμα στον «άλλον» και τον κόσμο αποτελεί επίσης κεντρικό ζήτημα στον αμερικάνικο υπερβατολογισμό, στους Έμερσον (Emmerson), Θορώ (Thoreau), Γουίτμαν (Whitman), κ.ά.

Τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση του πρώτου σας βιβλίου Zeus hospitalier (Φιλόξενος Ζευς, 1993), ένας άλλος μεγάλος Γάλλος φιλόσοφος, ο Ζακ Ντεριντά εξέδωσε το Περί φιλοξενίας  (σε συνεργασία με την  Αν Ντυφουρμαντέλ) με το ίδιο θέμα: τη φιλοξενία. Παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζει μια κριτική δυνατότητα στη ουτοπία που αναμφισβήτητα δεν θα πρέπει ή δεν μπορεί ποτέ κάποιος να αποκηρύξει εντελώς, προ πάντων όταν μπορεί αυτή να μετατραπεί σε μοτίβο αντίστασης ενάντια σε κάθε άλλοθι διατήρησης του υπάρχοντος status quo και σε κάθε «ρεαλιστική» και «πραγματιστική» παραίτηση, ο Ντεριντά παραμένει δύσπιστος απέναντί της.  Κι αυτό επειδή σε ορισμένα πλαίσια η λέξη ουτοπία μας αποκόπτει από τον ιδιάζοντα και επείγοντα χαρακτήρα του «εδώ-τώρα», της παρούσης στιγμής. Ο ρακένδυτος ξένος που φτάνει στα σύνορα δεν μπορεί να περιμένει! Αυτό που απαιτείται είναι άμεση απόφαση και δράση. Ποια είναι η άποψή σας;

Ναι, αυτή η έκδοση βασίζεται σε ένα σεμινάριο που οργάνωσε εκείνα τα χρόνια ο Ντεριντά. Το αγνοούσα πριν την κυκλοφορία του· έμαθα για το σεμινάριο μέσα από αυτό το βιβλίο. Λαμβάνει υπόψη του την επικαιρότητα, στα χρόνια του 90, πολύ περισσότερο από ότι το δικό μου βιβλίο, το οποίο έγραψα με αφετηρία τα μαθήματά μου στα 1989-90. Πρέπει πρώτα να σημειώσω ότι χωρίς συνεννόηση, παρά το ότι ήμουν από παλιά φίλος με τον Ντεριντά, κυριευτήκαμε από αυτό το μείζον θέμα για τις σύγχρονες κοινωνίες.

img_2732 (1)

Τόσο εσείς όσο και ο Ντεριντά έχετε καταδείξει τους περιορισμούς της καντιανής αρχής της «καθολικής φιλοξενίας», η οποία κατοχυρώνει μεν ένα «δικαίωμα επίσκεψης» αλλά όχι ένα «δικαίωμα μόνιμης επίσκεψης», έτσι ώστε η χώρα υποδοχής να μπορεί να εκδιώξει το ξένο «αν τούτο δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την εξόντωσή του» (Ι. Καντ, Προς την αιώνια ειρήνη). Αυτή η αρχή φαίνεται να διέπει σήμερα το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα το νομικό καθεστώς περί ασύλου. Εντούτοις, όταν διατύπωνε τη συγκεκριμένη αρχή ο Καντ, είχε στο μυαλό του τις τρομερές βιαιοπραγίες που διαπράττονταν από τους Ευρωπαίους κατακτητές του Νέου Κόσμου εις βάρος των γηγενών πληθυσμών. Νομίζουμε ότι το συγκεκριμένο παράδειγμα καταδεικνύει το ρίσκο που εγγράφεται σε κάθε πράξη φιλοξενίας ως όρο δυνατότητά της: ότι η έλευση του άλλου μπορεί να φέρει την αταξία στον οίκο μου, ότι δεν μπορώ να προβλέψω αν ο άλλος θα συμπεριφερθεί καλά στο σπίτι μου, στην πόλιν μου, στο κράτος μου, στο έθνος μου. Εντούτοις, αυτό είναι ένα ρίσκο που οφείλουμε να πάρουμε προκειμένου να ανοίξουμε τον οίκο μας στο άλλο(ν), είτε πρόκειται για το(ν) ξένο ή  το μέλλον εν γένει. Διότι όσο περισσότερο προσπαθούμε να περιορίσουμε αυτό το ρίσκο, όπως κάνει ο Καντ, τόσο λιγότερο δεκτική γινόμαστε στο εντελώς άλλο, στο καινούργιο. Θεωρείτε αναγκαίο αυτό το ρίσκο;

Όπως πάντα όταν εξετάζουμε ένα απροϋπόθετο αξίωμα ή μια κατευθυντήρια ιδέα, μπορεί να βρεθούμε ενώπιον μιας αντίφασης, αν όχι μιας αντινομίας. Εδώ πρόκειται για την ιδέα που μετασχηματίζει το φιλοξενούμενο σε εισβολέα και εχθρό, που μετατρέπει δηλαδή τον hospes (φιλοξενούμενο) σε hostis (εχθρό) – κι εδώ επιστρέφουμε κατά κάποιο τρόπο στην αρχή, αν είναι αλήθεια ότι ο πρώτος όρος (hospes) δεν αποτελεί παρά μια μεταστροφή του δεύτερου (hostis).  Ο Μισέλ Σερ (Michel Serres), έχει, σε ένα ανάλογο πλαίσιο, μιλήσει για το «παράσιτο», που είναι πάντα ένα ρίσκο για τη φιλοξενία.

Χωρίς να  θέλω να προτείνω μια θαυματουργική λύση, μπορούμε να σκεφτούμε εδώ τον Φουριέ, του οποίου η παγκόσμια ουτοπία ή «Αρμονία» αποτελεί επίσης μια καθολική φιλοξενία, όπου ο καθένας συναντά παντού την υποδοχή και την αμοιβαιότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν υπάρχει κίνδυνος παρασιτισμού ή επίθεσης. Οι  «σταυροφορίες» στην «Αρμονία» δεν είναι πλέον πόλεμοι και οι «βιομηχανικοί στρατοί» δεν μετακινούνται σε άλλη περιοχή παρά μόνο για να την ευεργετήσουν στο όνομα της «Αρμονίας». Ένα άλλο παράδειγμα που δίνει ο Φουριέ είναι αυτό του «ερωτικού ιππικού» και της «εξαγοράς των αιχμαλώτων», στο Νέο ερωτικό κόσμο. Με μια αντιστροφή νοήματος, δηλαδή, η ουτοπία ιδιοποιείται προτάσεις, τις οποίες ο πολιτισμός  – «ανεστραμμένη διάταξη» – θεωρεί διαστροφικές και τις καθιστά αδύνατες. Μόνο στην εταιρική «Αρμονία» – «αξιόπιστη διάταξη» – μπορεί να τις δούμε να πραγματοποιούνται. Αυτός είναι ο λόγος που λέγω κι έχω γράψει σε όλα μου σχεδόν τα κείμενα πως η καθολική και απροϋπόθετη φιλοξενία είναι η «ουτοπία μας». Είναι απαραίτητο να συγκρατήσουμε αυτή την ιδέα, ακόμη και αν στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων, είναι αδύνατον να την εφαρμόσουμε κατά γράμμα. Θα αναφερθώ σε μια πρόταση του Μωρίς Μπλανσό (Maurice Blanchot), η οποία αποτελεί παράθεμα από τον Γκαίτε, (χωρίς να δίνεται η ακριβής παραπομπή): «επιδιώκοντας το αδύνατο, ο καλλιτέχνης επιτυγχάνει το σύνολο του εφικτού».  Υπό αυτή την έννοια, η άσκηση της φιλοξενίας εμπίπτει σε μιαν αισθητική, μιαν «αισθητική της ζωής», πολύ περισσότερο από ό,τι σε ένα δόγμα δικαίου ή ηθικότητας.

Πόσο πειστική μπορεί να ακούγεται σήμερα μια σκέψη που είναι δεκτική στην έλευση του ξένου όταν τα κυρίαρχα ΜΜΕ και η πλειονότητα των ευρωπαϊκών πολιτικών έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια ξενοφοβική Ευρώπη; Θα μπορούσε η ευρωπαϊκή αριστερά σήμερα να διαμορφώσει μια πειστική πρόταση για τη μετανάστευση; Ποια νομίζετε ότι θα μπορούσαν να είναι τα κύρια σημεία μιας τέτοιας πολιτικής;

Το ερώτημα που μου θέτετε εμπίπτει περισσότερο στην πολιτική παρά τη φιλοσοφία καθεαυτή. Γνωρίζω πως δεν θα μπορούσαμε να τις διαχωρίσουμε και πως όλοι οι φιλόσοφοι, από τον Πλάτωνα κι εφεξής, πραγματεύτηκαν το θέμα της Πολιτικής. Όμως συνηθίζουμε, επίσης, να διαχωρίζουμε ορθά «το» πολιτικό από «την» πολιτική, όρος που αναφέρεται στην ιστορική εφαρμογή ιδεών και αρχών, σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Η ερώτησή σας, βεβαίως, αφορά αυτήν την εφαρμογή. Δεν θα μπορούσα εντούτοις να απαντήσω, ακολουθώντας τους Ντελέζ και Γκουαταρί στο Τι είναι η φιλοσοφία;, ότι η πολιτική των φιλοσόφων συνάδει απόλυτα με εκείνη των ουτοπιστών και, κατ’ αυτό τον τρόπο, να επανέλθω στο απροϋπόθετο της φιλοξενίας; Ή, ακολουθώντας τον Καντ -μολονότι αυτός νομιμοποίησε φιλοσοφικά τη διαφορά μεταξύ της καθολικής υπερβατολογικής αρχής και τους περιορισμούς που τα εχέγγυα κάθε εθνικού κράτους κατέληξαν να της επιφέρουν-, να απαντήσω με τη διάκριση ανάμεσα σε έναν «ηθικό πολιτικό», δηλαδή έναν ηγεμόνα που υπόκειται στην απροϋπόθετη ηθική προσταγή, και στους «πολιτικούς μοραλιστές» ή σε εκείνους που, παίζοντας τον ρόλο των συμβούλων του ηγεμόνα, νόμιζαν ότι μπορούσαν να διευθετήσουν με κατάλληλο τρόπο το απροϋπόθετο του ΝΟΜΟΥ;

Απαντώντας στην ερώτησή σας, δράττομαι της ευκαιρίας να αναφερθώ σε ένα αξιοσημείωτο κείμενο του Χάινριχ Μπελ (Heinrich Böll), που τυχαία έχω μπροστά μου, κείμενο το οποίο υιοθετώ ανεπιφύλακτα και ας μου επιτραπεί να σας το θυμίσω, απλώς διαβάζοντάς το. Πρόκειται για ένα κείμενο του 1984, ένα από τα τελευταία του νομπελίστα συγγραφέα της Χαμένης τιμής της Κατερίνα Μπλουμ, ο οποίος πέθανε το 1985. Εκείνη την εποχή, ας το θυμίσουμε, υπήρχε ακόμη ο διαχωρισμός σε δύο μπλοκ, ο Ψυχρός Πόλεμος, και η Γερμανία βρισκόταν υπό το σοκ της πάλης ενάντια στους τρομοκράτες της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός». Το κείμενο έχει τη μορφή μιας ανοιχτής επιστολής προς τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Ρίτσαρντ φον Βειζσάεκερ (Richard von Weizsäcker), ο οποίος δεν είχε παρά μια συμβολική εξουσία, όπως, άλλωστε, κι ο παλαιός Πρόεδρος της Γ΄  Γαλλικής Δημοκρατίας:

«Ο πρόεδρος δεν διαθέτει εξουσία μόνο θεωρητικά, αλλά μπορεί ακριβώς επειδή υψώθηκε πάνω από τα κόμματα και είναι υπεράνω πάσης υποψίας να καλέσει εκείνες τις ομάδες που ζουν στις λεγόμενες περιθωριακές ζώνες και κινδυνεύουν να ολισθήσουν στον παρασιτισμό: ξένους, πρόσφυγες αιτούμενους άσυλο, ανέργους, Σίντι και Ρομά. Το πάρκο που περικλείει το Μέγαρό σας είναι οπωσδήποτε κατάλληλο για να υποδεχτεί μεγάλες ομάδες, ακόμα και αν αυτή η υποδοχή μπορεί να εκληφθεί ως σόου [show]·  to show σημαίνει, εξάλλου, δείχνω, καθιστώ ορατό, και ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας θα μπορούσε, χάρη σε  αυτού του είδους την υποδοχή ή τα μικρά φεστιβάλ, να δείξει αποτελεσματικά ότι δεν είναι ένας παντοδύναμος και συγκαταβατικός άρχοντας, αλλά πρόεδρος μιας Δημοκρατίας στην οποία, για το Κράτος του οποίου είναι ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος, δεν υπάρχουν περιθωριακοί, παρίες. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία είναι με βάση το Σύνταγμά της μια χώρα υποδοχής, μια χώρα πόλος έλξης. Δεν θα έπρεπε να εξευτελιστεί καθιστάμενη μια απωθητική χώρα».

Σταματώ, ζητώντας να αντικαταστήσουμε στο κείμενο τον Πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με οποιονδήποτε άλλον ηγέτη ευρωπαϊκού κράτους και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία με την Ευρώπη ως «χώρα υποδοχής». Βλέπουμε ότι σε αυτό το κείμενο που χρονολογείτε πλέον των τριών δεκαετιών δεν υπάρχει τίποτε να αλλάξουμε. Το αντίθετο μάλιστα.

Θα ήταν επίσης χρήσιμο να προσθέσουμε αυτές τις γραμμές, λίγο παρακάτω: «Θα ήταν δυνατόν, επί τη ευκαιρία, να σημειώσουμε ακόμη ότι φρικαλεότητες μπορεί να διαπραχθούν στο όνομα του δικαίου, όπως, για παράδειγμα, κάποιος που ζητά άσυλο, στέλνεται, μετά από δικαστική απόφαση, σε μια χώρα όπου δεν τον περιμένουν μόνο βασανιστήρια, αλλά ο θάνατος. Στο όνομα του δικαίου, μπορούν να διαπραχθούν φρικτά πράγματα…»  Κι αυτό δεν είναι μια απλή υπόθεση εργασίας.

Αυτά θα είχα να πω, αν όφειλα να μιλήσω ως φιλόσοφος– ο Θεός να με φυλάει– ενώπιον των πολιτικών, που ασκούν κάποιου είδους εξουσία. Αλλά από ιδιοσυγκρασία μού είναι, ευτυχώς, αδύνατον να μιλώ μπροστά σε τέτοιες επιτροπές, όντας ευχαριστημένος με το να καλλιεργώ τον κήπο μου ή να σκουπίζω μπροστά από την πόρτα μου. Και όπως το είπε ο Ντελέζ, πάλι εκείνος, «καλύτερα οδοκαθαριστής, παρά δικαστής».

Τι σκέφτεστε με αφορμή την ελληνική κρίση αυτήν την περίοδο; Πώς κρίνετε την έννοια της «κρίσης»;

Όπως είπε, σε μια συνέντευξή του, ο συνάδελφος μου στο Paris 8, Ζορζ Ναβέ (Goerges Navet), ειδικός στην οικονομική και πολιτική ιστορία, η «κρίση», στην αρχική και ετυμολογική της σημασία, περιγράφει μια στιγμή σύντομη και καθοριστική, ενώ η παρούσα κρίση διαιωνίζεται.[1] Είναι πράγματι σύμφυτη με τη διαχείριση του οικονομικού κεφαλαίου, το οποίο κινείται μέσω διαδοχικών και αλλεπάλληλων κρίσεων. Από αυτές προκύπτει το χρέος από το οποίο υποφέρουν όλα τα κράτη, ιδίως στην Ευρώπη.

Αυτό οφείλεται στη σύλληψη, λανθασμένη στη βάση της, ενός συστήματος θεμελιωμένου στη γενική ανταγωνιστικότητα και την αποδοτικότητα. Είναι προφανές ότι οι «κοινωνικές υπηρεσίες» δεν γίνεται να είναι αποδοτικές και ότι μια κοινωνία που αποσκοπεί στο κέρδος και όχι στην ευτυχία ή την απλή ζωή όλων των μελών της,  θα αντιμετωπίζει διαρκώς «έλλειμμα» ή «χρέος». Το να ζεις, το οποίο θεωρείται αφ’ εαυτού ένοχο, είναι ένα «χρέος» προς μια υπερβατική δύναμη. Εδώ περιέργως το οικονομικό συναντά ένα θρησκευτικό που θεωρεί όλους τους θνητούς ενόχους έναντι του υπερβατικού δημιουργού τους.

Κι ο φιλελευθερισμός έχει καταστεί, για μιας, μια τέτοια «υπερβατικότητα». Εξάλλου ο ανταγωνισμός της αγοράς ή ο οικονομικός φιλελευθερισμός, είτε πρόκειται για το νέο είτε για τον κλασικό, λειτουργεί με βάση το φημισμένο υπερβατικό αξίωμα της «αόρατης χειρός», που, έχει ως αρχή, ενάντια σε κάθε πραγματικότητα και κάθε αληθοφάνεια, ότι από τον πλουτισμό μερικών προέρχεται  η ευτυχία όλων. Μια «αρμονία προκαθορισμένη» κατά κάποιο τρόπο.

Όσο και να διαψεύδεται από την εμπειρία, αυτή η προκατάληψη είναι επίμονη. Είναι το στοιχείο που θεμελιώνει την ψευδαίσθηση ότι η κοινωνία της αγοράς είναι «ο καλύτερος δυνατός κόσμος», ψευδαίσθηση από την οποία τρέφονται μέχρι και οι σημερινοί αρνητές της. Έτσι μεταθέτουμε εύκολα τις δυσχέρειες που σχετίζονται με το καπιταλιστικό (και το ισοδύναμό του νεο-καπιταλιστικό) σύστημα σε μια αντίθεση μεταξύ εθνικής οικονομίας ή εθνικισμού και διεύρυνση της αγοράς ή ευρωπαϊσμού. Το πρόβλημα δεν είναι εκεί, αλλά στην υπαγωγή ολόκληρης της οικονομικής διαδικασίας στην οικονομία της αγοράς και τη χρηματιστηριακή ανταποδοτικότητα.

Το πώς θα βρούμε την έξοδο, αυτό είναι άλλο ζήτημα. Και τίποτα δεν θα γίνει, αν μέσα στο νου, στις «υπομενικοποιήσεις», τίποτα δεν αλλάξει. Ο Φελίξ Γκουαταρί χαρακτήριζε τον σύγχρονο καπιταλισμό ως «παγκόσμιο ενσωματωμένο καπιταλισμό». Δεν ξέρω σε τι αντιστοιχούσε για εκείνον αυτή η «ενσωμάτωση», αλλά μπορεί επιτυχώς να ερμηνευτεί ως μια εσωτερίκευση, μια υποκειμενική αφομοίωση, μέσα στις συνειδήσεις, πράγμα που εξηγεί γιατί δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από ένα σύστημα υπερκατανάλωσης και κερδοσκοπικής οικονομίας. Και σε αυτό το σημείο θα ήταν απαραίτητη, πρωταρχικής σημασίας, μια τροποποίηση που θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες υποκειμενικότητες, προσανατολισμένες προς την επιθυμία μιας άλλης κοινωνίας. Αυτή είναι η φιλοσοφική -φουριεκή- άποψή μου.

Με τι ασχολείστε αυτήν την εποχή;

Τι ετοιμάζω; Θα έλεγα, όπως, νομίζω ότι θα έκανε ο Γκαστόν Μπασελάρ (Gaston Bachelard) –τρόπος του λέγειν βέβαια γιατί ούτε κατά διάνοια θα μπορούσα να συγκριθώ μαζί του– ότι δεν σταματώ να μελετώ· βρίσκομαι εγγύτερα στη θέση του φοιτητή, παρά του συγγραφέα. Και τα σεμινάρια μου έδωσαν άπειρες αφορμές για να εμβαθύνω ή να ανακαλύψω ορισμένα ζητήματα: το «έγκλημα», τη «ζωή», την «τέχνη και τη ζωή», θέμα του φετινού μου σεμιναρίου. Έχω πάντα κατά νου να γράψω σχετικά με αυτά, αλλά δεν δόθηκε ακόμη η κατάλληλη ευκαιρία ή, αν θέλετε, δεν ήρθε η σειρά τους. Περιμένοντας, είχα την ευκαιρία να γράψω ένα μικρό «αυθάδες λεξιλόγιο», που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα καπρίτσιο. Όμως, η έκδοσή του, ενώ είχε προγραμματιστεί για τον περασμένο Σεπτέμβρη, αναβλήθηκε για το 2014. Ίσως αργότερα επεξεργαστώ τις σημειώσεις μου για τη θεματική της «ζωής», αλλά δεν μπορώ να πω ακόμα τίποτε άλλο. Άλλωστε, περιμένω πάντα μια «ευκαιρία»· η έννοια ευκαιρία, casus, τύχη ή καιρός είναι μέρος της μεθόδου μου· ένας «τυχισμός» δανεισμένος από τη λογική του Τσαρλς Σάντερς Πηρς. Είναι ένας τρόπος επίσης να συνδέω τη σκέψη με τη ζωή. Αυτά είναι όλα όσα μπορώ να σας πω γι’ αυτό το θέμα. Στο ενδιάμεσο, κάποια μικρά άρθρα, εξίσου ευκαιριακά, ορίζουν τη διαδρομή μου.

Τέλος  –να μην το ξεχάσω κλείνοντας– περιμένω με ανυπομονησία εδώ κι ένα χρόνο την έκδοση ενός ανέκδοτου κειμένου του Φουριέ, που συνεπιμελούμαι με τον Κωνσταντίνο Ηροδότου· είναι μια αξιοσημείωτη εργασία: Το ξύπνημα του Επιμενίδη (Le Réveil dEpiménide) το οποίο αλλάζει τον ορίζοντα πρόσληψης του Νέου ερωτικού κόσμου. Οφείλω να ομολογήσω ότι οι εκδοτικές καθυστερήσεις με βγάζουν εκτός εαυτού.

Ο Γεράσιμος Κακολύρης διδάσκει φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Eυχαριστούμε θερμά τον Τιερύ Μπριώ για την παραχώρηση των έργων και τον Κωνσταντίνο Ηροδότου για τη βοήθειά του στη δημοσίευση της συνέντευξης

Λεζάντες για τις εικόνες:

[1] Thierry Briault, «Gradiva blanche», 2000. Αδημοσίευτος πίνακας που παραχωρήθηκε στην «Αυγή» από τον καλλιτέχνη για δημοσίευση

[2]  Thierry Briault, «Gradiva bleue», 2000. Αδημοσίευτος πίνακας που παραχωρήθηκε στην «Αυγή» από τον καλλιτέχνη για δημοσίευση


[1] Ζορζ Ναβέ, «Να παράγουμε καινούργιες ουτοπίες», συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Ηροδότου, The Books’ Journal, τχ. 22, Αύγουστος 2012, σ. 92. [Σ.τ.Μ.]

2 σκέψεις σχετικά με το “Φιλοξενία και ουτοπία

  1. Πίνγκμπακ: Φιλοξεν&#...

  2. Η ομιλια τουΣερερ και της Σωβαρνιακ πραγματικά ηλεκτρισμενη Ολα ταμηχανήματα χαλασμένα αλλα η ενταση των εννοιων εκανε να μοιαζει αυτο σαν πλεονεκτημα μας χρειάζονται αυτες οι εννοιολογήσεις σε ενσαλλαγη με την Πράξη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s