Ενσωμάτωση των Ρομά: Ό,τι πει η πλειοψηφία

Standard

WEB ONLY- MONO ΣΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΑΥΓΗ & ΣΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΤΩΝ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ

ΟΡΑΤΑ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΟΥΣ ΡΟΜΑ-4

του Βαλέριου Νικολάε

Μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

Η βαθιά έλλειψη πολιτικής λογοδοσίας προς τις κοινότητες των Ρομά βολεύει τους λαϊκιστές Ρομά πολιτικούς, γράφει ο Βαλέριου Νικολάε. Η πραγματική ενσωμάτωση θα συμβεί μόνο όταν οι πλειοψηφίες σταματήσουν να αναμένουν από τους εκπροσώπους των Ρομά να λύσουν ένα πρόβλημα που αφορά την πλειοψηφία: τον ευρωπαϊκό αντι-τσιγγανισμό.

 

Φωτογραφία του Ευθύμιου  Μελεγκίδη

Φωτογραφία του Ευθύμιου Μελεγκίδη

Οι συζητήσεις για τους Ρομά σε ευρωπαϊκό επίπεδο μαστίζονται από αντιφάσεις, όπως και αυτή καθαυτή η ταυτότητα των Ρομά. Οι κυβερνήσεις, οι διακυβερνητικοί οργανισμοί και η κοινωνία των πολιτών  αντιλαμβάνονται τους Ρομά σαν ενιαίο «σωρό» – βολική εικόνα, αν και αντιβαίνει κατάφωρα  στο πανθομολογούμενο γεγονός ότι υπάρχουν πολυάριθμες ομάδες Ρομά με ελάχιστα κοινά μεταξύ τους. Μεγάλος αριθμός ομάδων Ρομά έχουν πολύ διαφορετικές παραδόσεις, γλωσσικά ιδιώματα, θρησκείες και τρόπους ζωής.

Στο άρθρο αυτό, εξετάζω ορισμένες άλλες ασάφειες και την καταστροφική τους επίπτωση στη διαδικασία κοινωνικής ενσωμάτωσης των Ρομά. Το κάνω στην προσπάθεια να επεξεργαστώ θέσεις για να ξεκινήσει ένας διάλογος με τους Ρομά και για ένα πιο αντιπροσωπευτικό σύστημα γι’ αυτούς, το οποίο να διευκολύνει και όχι να εμποδίζει την κοινωνική ενσωμάτωση.

 Η γλώσσα της ασάφειας

Η ορολογία που χρησιμοποιείται σε όλη την Ευρώπη, σε ομιλίες, στρογγυλά τραπέζια, συνέδρια και ανακοινώσεις («κοινωνική ενσωμάτωση», «ελευθερία», «διάκριση», «ενδυνάμωση», «πολιτισμός» και ταυτότητα) είναι αφενός ασαφής και αφετέρου επιβλαβής, καθιστώντας αναποτελεσματικές τις διαδικασίες που στοχεύουν στην αντιμετώπιση του αποκλεισμού και της φτώχειας. Ακόμα και για εξειδικευμένους στην ευρωπαϊκή αυτή αργκό, οι λέξεις μπορεί να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους. Οι αποκλίσεις αυτές στην κατανόηση γίνονται ακόμα πιο εμφανείς στις συζητήσεις περί τους Ρομά μεταξύ ειδικών και διακυβερνητικών οργανώσεων, ενώ δεν έχουν σχεδόν κανένα νόημα ή συνάφεια για τους περισσότερους Ρομά που ζουν στην Ε.Ε.

Αυτή η έλλειψη θεμελιώδους συμφωνίας, ακόμα και για την ορολογία που χρησιμοποιείται σε κείμενα πολιτικής, έχει ως αποτέλεσμα την απουσία μιας ορθολογικής συζήτησης μεταξύ ειδικών και την ανεπαρκή κατανόηση των όρων στο επίπεδο των ίδιων των αποκλεισμένων. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το ότι δεν υπάρχουν συμφωνημένοι δείκτες ικανοί να ποσοτικοποιήσουν οποιαδήποτε από τις παραπάνω έννοιες σε ό,τι αφορά την εφαρμογή τους στους Ρομά.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμα και όταν σημειώνεται πρόοδος, αυτή δεν είναι βιώσιμη, επιτυγχάνεται εν πολλοίς κατά τύχη, δεν βασίζεται σε μια στέρεη διαδικασία που να στηρίζεται με τη σειρά της στα γεγονότα και τη λογική, ενώ δεν κατακτά ευρεία υποστήριξη σε οποιαδήποτε δημοκρατική διαβούλευση. Η πρόοδος συνήθως σημειώνεται έπειτα από μια κρίση ή κάποια καλή –αν και κατά βάση αντιδημοκρατική– απόφαση που έχει ληφθεί από μη Ρομά που ωστόσο καθορίζουν τα ζητήματα των Ρομά. Οποτεδήποτε τέτοιες αποφάσεις απαιτούν άβολες μεταρρυθμίσεις απ’ την πλευρά των ίδιων των Ρομά, λαϊκιστές Ρομά πολιτικοί σπεύδουν να τις απορρίψουν ως μη νομιμοποιημένες, εφόσον έχουν ληφθεί ερήμην τους και κάνουν το παν για να τις ακυρώσουν.

 Λογοδοσία και δημοκρατική διαδικασία

Ανακύπτουν σοβαρά προβλήματα λογοδοσίας σχετικά με εκείνους που λαμβάνουν αποφάσεις για τους Ρομά ή την εκπροσώπησή τους. Οι πολιτικοί της κεντρικής πολιτικής σκηνής των κομμάτων της πλειοψηφίας δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν τους Ρομά, εφόσον εκλέγονται από μη Ρομά. Η μεγάλη πλειοψηφία των ευρωπαίων πολιτών –πάνω από 70%– διατηρούν ισχυρά αρνητικά στερεότυπα για τους Ρομά. Όποιος πολιτικός υιοθετήσει θετική στάση για τους Ρομά, οσοδήποτε ήπια, χάνει την υποστήριξη της εκλογικής του βάσης. Αντιθέτως, ρατσιστικά κηρύγματα ή κηρύγματα μίσους εναντίον των Ρομά οδηγούν, εγγυημένα, σε αύξηση της εκλογικής δύναμης. 

Η προσέγγιση που επικεντρώνεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και προτιμάται από ομάδες της κοινωνίας των πολιτών είχε αξιοσημείωτη επιτυχία στο να παρουσιάσει τους Ρομά ως διωκόμενους αγίους, μια προσέγγιση που βρίσκεται στον αντίποδα του κυρίαρχου λόγου που βλέπει τους Ρομά ως γενετικά προδιατεθειμένους εγκληματίες που θα έπρεπε να απομονώνονται από την πλειοψηφία του πληθυσμού. Αυτός ο κοινωνικός διχασμός είτε αγνοείται είτε αντιμετωπίζεται με πολύ κακό τρόπο μέχρι σήμερα.

Οποιοσδήποτε Ρομά εκπροσωπεί τους Ρομά αναμένεται, τόσο από τους Ρομά όσο και από τους μη Ρομά, να είναι «εναντίον» των πληθυσμών της πλειοψηφίας. Αυτό είναι το αναπόδραστο αποτέλεσμα της μακράς ιστορίας ισχυρού ευρωπαϊκού αντι-τσιγγανισμού και ενισχύει το γεγονός ότι, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, οι επικεφαλής εκπρόσωποι των Ρομά είναι αναγκασμένοι να τοποθετούν τους εαυτούς τους κυρίως εναντίον των αποφάσεων που λαμβάνονται από την πλειοψηφία της κοινότητας και, οπωσδήποτε, εναντίον της πραγματικής κοινωνικής τους ενσωμάτωσης.

Οι εκπρόσωποι των Ρομά που συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων πρέπει να λογοδοτούν στους Ρομά. Όμως, οι εκπρόσωποι των Ρομά –από κοινού με τους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών- εν πολλοίς αγνοούν την ακόμα μεγαλύτερη προσδοκία των πλειοψηφικών πληθυσμών να λογοδοτούν και σ’ αυτούς. Μ’ άλλα λόγια, οι κυρίαρχοι πληθυσμοί θεωρούν τους επικεφαλής των Ρομά υπεύθυνους να λύσουν ένα πρόβλημα των ίδιων των κυρίαρχων πληθυσμών: το πρόβλημα της άσβεστης προκατάληψής τους εναντίον των Ρομά. Με δεδομένη την πόλωση των δια-εθνοτικών σχέσεων αυτή δεν είναι μάλλον ιδιαίτερα βολική θέση για έναν εκπρόσωπο που ειλικρινά αποζητά την ενσωμάτωση. Αλλά είναι χρυσωρυχείο για τους καιροσκόπους λαϊκιστές, που επικεντρώνονται αποκλειστικά στα προσωπικά και οικονομικά τους οφέλη. Οι ελάχιστοι πολιτικοί εκπρόσωποι των Ρομά που πραγματικά ενδιαφέρονται για την κοινωνική ενσωμάτωση είναι αναγκασμένοι να διαχειρίζονται μονίμως εξαιρετικά αντιθετικές μεταξύ τους πιέσεις.

Δεν έχω υπόψη ούτε μία σημαντική απόφαση στο ευρωπαϊκό επίπεδο με αντίκτυπο στους Ρομά που να έχει ληφθεί από τους ίδιους τους Ρομά ή σε διαβούλευση με τους εκπροσώπους τους: οι μη-Ρομά, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, είναι υπεύθυνοι για τις αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα τις ζωές των Ρομά. Παρ’ όλα αυτά, κανείς δεν έχει μέχρι τώρα αισθανθεί την ανάγκη να δεσμευθεί σε λογοδοσία έναντι των κοινοτήτων των Ρομά. Δεν υπάρχει λογοδοσία ντε φάκτο. Η κατάσταση είναι κάπως διαφορετική στο εθνικό επίπεδο. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά τους, το γεγονός αυτό καθιστά τις περισσότερες αν όχι όλες τις ευρωπαϊκές αποφάσεις σχετικά με τους Ρομά μη νόμιμες και βαθιά αντιδημοκρατικές. Επιπλέον, τέτοιες αποφάσεις είναι πιο ευπρόσβλητες μεσοπρόθεσμα, ενώ μακροπρόθεσμα μπορούν να οδηγήσουν σε κρίση.

 Ρόλοι-πρότυπα και νομιμοποίηση

Ένας μικρός αριθμός Ρομά με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και δεξιότητες –συνήθως προερχόμενοι από ενσωματωμένες ή μεικτές οικογένειες ή με δικές τους μεικτές οικογένειες– είναι κατά κανόνα υπεύθυνοι για την επιτυχημένη προβολή του θέματος της διάκρισης εναντίον των Ρομά σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Υπό την πίεση χορηγών, κάποιων πλειοψηφιών και διακυβερνητικών οργανισμών, αυτοί οι άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να εκπροσωπήσουν τους Ρομά και να ζητήσουν μεταρρυθμίσεις για τους πιο ορατούς απ’ τους Ρομά – τους λεγόμενους «παραδοσιακούς» Ρομά.

Δεδομένου του πλήθους των ταυτοτήτων και κοινοτήτων των Ρομά, η έννοια του «παραδοσιακού» Ρομά είναι από μόνη της ιδιαίτερα ασαφής. Είναι γενικά λανθασμένη και στερεοτυπική – ένα ατυχές δημιούργημα των  διακυβερνητικών σωμάτων και κυβερνήσεων, που έχει υιοθετηθεί από την κοινωνία των πολιτών. Συχνά λειτουργεί ως ευφημισμός για τους Ρομά που εμπλέκονται σε μικροπαραβατικότητα. Οι «παραδοσιακοί» Ρομά τραβούν την προσοχή του κίτρινου Τύπου και γίνονται στόχος ρατσιστικού παραληρήματος από λαϊκιστές πολιτικούς σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η ανάγκη νομιμοποίησης, προκειμένου να αποδείξουν ότι είναι, πράγματι, «αντιπροσωπευτικοί» ή να αποκτήσουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση, αναγκάζει την συντριπτική πλειοψηφία των ακτιβιστών και των πολιτικών που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα των Ρομά να κάνουν επικίνδυνους συμβιβασμούς. Τέτοιοι συμβιβασμοί οδηγούν στην προώθηση ανειδίκευτων αλλά χαρισματικών, «παραδοσιακών» Ρομά «της πιάτσας» σε θέσεις όπου αποδεικνύονται επιβλαβείς στη διαδικασία κοινωνικής ενσωμάτωσης των Ρομά. Η πλειοψηφία αυτών των εκπροσώπων δουλεύουν στο τοπικό επίπεδο, αν και ορισμένοι, με βοήθεια από καλοπροαίρετους και αξιόλογους ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, έχουν προωθηθεί και σε θέσεις εξουσίας σε εθνικό επιίπεδο.

Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι εξαιρετικά επιζήμιο. Αντί να οδηγεί σε μεταρρυθμίσεις μέσα στις κοινότητες των Ρομά (την υιοθέτηση θετικών ρόλων- προτύπων και την ενσωμάτωση), έχει συμβάλει στη σημαντική διάβρωση αυτής καθαυτής της προσέγγισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων που υιοθετεί η ίδια η κοινωνία των Ρομά πολιτών, καθώς και και σε αύξηση του αντι-τσιγγανισμού. Οι πλειοψηφίες έχουν αναγνωρίσει σε αυτούς τους Ρομά εκπροσώπους την επιβεβαίωση των δικών τους αρνητικών στερεοτύπων. Επαγγελματίες Ρομά απορρίπτονται πρόχειρα ως μη αντιπροσωπευτικές εξαιρέσεις ή «μη παραδοσιακοί».

Ανειδίκευτη και ανίκανη να επιφέρει μια αλλαγή στις κοινότητες των Ρομά, η «παραδοσιακή» ή μη βασισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα εκπροσώπηση έχει υιοθετήσει έναν λαϊκιστικό εθνοτικά χρωματισμένο λόγο, χρησιμοποιώντας γλώσσα που τείνει να δικαιώνει τους Ρομά και να ενοχοποιεί τους πλειοψηφικούς πληθυσμούς για ο,τιδήποτε κακό συμβαίνει μέσα στις κοινότητες των Ρομά. Οποιαδήποτε συζήτηση για την εκμετάλλευση ανηλίκων, την επαιτεία, την οικογενειακή βία και τη μικρή παραβατικότητα, γρήγορα και άγαρμπα, απορρίπτεται ως επίθεση ενάντια στον πολιτισμό των Ρομά. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους εκπροσώπους έχουν ανάμιξη σε σκάνδαλα διαφθοράς ή σχετίζονται με δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος. Δημιουργούν αντιπερισπασμό, κατηγορώντας συχνά ακτιβιστές για τα δικαιώματα των Ρομά ή επαγγελματίες Ρομά πως έχουν απολέσει τους δεσμούς με τις παραδοσιακές κοινότητες και καταστρέφουν την ταυτότητα και τις παραδόσεις των Ρομά, ή ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα των μη Ρομά.

Η πλειοψηφία των Ρομά δεν ανταποκρίνεται στον όρο «παραδοσιακός» και υπάρχουν σημαντικά περισσότεροι μικτοί Ρομά απ’ όσους ζουν σε απομονωμένες κοινότητες, οι οποίοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παραδοσιακοί.

Βήματα προς τα μπρος

Τα πολιτικά κόμματα –εθνικά και ευρωπαϊκά– θα  έπεπε να  ενισχύσουν τη λογοδοσία σχετικά με την κοινωνική ενσωμάτωση, καθώς και την συμμετοχή στις εκλογές Ρομά πολιτικών, ώστε ως πολιτικοί χώροι να εκπροσωπούν και να εργάζονται τόσο για τους Ρομά όσο και για τις πλειοψηφίες.

Ένας αριθμός θέσεων για Ρομά στα κόμματα της κεντρικής πολιτικής σκηνής σε χώρες όπου οι Ρομά αντιπροσωπεύουν πάνω από 5% του πληθυσμού, που να ψηφίζονται από κοινού από Ρομά και μη Ρομά, θα μπορούσε να είναι μια λύση. Αυτό θα αύξανε την πίεση προς την ηγεσία των Ρομά στην κατεύθυνση της ενσωμάτωσης και θα απέφευγε την καταστροφική κλιμάκωση της δια-εθνοτικής διαίρεσης. Οι Ρομά πολιτικοί θα ήταν υποχρεωμένοι να υιοθετήσουν διαφορετικές πολιτικές ιδέες (δεξιές, αριστερές, κεντρώες…) και να συναγωνίζονται ώστε να προσελκύσουν ψήφους τόσο από Ρομά όσο και από μη Ρομά. Τα εθνοτικά κόμματα και η δια-εθνοτική πόλωση θα αποθαρρύνονταν μέσω της αύξησης της δυνατότητας των Ρομά να εκπροσωπηθούν στην κυρίαρχη πολιτική σκηνή.

Η κρατική διοίκηση, επίσης, χρειάζεται να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια να προσελκύσει Ρομά υπαλλήλους και πραγματικούς ειδικούς στα ζητήματα των Ρομά. Οι σημερινοί μηχανισμοί διαβούλευσης είναι δυσλειτουργικοί και μια σοβαρή αναθεώρηση της ορολογίας που χρησιμοποιείται στη συζήτηση για την κοινωνική ενσωμάτωση είναι αναγκαία, κατεπειγόντως.

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών χρειάζεται να αποκτήσουν κίνητρο ώστε να αρχίσουν να επικεντρώνονται ξανά σε μια προσέγγιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων μέσα από το πρίσμα της ενσωμάτωσης, παρά μέσα από το εθνοτικό πρίσμα. Η χρηματοδότηση πρέπει να ενθαρρύνει την ανάμιξη επαγγελματιών Ρομά που μπορούν να λειτουργήσουν ως θετικά πρότυπα ρόλων για την ενσωμάτωση και να αποφεύγει την εστίαση στους «παραδοσιακούς» Ρομά.

Η ενδυνάμωση της βάσης, των ίδιων των Ρομά δηλαδή, χρειάζεται να οριστεί καθαρά και να απομακρυνθεί από το σχήμα των «παραδοσιακών» κοινοτήτων. Αν υπάρχει πρόθεση να πετύχει η κοινωνική ενσωμάτωση, τότε είναι προφανές  πως θα χρειαστούν σοβαρές προσπάθειες ώστε να καμφθεί ο αντι-τσιγγανισμός. Οι πλειοψηφικοί πληθυσμοί πρέπει να αποδείξουν πειστικά ότι επιθυμούν την ενσωμάτωση των Ρομά. Η μέχρι στιγμής αποτυχία τους σ’ αυτό, είναι εκτυφλωτικά καταφανής.

Ο Βαλέριου Νικολάε είναι σύμβουλος στο Κέντρο Πολιτικής για τους Ρομά και τις Μειονότητες και στο Ινστιτούτο του Ιδρύματος Ιδρύματος για την Ανοιχτή Κοινωνία. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο eurozine  στις (www.eurozine.com/articles/2012-02-24-nicolae-en.html), στις 24.12.2012.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s