Η ποιητική του χώματος

Standard

Μνήμη Γιώργου Χ. Χουρμουζιάδη (1932-2013)

του Γιάννη Χαμηλάκη

                                    «τι σόι κόκκαλα φοράει το σκοτάδι;

                                                   πώς είναι εκεί;  έχει θρόισμα;

                                                   εδώ –όπως τ’ άφησες–»

                                                   Γ. Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο (2013)

Φωτογραφία του Φώτη Υφαντίδη

Φωτογραφία του Φώτη Υφαντίδη

Τον συνάντησα πρώτη φορά στο Ρέθυμνο, στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Εγώ προπτυχιακός φοιτητής, σχεδόν στο πτυχίο, και όμως ακόμα αναρωτιόμουν κατά πόσο η αρχαιολογία μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από στείρα τυπολογική ανάλυση, θετικιστική αφήγηση ή φορμαλιστική ιστορία τέχνης· κατά πόσο  μπορεί να είναι κάτι πέρα από τον αναχωρητισμό, να επικοινωνεί με την κοινωνία και τις έγνοιες της, να μην είναι παντελώς αδιάφορη στις πολιτικές συγκρούσεις του σήμερα.

Η πρόσκληση στάλθηκε μέσω του πολιτιστικού συλλόγου της πόλης, κι αυτός την αποδέχτηκε μετά χαράς. Έκανε λοιπόν το ταξίδι απ’ τη Θεσσαλονίκη, να μας μιλήσει για την επανέκθεση της  αρχαιολογικής συλλογής του Μουσείο του Βόλου, την οποία είχε επιμεληθεί κάποια χρόνια πριν. Και, μέσα απ’αυτή, να μας πει για το μουσείο-σχολείο όπως το ήθελε, και όχι ναό, για την τυραννία της γυάλινης βιτρίνας, για την ιεροποίηση και φετιχοποίηση του αρχαιολογικού αντικειμένου, αλλά και την αντιπρόταση που κατάφερε να υλοποιήσει, κόντρα στην κατεστημένη μουσειολογία. Η αίθουσα όπου γινόταν η διάλεξη, στο Λύκειο των Ελληνίδων, στην παραλία του Ρεθύμνου, σκοτεινή και άχαρη· γύρω μας «παραδοσιακές» στολές και –τι ειρωνεία!– μέσα σε γυάλινες βιτρίνες,  η βαλσαμωμένη εθνική μνήμη να μας επιτηρεί εν είδει Πανοπτικού. Και όμως, μόλις άρχισε η ομιλία, και η εθνική ρητορεία, και η αρχαιολογική ορθοδοξία, και ο μουσειογραφικός κανόνας, έχαναν αργά-αργά, μπροστά στα μάτια μας, την παντοδυναμία τους, το δυναστευτικό τους βάρος πάνω στους ώμους μας. Ακόμα και σήμερα, κάθε φορά που ξεναγώ τους φοιτητές μου στο Μουσείο  του Βόλου  και βλέπω στα μάτια τους καταρχάς την έκπληξη και κατόπιν τον ενθουσιασμό, διαπιστώνω πως ο Γιώργος Χουρμουζιάδης κατόρθωσε κάτι που λίγοι καταφέρνουμε: να ενεργοποιήσει τις απτικές ικανότητες της όρασης, να απελευθερώσει την αισθητηριακή, συναισθηματική και μνημονική δύναμη της υλικότητας.

Ο Χουρμουζιάδης ήταν ο άνθρωπος του πρώτος εισήγαγε στην Ελλάδα τις ιδέες της «νέας αρχαιολογίας», που όμως την είδε από την αρχή με κριτική ματιά. Ο πρώτος που παρήγγειλε διεθνή περιοδικά αρχαιολογικής θεωρίας, χωρίς ποτέ ο ίδιος να παίξει τον ρόλο του τοπικού αντιπροσώπου και μεσάζοντα των αρχαιολόγων-γκουρού. Ήταν ακόμα αυτός που το 1978 έγραφε στον Πολίτη άρθρα για τις «ιδεολογίες της ελληνικής προϊστορίας», τέσσερα χρόνια πριν τη δημοσίευση του συλλογικού τόμου Symbolicand Structural Archaeology, που στον αγγλοσαξωνικό χώρο σηματοδοτεί την εμφάνιση της ερμηνευτικής αρχαιολογίας και της αρχαιολογίας της μετα-διαδικασίας. Αν έγραφε σε μια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες, η διεθνής επιρροή των ιδεών του θα ήταν ήδη αισθητή.  Όμως δεν είναι της ώρας μια συνολική αποτίμηση του έργου και της σκέψης του, ιδιαίτερα καθώς ο ίδιος δεν έχει πει ακόμα την τελευταία λέξη. Όταν έλθει αυτή η ώρα, ας λείψουν οι αγιογραφίες, η «προγονολατρία», οι καθωσπρεπισμοί — δεν ταιριάζουν σε επαναστάτες.

Τα βιβλία για τα νεολιθικά ειδώλια, για το Διμήνι και το Δισπηλιό, για  την ανασκαφική διαδικασία, τα αμέτρητα άρθρα, οι παρεμβάσεις στις εφημερίδες και αλλού, αλλά κυρίως τα περιοδικά που έστησε με τους μαθητές και συνεργάτες του, τα Ανθρωπολογικά, το Γόρδων (όνομα-φόρος τιμής στο μεγαλύτερο μαρξιστή αρχαιολόγο, Gordon Childe), και το Ανάσκαμμα που ακόμα συνεχίζει (anaskamma.wordpress.com), μια έγνοια και ένας πόθος ασίγαστος τα διαπερνά: να μιλήσουμε για όλα, να επικοινωνήσουμε, και μεταξύ μας και με τους «άλλους», ιδίως μ’ αυτούς που δεν πέρασαν ποτέ την πόρτα του αρχαιολογικού μουσείου, να διαφωνήσουμε, ακόμα και να συγκρουστούμε, να πειραματιστούμε, να μάθουμε απ’ την κοινωνική και πολιτική θεωρία, αλλά ταυτόχρονα να θέσουμε υπό κριτικό και αναστοχαστικό έλεγχο τα πάντα, από τα θέσφατα των μεγαλόσχημων της αρχαιολογίας μέχρι τη ρητορεία της πολιτικής αλλά και ακαδημαϊκής εξουσίας. Όμως αυτό το αίτημα της ζωής και της δράσης του Χουρμουζιάδη παραμένει ακόμα, παρά ορισμένες θετικές κινήσεις, ανεκπλήρωτο.  Έτσι, δεν ξέρω καλύτερο τρόπο να τιμήσω τις ιδέες του από το να διατυπώσω από εδώ την πρόταση που έχω κάνει ήδη σε συναδέλφους: Ήρθε η ώρα για να ξεκινήσουμε μια ετήσια συνάντηση διαλόγου και κριτικής, θεωρίας και πρακτικής, για όλους τους αρχαιολόγους, φοιτητές και καθηγητές, διευθυντές και συμβασιούχους, πέρα από ιεραρχίες, στεγανά και ταμπού.

***

Τον συνάντησα τελευταία φορά σ’ έναν ανελκυστήρα.  Στον Βόλο, στο κτίριο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, σ’ ένα συνέδριο όπου ήταν το τιμώμενο πρόσωπο. Η ομιλία του δεν ήταν για τα νεολιθικά, όπως θα περίμεναν αρκετοί καθώςτο συνέδριο ήταν «προϊστορικό», αλλά για την επαφή της αρχαιολογίας με το κοινό, και ιδιαίτερα με τους ανθρώπους που όπως και οι αρχαιολόγοι δουλεύουν τη γη, «παιδεύονται» με τα χώματα. «Πότε θα έρθεις να μας μιλήσεις στο ανασκαφικό διδασκαλείο στο Δισπηλιό;» με ρώτησε. Υπόσχεθηκα να το κάνω σύντομα. Δεν έγινε κατορθωτό. Φυσικά, το ’χω μετανιώσει.

Ο Γιάννης Χαμηλάκης διδάσκει αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s