Δεν ήταν ο γαλατάς

Standard

ΕΡΤ: ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΥΚΕΤΟ ΣΤΙΣ ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ-1

 του Στρατή Μπουρνάζου

Φωτογραφία: Μενέλαος Μυρίλλας/FosPhotos

Φωτογραφία: Μενέλαος Μυρίλλας/FosPhotos

Χαράματα Πέμπτης, όταν χτύπησε το τηλέφωνο, ήξερα στα σίγουρα πως δεν ήταν ο «γαλατάς». Βλέποντας αυτόν που καλούσε, υψηλά ιστάμενο φίλο και συριζαίο, ο νους μου πήγε αμέσως στο χειρότερο: Πραξικόπημα; Τόσο που με ανακούφιση σχεδόν –σχήμα λόγου, βέβαια– άκουσα ότι επρόκειτο «απλώς» για την εισβολή των ΜΑΤ στην ΕΡΤ. Όπως διαπίστωσα την επομένη, κάμποσοι έκαναν την ίδια σκέψη: το μυαλό τους πήγε στα τανκς, κάτι που μόνο ιλαρότητα θα προξενούσε λίγα χρόνια πριν. Και ο λόγος για τον συνειρμό δεν είναι ημερολογιακός, οι μνήμες του Νοέμβρη του ’73, ούτε κάποια «έλξη» προς την εκτροπή, ότι ονειρευόμαστε «χούντες» — κι εγώ κι οι άλλοι φίλοι που είδαμε το ίδιο «όνειρο», μεταξύ ύπνου και ξύπνου, είμαστε απ’ αυτούς που εξακολουθούμε να επιμένουμε ότι δεν ζούμε μια «νέα χούντα». Ας μην αναζητήσουμε λοιπόν το γιατί στους δαιδάλους του μυαλού, αλλά σ’ όσα ζούμε καθημερινά. Και η προχθεσινή εισβολή των ΜΑΤ ήταν ένα ακόμα λιθαράκι –ή, ακριβέστερα, κοτρώνα– στο τοπίο αυτό της ανωμαλίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια παραδειγματική συνταγή κρατικής αποτυχίας

Standard

ΕΡΤ: ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΥΚΕΤΟ ΣΤΙΣ ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ-2

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Φωτογραφία του Βασίλη Μαθιουδάκη (από τη σελίδα του στο facebook Vassilis Mathioudakis)

Φωτογραφία του Βασίλη Μαθιουδάκη (από τη σελίδα του στο facebook Vassilis Mathioudakis)

Στα πανεπιστήμια της Ελλάδας, και όχι μόνο, σε μερικά χρόνια, στο μάθημα της πολιτικής επιστήμης, το λουκέτο στην ΕΡΤ θα διδάσκεται ως κατεξοχήν παράδειγμα κρατικής αποτυχίας. Λέω «κρατική αποτυχία» και όχι απλώς «πολιτικό λάθος», υπό την έννοια ότι το λουκέτο υπήρξε:

1. Συνταγή οριστικής διάρρηξης της εμπιστοσύνης με την κοινωνία. Η κυβέρνηση πλέον, και ορθώς, αντιλαμβάνεται ότι πλειοψηφικό τμήμα της κοινής γνώμης την εχθρεύεται και, αντίστροφα, αυτό το τμήμα την αντιλαμβάνεται ως καθολική απειλή. Το λουκέτο στην ΕΡΤ είχε σημαντικό μερίδιο στην ένταση της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης των ανθρώπων. Το αποτέλεσμα είναι μια καθολική αδυναμία διαχείρισης των πολιτικών αποφάσεων μέσα από την αναπαραγωγή συναινέσεων. Η κυβέρνηση γνωρίζει εκ των προτέρων ότι τέτοιες συναινέσεις δεν υπάρχουν διότι (ξέρει ότι) έχει χάσει κάθε αξιοπιστία. Έτσι, αντιλαμβάνεται τις σχέσεις με τους πολίτες ως σχέσεις μόνιμου καταναγκασμού χωρίς εφεδρείες. Το κράτος δεν μπορεί πια να αποσβέσει τους κοινωνικούς κραδασμούς και για το λόγο αυτόν αναπόδραστα και προβλέψιμα καταλήγει στα ΜΑΤ. Η δύναμή του είναι η «πυγμή» του, όπως λέει και ο πρωθυπουργός μας, και όχι το μυαλό του.

2. Συνταγή διάλυσης μια συμμαχικής κυβέρνησης. Ενέτεινε τις ρωγμές, ρισκάροντας τη διάλυση μιας συμμαχικής κυβέρνησης, καθώς ο μόνος εταίρος που της έδινε μια κάποια νομιμοποίηση σε ευρύτερα ακροατήρια την εγκατέλειψε εκθέτοντάς την σε μια κρίση επιβίωσης. Παρεπόμενη απώλεια είναι ότι ο ίδιος ο εταίρος, κατόπιν αυτού, βρέθηκε σε μια δική του κρίση ταυτότητας, καθώς πλέον έγινε προφανές και στον ίδιο ότι ο συγκερασμός που επιχειρούσε διά της συμμετοχής του σε αυτήν την κυβέρνηση ήταν αδύνατος. Συνέχεια ανάγνωσης

Μομφή και αυτοπεποίθηση

Standard

ΕΡΤ: ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΥΚΕΤΟ ΣΤΙΣ ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ-3

του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

Φωτογραφία: Νίκος Πηλός, Μενέλαος Μυρίλλας/FosPhotos (από το The Press Project)

Φωτογραφία: Νίκος Πηλός, Μενέλαος Μυρίλλας/FosPhotos (από το The Press Project)

Υπάρχει μια παλιά, παγιωμένη συνήθεια στο χώρο της πολιτικής και κατ’ επέκταση στο χώρο της πολιτικής δημοσιογραφίας: να ερμηνεύονται τα πάντα με όρους μικροπολιτικής. Σημειωτέον ότι ο όρος «μικροπολιτική» εδώ δεν ενέχει τίποτα το επιλήψιμο και το κατακριτέο· χρησιμοποιείται απλώς για να περιγράψει τα μεγέθη μέσα από τα οποία καταβάλλεται προσπάθεια να γίνει κατανοητή η πολιτική ζωή.

Έτσι, η πρόταση δυσπιστίας την οποία κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ, θεωρήθηκε, λ.χ., αποτέλεσμα «φωτεινών» ή «σκοτεινών» –θα δείξει– εμπνεύσεων που είχε ο Τσίπρας στη διάρκεια των πολλών ωρών πτήσης κατά την επιστροφή του από το Τέξας ή της απόφασής του να «γιγαντομαχήσει» σε πλάνο ατομικό με τον μεγάλο αντίπαλο, Αντώνη Σαμαρά. Αυτές και διάφορες ανάλογες απόπειρες ερμηνείας βλέπουν το φως τα τελευταία εικοσιτετράωρα. Το πρόβλημα με όλες τους δεν έγκειται στο ότι είναι συνολικά του πεταματού, αλλά ότι προβάλλονται, αν αναλογιστεί κανείς το πραγματικό τους μπόι, ως δυσανάλογα υπερμεγέθεις. Καλούνται όχι να φωτίσουν πλευρές της πραγματικότητας –κάτι το οποίο, ενδεχομένως, είναι ικανές να κάνουν– αλλά να ερμηνεύσουν το σύνολο των υπό εξέταση φαινομένων. Η αναγωγή σε αυτές έχει επιβληθεί από τη μακροχρόνια χρήση τους: σ’ αυτές κατέφευγαν οι φανταχτερές πένες των μεγαλοδημοσιογράφων, σε αυτές θα συνεχίσουν να καταφεύγουν. Το ότι τέτοιου είδους ερμηνείες που ανάγουν, για παράδειγμα, τα κύρια στις στιγμιαίες εμπνεύσεις των αρχηγών και των «παρατρεχάμενών» τους, τους εμπόδισαν να διαγνώσουν όλες εκείνες τις διεργασίες οι οποίες οδήγησαν την ελληνική κοινωνία στη σημερινή της κρίση, λίγο μοιάζει να τους απασχολεί. Συνέχεια ανάγνωσης

«Σίγησε η φωνή του ελληνικού ραδιοφώνου»

Standard

ΕΡΤ: ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΥΚΕΤΟ ΣΤΙΣ ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ-4

της Μαρίας Μαργαρώνη (από το «Nation»)

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής/FosPhotos

Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής/FosPhotos

Η Maria Margaronis είναι από τις πιο γνωστές και έγκυρες δημοσιογράφους που γράφουν, τα τελευταία χρόνια, στον διεθνή Τύπο για την ελληνική πραγματικότητα. Μεταξύ άλλων, η αρθρογραφία της εστιάζεται σε θέματα όπως η ακροδεξιά και η Χρυσή Αυγή,  η δημοκρατία, οι επιπτώσεις της λιτότητας. Ζει στο Λονδίνο και είναι συνεργάτρια του Guardian, του London Review of Books,  του  Times Literary Supplement,  του Νation  και του Grand Street. To άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Τhe Nation (ένα από τα σημαντικότερα έντυπα της προοδευτικής Αμερικής, από το 1865 που πρωτοκυκλοφόρησε) την ημέρα που έγινε η εισβολή στην ΕΡΤ, την Πέμπτη 7.11.2013.

Στρ. Μπ.

***

 «Ακόμα και οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους», λέει η ασώματος φωνή. Μιλάει για να γεμίσει το κενό πριν από την οριστική σιωπή, για να είναι απλώς παρούσα. «Είναι εντολή σας; Μάλιστα. Να πάρω τα πράγματά μου, τα προσωπικά μου αντικείμενα… Κάπου εδώ κλείνουμε, αγαπητοί ακροατές, η φωνή της ελληνικής ραδιοφωνίας σιγεί. Καλή συνέχεια, θα τα πούμε, θα ξαναβρεθούμε. Τα μικρόφωνα αυτά κλείνουν. Ψυχή βαθιά!».

Τα χαράματα της Πέμπτης, δυνάμεις των ΜΑΤ εισέβαλαν στο κεντρικό κτίριο της ΕΡΤ, της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης· της ΕΡΤ, η οποία έκλεισε μεν επισήμως με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου στις 11 Ιουνίου, αλλά οι δημοσιογράφοι και οι τεχνικοί της συνέχισαν να μεταδίδουν πρόγραμμα μέσω του διαδικτύου. Αστυνομικοί με πλήρη εξάρτυση εκκένωσαν το κτίριο δωμάτιο προς δωμάτιο, διαλύοντας με δακρυγόνα τους συγκεντρωμένους έξω. Ο Νίκος Τσιμπίδας, εκπρόσωπος των εργαζομένων, ήταν ο τελευταίος που μίλησε στο μικρόφωνο, καλώντας τον κόσμο σε «μια μεγαλειώδη διαδήλωση, όχι μόνο για την ΕΡΤ, όχι μόνο για τις θέσεις εργασίας μας, αλλά για την ίδια τη δημοκρατία… για την τροπή που ‘χουνε πάρει πλέον τα πράγματα, γι’ αυτή την κατάφωρη καταστολή, γι’ αυτό το πισωγύρισμα δεκαετιών, για όλα αυτά που έπρεπε να υπερασπιστούμε και δεν μπορέσαμε…». Συνέχεια ανάγνωσης

Κυριακές στα μαγαζιά

Standard

KΥΡΙΑΚΗ ΑΡΓΙΑ ή ΑΓΡΙΑ; ΓΙΑ ΤΟ ΩΡΑΡΙΟ ΤΩΝ ΜΑΓΑΖΙΩΝ-1

 του Άρη Καλαντίδη

Ακούγοντας τον υπουργό Ανάπτυξης, αλλά και τον δήμαρχο Αθηναίων, να μιλάνε για το άνοιγμα των καταστημάτων την Κυριακή θα πίστευε κανείς ότι ζουν σε άλλη χώρα. Γιατί είναι ο ενθουσιασμός και η αισιοδοξία τους βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με την πραγματικότητα που συνθέτουν η εκρηκτική ανεργία, η συρρίκνωση των εισοδημάτων, η απληρωσιά, τα φέσια, ο τρόμος της απόλυσης, ακόμα και τα κλειστά καταστήματα. Ειπώθηκαν όλα αυτά, και αναδείχθηκαν, και στις κινητοποιήσεις των εμποροϋπαλλήλων, σε όλη τη χώρα, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι, εκ των πραγμάτων, να διατηρούν πιο στενές σχέσεις με την πραγματικότητα.

Καθώς ήταν δύσκολο να πατήσει στην Ελλάδα, ο κυρίαρχος λόγος βρήκε διέξοδο στο εξωτερικό, επικαλούμενος το επιχείρημα ότι στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα του 21ου αιώνα δεν υπάρχει Κυριακή, γιορτή και σχόλη. Αλλά και στην αντίληψη που θέλει τα κέντρα της πόλης (κατά προτίμηση τα ευρωπαϊκά) ολοζώντανα χάρη αποκλειστικά στα αδιάλειπτα ανοιχτά καταστήματα. Απευθυνθήκαμε λοιπόν σε δυο φίλους «απ’ το εξωτερικό», στον Άρη Καλαντίδη και τον Ρογήρο, που ζουν εδώ και χρόνια στο Βερολίνο και το Λουξεμβούργο αντίστοιχα, και τους ζητήσαμε, με τη γνώση τους αυτή, να σχολιάσουν το ζήτημα.

«Ε» 

Όττο Ντιξ, «Οδός Πράγας, Δρέσδη», 1920

Όττο Ντιξ, «Οδός Πράγας, Δρέσδη», 1920

Η δημόσια συζήτηση για τη διεύρυνση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων και το άνοιγμά τους τις Κυριακές έχει φτάσει να αποτελεί πεδίο ιδεολογικής διαμάχης, τόσο που από τον καπνό είναι σχεδόν αδύνατον να ξεχωρίσουμε το τοπίο. Η μεγάλη δυσκολία είναι πως εμπλέκονται τουλάχιστον τρεις, αρκετά χωριστές μεταξύ τους, συζητήσεις για: α) τα εμπορικά καταστήματα ως οικονομική οντότητα, β) τα ψώνια ως ανάγκη και διασκέδαση και γ) την όποια συμβολή των ανοιχτών καταστημάτων στη ζωντάνια των πόλεων. Είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε αυτά τα επιχειρήματα για να μιλήσουμε ψύχραιμα για το τι μπορεί να σημαίνει η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές.

Μια διεύρυνση των ωραρίων λειτουργίας μπορεί πράγματι να έχει θετικό αντίκτυπο στην αγορά, κυρίως μέσα από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, οι οποίες έρχονται να καλύψουν τις πρόσθετες ώρες. Για να ισχύσει όμως αυτό, πρέπει να συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις. Πρώτον, για να πληρωθούν νέοι υπάλληλοι θα πρέπει τα καταστήματα να κάνουν μεγαλύτερο τζίρο, οι καταναλωτές δηλαδή θα πρέπει να ξοδέψουν περισσότερα, απλώς και μόνο γιατί έχουν περισσότερες ώρες στη διάθεσή τους. Δεύτερον, οι εργασιακές σχέσεις θα πρέπει να είναι εξασφαλισμένες ώστε οι καταστηματάρχες να μην υποχρεώσουν τους ήδη υπάρχοντες υπαλλήλους να δουλέψουν απλώς παραπάνω ώρες χωρίς τη δέουσα αμοιβή. Συνέχεια ανάγνωσης

Σοβιετική δημοκρατία του Λουξεμβούργου;

Standard

KΥΡΙΑΚΗ ΑΡΓΙΑ ή ΑΓΡΙΑ; ΓΙΑ ΤΟ ΩΡΑΡΙΟ ΤΩΝ ΜΑΓΑΖΙΩΝ-2

του Ρογήρου

Έντουαρντ Χόπερ, «Αυτόματο», 1927

Έντουαρντ Χόπερ, «Αυτόματο», 1927

Tις τελευταίες ημέρες, καθώς το ελληνόφωνο διαδικτυακό «χωριό» είχε χωριστεί σε αντίπαλα στρατόπεδα εξαιτίας της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές, άρχισε να αναπαράγεται σχεδόν μαζικά ένα κείμενο που υποτίθεται ότι μας πληροφορεί για τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων στις χώρες της Ε.Ε.. Πηγή του κειμένου φαίνεται να είναι άρθρο που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας τον Ιανουάριο του 2009. Από περιέργεια, θέλησα να δω τι ανέφερε για τη χώρα στην οποία διαμένω εδώ και χρόνια και διαπίστωσα ότι αναγράφονταν τα εξής: «Λουξεμβούργο: Δευτέρα-Σάββατο: 06.00-20.00 και Κυριακή 06.00-13.00». Ακόμη και χωρίς προσωπική γνώση της κατάστασης, κάποιος θα παραξενευόταν με την ιδέα εμπορικών καταστημάτων που είναι ανοιχτά από τις 6 το πρωί. Λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της πείραςήταν σαφές ότι τα παρατιθέμενα στοιχεία δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

Η εφημερίδα επισήμαινε ότι τα στοιχεία προέρχονταν από την EuroCommerce, μια ευρωπαϊκή ένωση επιχειρήσεων χονδρικού και λιανικού εμπορίου. Πράγματι, στον ιστότοπο της επαγγελματικής ένωσης αυτής υπάρχει σχετικό αρχείο με τα επίμαχα στοιχεία. Μόνο που συνοδεύεται από δήλωση αποποίησης ευθύνης και υπόμνηση ότι τα όποια στοιχεία παρατίθενται απλώς για ενημέρωση. Συνέχεια ανάγνωσης

Στήλη Αθανασίου Γκόνη εκδότη–τυπογράφου 22.3.1932-13.9.2013

Standard

 της Μαριάννας Δήτσα

gonis2Ο θάνατος του Θανάση Γκόνη πέρασε απαρατήρητος, ίσως επειδή άνθρωποι που θα μπορούσαν να γράψουν για το πρόσωπό του είναι κι αυτοί επί το πλείστον πια αλλού. Νομίζω ότι ανήκω στην τελευταία γενιά που αντικρίζοντας ακόμα και σήμερα π.χ. τον κατακίτρινο δεμένο τόμο με τα θεατρικά έργα του Ανούιγ νιώθει ζωηρά σκιρτήματα, γιατί ανακαλούν μια περίοδο (σ’ εμένα κατεξοχήν τη δεκαετία του ’60) που τα βιβλία του Γκόνη ήταν σαν ανοιχτά παράθυρα με θέα έναν κόσμο με ευρύτερους ορίζοντες στον τότε ακόμα επιφυλακτικό «τόπο κλειστό». Εάν έχει κάτι να κρατήσουμε, και οι νεότεροι να το προσέξουν, είναι οι επιλογές του Γκόνη σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, το 1956-1966, σε σχέση με τις τρέχουσες αθηναϊκές εκδοτικές δραστηριότητες, μια περίοδο που αξίζει τον κόπο να ερευνηθεί συστηματικά.

gonis3Ο Θανάσης Γκόνης ξεκινάει την εκδοτική του δραστηριότητα πολύ νέος, το 1956, με δύο βιβλία πολιτικά των Μαρξ-Λένιν. Στο δεύτερο, το Υλισμός και Εμπειριοκρατικισμός (1956), σε μετάφραση Γ. Βιστάκη, διαβάζουμε ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό σημείωμα για την επιστημοσύνη με την οποία αντιμετωπίστηκε το όλο διάβημα.

«Το εξαιρετικά σημαντικό τούτο έργο του Λ., που πρώτη φορά παραδίνεται ολόκληρο στο αναγνωστικό κοινό, μεταφράστηκε από την αγγλική έκδοση της Μόσχας (Foreign Languages Publishing House, Moscow 1947) του A. Fineberg, τη θεωρημένη σύμφωνα με τη ρωσσική έκδοση του 1945 του Ινστιτούτου Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν της Μόσχας. Στη μετάφραση πάρθηκε υπόψη και η επίσης Αγγλική έκδοση των Lawrence and Wishart του Λονδίνου (W.I. Lenin, Selected Works, τ. XI) του 1943, καθώς και η Γαλλική έκδοση των Editions Sociales, Paris, του 1928 και 1948. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Γαλλικές εκδόσεις σε πολλά σημεία διαφέρουν από την αγγλική απόδοση. Στα σημεία αυτά ακολουθήσαμε το αγγλικό κείμενο της Μόσχας. Συνέχεια ανάγνωσης

Mίλα μου για γλώσσα

Standard

  του Φοίβου Παναγιωτίδη

(από το βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε από τις ΠΕΚ)

Ανρί Ματίς, «Δύο χορευτές (σπουδή στο κόκκινο και στο μαύρο)", 1938

Ανρί Ματίς, «Δύο χορευτές (σπουδή στο κόκκινο και στο μαύρο)», 1938

Τι είναι η γλώσσα; Πώς και πού παράγεται; Πώς αναπτύσσεται; Από τι αποτελείται; Πώς μαθαίνεται; Πώς διαφοροποιείται στον χρόνο και στους τόπους; Πώς, πότε και γιατί αποκτά άλλο ειδικό βάρος πέρα από την αξία της για την επικοινωνία; Σε τι διαφέρει απ’ τη γραφή και τη σκέψη; Πώς νοείται το «γλωσσικό σφάλμα»; Αυτά και πολλά άλλα προσεγγίζονται σε μια εκλαϊκευμένη «εισαγωγή στη γλωσσολογία» ή καλύτερα στη σύγχρονη γλωσσολογία (στην παράδοση των Φερντινάν Σωσσύρ, Νόαμ Τσόμσκυ, Τζόζεφ Γκρήνμπεργκ και Ουίλλιαμ Λάμποφ) από τον  γλωσσολόγο  Φοίβο Παναγιωτίδη. Που, εκτός από το να επιχειρεί να δώσει έγκυρες απαντήσεις σε κοινές απορίες και προβληματισμούς, ανοίγει με επιστημονικούς όρους τη συζήτηση για τη γλώσσα, αυτό το «πανανθρώπινο κτήμα» και εξηγεί πως παρά «την προσιτότητα του [γλωσσικού] υλικού» και τις μυριάδες εξατομικευμένες εμπειρίες, η γλωσσολογία είναι μια επιστήμη, δόξη και τιμή. Με θεωρία, δεδομένα παρατήρησης, υποθέσεις και συμπεράσματα. Και όρια.

Το βιβλίο Μίλα μου για γλώσσα. Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία του Φοίβου Παναγιωτίδη, αναπληρωτή καθηγητή γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, στην εξαιρετική σειρά «Προοπτικές». Δύσκολη δουλειά το απάνθισμα από ένα τόσο πυκνό και πλούσιο βιβλίο, που προσεγγίζει τη γλώσσα ως αντικείμενο και εμπειρία από τόσο πολλές και διαφορετικές όψεις. Διαλέξαμε όμως αποσπάσματα που μαρτυρούν τη γνήσια επιστημονική ματιά του συγγραφέα, αλλά και την απλότητα στις εξηγήσεις που δίνει σ’ αυτές τις «κοινές [μας] απορίες». Δυστυχώς, δεν προσφέρεται ο χώρος για παραπομπή στο εξαιρετικό «γλωσσάριο όρων» που συνοδεύει τη δουλειά αυτή. Το προνόμιο αυτό επιφυλάσσεται σε όσους και όσες το πάρουν στα χέρια τους. Καλοτάξιδο λοιπόν!

 Μαρία Καλαντζοπούλου

***

 Οι γλωσσολόγοι και οι άλλοι: Περιγραφή και ρύθμιση. […] Γλωσσολογία είναι η επιστημονική μελέτη της γλώσσας από όλες τις απόψεις και σε όλες ανεξαιρέτως τις εκφάνσεις της· άρα, και μόνο από αυτή την άποψη, πρόκειται για ένα ευρύτατο πεδίο. Έτσι, το πεδίο της γλωσσολογίας ναι μεν περιέχει στον πυρήνα του τη θεωρητική γλωσσολογία, τη μελέτη δηλαδή της δομής της γλώσσας, όμως απλώνεται πολύ πιο μακριά και συνομιλεί με όλους σχεδόν τους κλάδους των κοινωνικών και των ανθρωπιστικών σπουδών, και επιπλέον με τις επιστήμες της συμπεριφοράς, αλλά και με τις φυσικές επιστήμες.

Ωστόσο, τα παραπάνω δεν συνεπάγονται ότι η γλωσσολογία εναγκαλίζεται και εμπεριέχει oποιονδήποτε λόγο περί γλώσσας: όπως κάθε συζήτηση γύρω από τη μουσική δεν είναι μουσικολογία, έτσι και κάθε λόγος για τη γλώσσα δεν είναι γλωσσολογία. Απεναντίας, μεγάλο μέρος του λόγου για τη γλώσσα βρίσκεται εκτός γλωσσολογίας, Συνήθως, μάλιστα, εμπίπτει σε μία από τις εξής τρεις κατηγορίες: την ψευδογλωσσολογία, τη ρυθμιστική γραμματεία και, τέλος, τον βιωματικό λόγο για τη γλώσσα. […] Συνέχεια ανάγνωσης

Λου Ρηντ και Velvet Underground

Standard

  Ο LOU REED ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ «MADE IN GREEK MEDIA» ΜΥΘΟ ΤΟΥ

Από την καρδιά ενός υπεροδηγημένου ενισχυτή κιθάρας, με πολλή παραμόρφωση…

 του Θάνου Μαντζάνα

lou reed

Ο ακριβώς προ δύο εβδομάδων θάνατος του Λου Ρηντ ήταν αφορμή να γραφτούν και να ειπωθούν πολλά γι’ αυτόν στα ελληνικά ΜΜΕ τα περισσότερα εκ των οποίων αναφέρονταν στον «ποιητή που πήγε μια βόλτα στην άγρια πλευρά». Μάλιστα λοιπόν, η πάντα σοβαρότερη ακόμα και απ’ όσο είναι αναγκαίο εγχώρια διανόηση που από καθέδρας αντιμετωπίζει εκ προοιμίου και συλλήβδην ως κάτι υποδεέστερο, άρα και ανάξιο λόγου, την pop culture – δηλαδή την σύγχρονη διεθνή λαϊκή κουλτούρα και την αισθητική της όπως αυτές διαμορφώθηκαν τα τελευταία πενήντα χρόνια σχεδόν οπουδήποτε αλλού στον Δυτικό κόσμο πλην της Ελλάδας – έκανε αυτή την φορά την χάρη σε έναν Αμερικανό εκπρόσωπο της τελευταίας (έστω και μετά τον θάνατο του) να του χαρίσει την εύνοια της και να τον αναγνωρίσει, αν και ετεροχρονισμένα, ως περίπου αντάξιο της. Ο λόγος βέβαια που η ημέτερη, μιντιακή και όχι μόνο, διανόηση έχει αυτή την άποψη για την ποπ κουλτούρα είναι επειδή δεν την κατανοεί ούτε στο ελάχιστο, δεν γνωρίζει καν ούτε τα κυριότερα χαρακτηριστικά της, πιθανότατα γιατί δεν θέλει…Αν δεν ίσχυαν αυτά θα ήξερε μερικά βασικά πράγματα και για τον αείμνηστο Λου Ρηντ που θα την απέτρεπαν από το να προβαίνει σε τέτοιες το λιγότερο αυθαίρετες διαπιστώσεις και στις αντίστοιχες διατυπώσεις και μάλιστα μετά τόσης βεβαιότητας.

Προς ενημέρωση παντός ενδιαφερομένου λοιπόν, ναι, ο Λου Ρηντ ήταν εξαρχής προικισμένος με το χάρισμα του γραπτού έμμετρου λόγου το οποίο προφανώς καλλιέργησε ακόμα περισσότερο με τις σπουδές του στην αγγλική φιλολογία, για την ακρίβεια ομολογουμένως βρισκόταν πιο κοντά – από την πλειοψηφία των ομοτέχνων του – στην ποίηση παρά στην απλή στιχουργία rock τραγουδιών. Πριν και πάνω από αυτό όμως ήταν ένας rock ‘n’ roll μουσικός και μάλιστα από τους ευφυέστερους και πλέον ευρηματικούς όλων των εποχών…Και αν η προσωπική του δουλειά ήταν από πολύ καλή μέχρι άριστη ορισμένες φορές ο λόγος που η Ιστορία της μουσικής (και πιο συγκεκριμένα της σύγχρονης και του rock) τον κατέγραψε από πολύ νωρίς και τώρα πλέον θα τον αναφέρει με χρυσά γράμματα είναι ή σύντομη περίοδος κατά την οποία ήταν η ηγετική φυσιογνωμία των Velvet Underground, του πρώτου και μοναδικού γκρουπ που υπήρξε ποτέ μέλος. Ήταν από το 1965 μέχρι και το ’71 και ειδικά τα τρία πρώτα από αυτά τα χρόνια, καθόλου τυχαία όταν το γκρουπ συμπλήρωναν τρεις άλλοι μουσικοί – «αδελφά πνεύματα» του (ο ένας μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί ίσως να θεωρηθεί το…ανεστραμμένο και ακόμα πιο σκοτεινό alter ego του) και είχαν την τύχη να βρουν στον δρόμο τους τον δαιμόνιο Άντυ Γουώρχολ (του οποίου μάλλον η ικανότητα του να ανακαλύπτει και να προωθεί ταλέντα ήταν τουλάχιστον ισάξια με το όποιο δικό του…) που o Λου Ρηντ κατέκτησε, χωρίς να το επιδιώξει, ούτε καν να του περάσει από το μυαλό, αυτή την επίζηλη θέση, μαζί με εκείνη της διαχρονικής επιρροής για αναρίθμητους μεταγενέστερους.

bananaΚαι δεν χρειάστηκαν για αυτό άπαντες οι τέσσερις συνολικά δίσκοι που κυκλοφόρησε μαζί με τους Velvet Underground, ήταν και με το παραπάνω αρκετοί οι δύο πρώτοι, το ανυπέρβλητο ντεμπούτο τους «The Velvet Underground & Nico», η θρυλική «Μπανάνα» του ’67 που άλλαξε το ίδιο το concept και την μορφή του rock  αλλά και την αντίληψη των ακροατών γι’ αυτά όσο ελάχιστα άλλα albums και το ελάχιστα κατώτερο – μόνο και μόνον όμως γιατί είχε προηγηθεί το πρώτο – «White Light/White Heat» της επόμενης χρονιάς.

Ήταν, δηλαδή, ο εμφατικός, ίσως και προκλητικός μινιμαλισμός των συνθέσεων· και, ακόμα περισσότερο, η απελευθέρωση του ωμού, ακατέργαστου θορύβου ως εκφραστικού μέσου, η έρευνα επάνω στα επίμονα και λίαν ενοχλητικά για την ανθρώπινη ακοή drones, το μπαράζ από fuzz και feedback, ο τοίχος από ήχο που έχτιζαν οι κιθάρες του Ρηντ και του Στέρλινγκ Μόρισον και το υπόκωφο βουητό του μπάσου του Τζων Κέιλ, ενίοτε και της βιόλας του Μόρισον –το όργανο που είχε σπουδάσει– όταν την έπιανε κάνοντάς τη να φτύνει μάζες ημιτονοειδών συχνοτήτων, και το παίξιμο της Μωρίν «Mo» Τάκερ (σα να μην έφτανε το ότι ήταν μια από τις δυο-τρεις πρώτες γυναίκες σε ένα όργανο πεισματικά….«ανδρικό»!) στα ντραμ, μετρονομικό σε βαθμό που να θυμίζει περισσότερο μηχανή παρά άνθρωπο, και ακρότατα λιτό με σποραδική χρήση άλλων τυμπάνων πλην ταμπούρου και μπότας και σχεδόν πλήρη απουσία των πιατινιών. (http://goo.gl/NyNBTg) Συνέχεια ανάγνωσης

Πού παίζουν τα παιδιά στις πόλεις;

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

 Η παράσταση «Λέλα, Τζέλα, Κόρνας και ο Κλεομένης», για ανθρώπους από 6 ετών, παίζεται κάθε Κυριακή στο Θέατρο Πορεία

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Φωτογραφία από την παράσταση (Azymmetry Pictures).

Φωτογραφία από την παράσταση (Azymmetry
Pictures).

Η παράσταση «Λέλα, Τζέλα, Κόρνας και ο Κλεομένης» είναι η καινούργια δουλειά της ομάδας που είχε ανεβάσει πριν από δυο χρόνια τη «Γιορτή στου Νουριάν», η οποία βρήκε μεγάλη ανταπόκριση στο κοινό και συνεχίζει και φέτος. Η φετινή παραγωγή είναι πάλι έργο του Φόλκερ Λούντβιχ, πάλι σε μετάφραση και διασκευή του Βασίλη Κουκαλάνι, ο οποίος έχει αγαπήσει, εκτιμήσει και πιστέψει στην αξία των έργων του Λούντβιχ και στον τρόπο δουλειάς του Grips Theater του Βερολίνου: θέατρο για ανθρώπους, όχι για παιδιά. Προβλήματα, και όχι παραμύθια. Λύσεις ρεαλιστικές και όχι μαγικά. Μέσα στο καζάνι της κοινωνίας και όχι στον πύργο της πριγκίπισσας.

Πολλά είναι αυτά που κάνουν το έργο επίκαιρο, ενώ έχει γραφτεί το 1971, πριν από σαράντα δύο χρόνια, από τον Γερμανό Φόλκερ Λούντβιχ. Προφανώς, για να αναφέρεται τότε ως πρόβλημα των παιδιών η έλλειψη ελεύθερου χώρου για παιχνίδι, θα ήταν πρόβλημα υπαρκτό, ακόμη και σε μια πόλη σαν το Βερολίνο, με τα αχανή πάρκα και τον απλόχωρο σχεδιασμό. Άρα, εκατό φορές πιο επίκαιρο είναι στις αθηναϊκές γειτονιές του σήμερα. Όπου οι παιδικές χαρές ορίζονται συνήθως από ψηλά κάγκελα (ενίοτε κλεισμένα με λουκέτο), έχουν συχνά πλαστικό δάπεδο, σπασμένες κούνιες και πλαστικές τσουλήθρες. Και όπου τα παιδιά δεν παίζουν μόνα τους, δεν ξεδίνουν, δεν βρομίζουν, δεν τρώνε χώμα (εδώ δεν φταίει μόνο το πλαστικό δάπεδο, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα). Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Τύπος ως όργανο κυριαρχίας των ναζί

Standard

 Eβδομήντα πέντε χρόνια από τη «Νύχτα των Κρυστάλλων»

 της Χριστίνας Τσαμουρά 

«Κι όμως δεν βρήκα σχεδόν τίποτα για τη συναγωγή που κάηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς […] Η εφημερίδα τυπώθηκε στις 10 Νοεμβρίου […] Μόνο ένα μικρό σημείωμα για τα γεγονότα στο Τσέλε, που μόλις και μετά βίας το έπαιρνε το μάτι σου»

Karl Dürkefälden

1η Ιουλίου 1932. Η συντακτική ομάδα του Angriff ετοιμάζει την επετειακή έκδοση για τα 5 χρόνια κυκλοφορίας της εφημερίδας του Γκέμπελς (Φωτό: Carl Weinrothers).

22 Μαρτίου 1938. Λίγο μετά την «Προσάρτηση», αυστριακοί στρατιώτες διαβάζουν την Berliner Illustrierte Nachtausgabe, με την οποία αργότερα συγχωνεύθηκε γκεμπελική «Der Angriff «(Φωτό: Süddeutsche Zeitung).

Το πρωί της 10ης Νοεμβρίου του 1938 ο τότε μηχανικός σε εργοστάσιο του Τσέλε, Καρλ Ντυρκεφέλντεν, που ξεφύλλιζε προσεκτικά την τοπική εφημερίδα, δεν γνώριζε βέβαια πως το αμέσως προηγούμενο βράδυ επρόκειτο να μείνει στην ευρωπαϊκή ιστορία ως μία από τις απεχθέστερες νύχτες της: η Νύχτα των Κρυστάλλων. Ή, αλλιώς, η νύχτα του μεγάλου πογκρόμ που άφησε πίσω της 1.200 κατεστραμμένες συναγωγές, 7.500 γκρεμισμένα εβραϊκά καταστήματα, πάνω από 100 νεκρούς Εβραίους και περίπου 30.000 νέους φυλακισμένους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εκείνος αγόρασε την Celler Beobachter προκειμένου να ενημερωθεί περαιτέρω για την επίθεση στην εβραϊκή συναγωγή της περιοχής του, που από πρώτο χέρι ήξερε ότι έγινε.

Όμως, όπως όλες οι ελεγχόμενες από τους ναζί εφημερίδες της ημέρας εκείνης, έτσι κι η Celler Beobachter αντιμετώπισε κατ’ εντολή το κρατικά οργανωμένο αυτό «έγκλημα των εγκλημάτων» ως μια ανάξια λόγου υπόθεση «διαμαρτυρόμενων πολιτών» κατατάσσοντάς το στα ψιλά των αγγελιών του: στη σελίδα 7, κάπου ανάμεσα στα ενοικιαστήρια, τα πωλητήρια και τις προσφορές εργασίας. Την ίδια στιγμή το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας πανηγύριζε την επέτειο του πρώτου (αποτυχημένου) χιτλερικού πραξικοπήματος του 1923, γνωστού και ως «πραξικοπήματος της μπιραρίας». Με κεντρικούς τίτλους Ισχυρό προσκλητήριο και Το Ράιχ μας μεγαλώνει σαν δέντρο έφτιαχνε τη δική ατζέντα, σύμφωνα με τις γκεμπελικές οδηγίες, που όριζαν: «καμία φωτογραφία» του εκτεινόμενου σε όλη τη Γερμανία πογκρόμ, «κανένα σχόλιο σε πρώτη σελίδα», γραμμή προσέγγισης «αγανακτισμένοι πολίτες».

 «Ο Τύπος είναι όργανο εκπαίδευσης, έτσι ώστε ένας λαός 70 εκατομμυρίων να αποκτήσει ενιαία κοσμοθεωρία» ξεκαθάριζε το 1934 ο Χίτλερ. Και, βεβαίως, ξεφυλλίζοντας τις εφημερίδες της εποχής, αντιλαμβάνεσαι με τι μεγάλη επιτυχία υλοποίησε το «όραμά» του για την ενημέρωση: η διαφορετικότητα, η πολυμορφία, ο πλούτος των πεδίων της είδησης και των πηγών απουσιάζουν εντελώς — η μονοθεματική προβολή των «ιδεωδών» και των πάσης φύσεως «κατορθωμάτων» του Ράιχ κυριαρχεί. Ούτε ο Χίτλερ αλλά ούτε και ο Γκέμπελς –η κεντρική φιγούρα του εθνικοσοσιαλιστικού μηχανισμού προπαγάνδας– υποτιμούσαν το ρόλο του Τύπου για την κυριαρχία του Ράιχ και τη χειραγώγηση του λαού. Συνέχεια ανάγνωσης