Δύο είδαν μια αλεπού

Standard

 Διήγημα του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

4-xatzinikolaoyΔύο βλέπουν μια αλεπού. Ο ένας θέλει να την ακολουθήσει, ο άλλος προσπαθεί ν’ αποτρέψει τον φίλο του. Το δάσος είναι πυκνό και αυτοί δεν είναι κυνηγοί, ούτε πάνε συχνά σε δάση. Κανένας από τους δύο δεν έχει δει ποτέ του αλεπού, αν και δεν είναι δύσκολο ν’ αναγνωρίσεις μια αλεπού, ακόμη κι αν ζεις στην πόλη, όπως αυτοί. «Δεν ξέρουμε αν είναι επικίνδυνη», λέει ο ένας ενώ ο άλλος βιάζεται να την προλάβει γιατί η αλεπού βαδίζει ναι μεν αργά αλλά με μια ελαφράδα σαν να μην έχει κόκαλα.

Ο ένας δειλιάζει λοιπόν, όμως τελικά πείθεται και ακολουθεί τον φίλο του. Ο καιρός είναι καλός, ο αέρας όσο χρειάζεται κρύος για να είναι αναζωογονητικός και η κοκκινωπή αλεπού είναι τόσο όμορφη και διακριτική μέσα στην πρασινάδα του δάσους.

 Οι δύο φίλοι έχουν πάψει να μιλάνε (προηγουμένως συζητούσαν έντονα, με αποτέλεσμα να ξεχαστούν και ο χωματόδρομος να τους βγάλει στο δάσος). Προχωρούν αθόρυβα πίσω από την αλεπού, όπως κάνουν οι κυνηγοί, μόνο που οι δυο τους το κάνουν από καθαρή περιέργεια. Ο ένας είναι ψηλός, με μούσι και γυαλιά, και ο άλλος, ο φοβισμένος, είναι κοντός και παχύς, με αραιά μαλλιά, και δείχνει κάπως ταλαιπωρημένος στην όψη. Ακολουθούν την αλεπού και όταν πατάνε ένα κλαδί –το κλαδί σπάει– η αλεπού δεν γυρίζει να τους κοιτάξει. Η αλεπού ξέρει πού πάει, έχει μια αποφασιστικότητα που όλο και δυναμώνει το βήμα της.

Από την πλευρά τους οι δύο φίλοι έχουν αρχίσει να κουράζονται και γίνονται ακόμη πιο απρόσεχτοι όσο την πλησιάζουν. Τώρα την έχουν πλησιάσει τόσο πολύ που ένας έμπειρος κυνηγός θα μπορούσε να την πιάσει με τα ίδια του τα χέρια.

Τότε είναι που η αλεπού γυρίζει και τους κοιτάζει.

Οι δυο τους κοντοστέκονται και πειθαρχούν στο βλέμμα της που είναι το βαθύ βλέμμα ενός ζώου που έχει δει το χιόνι, που το έχει δει να λιώνει, που έχει αποφύγει το μολύβι των διωκτών, που έχει ζήσει πεινώντας.

«Τι ζητάτε από μένα άνθρωποι;» τους ρωτάει. «Γιατί με ακολουθείτε;» «Θέλαμε μόνο να δούμε πού πας, να πατήσουμε πάνω στα χνάρια που αφήνεις στο υγρό χώμα, να μαγευτούμε από το τρίχωμά σου», λέει ο ψηλός. «Το ξέρετε ότι είσαστε ήδη βαθιά μέσα στο δάσος και πως σε λίγο νυχτώνει;» τους ρωτάει η αλεπού. «Εγώ είμαι κοντά στο σπίτι μου και σύντομα θα είμαι ασφαλής. Εσείς τι θα κάνετε όμως; Δεν φαίνεται να είστε κυνηγοί. Μήπως είσαστε;» «Όχι, δεν κουβαλάμε όπλα», λέει ο παχύς.

«Υπάρχουν κίνδυνοι στο δάσος κι ένας απ’ τους κινδύνους είμαι κι εγώ, γιατί, ακόμη κι αν σας συμπονώ, δεν παύω να είμαι ζώο και να πεινάω. Βρίσκω δύσκολα τροφή στο δάσος. Έχετε δει τα δόντια μου;» «Όχι», απαντά τρομαγμένος ο παχύς. «Είναι μυτερά και είναι ακόμη πιο μυτερά ειδικά για εσάς», λέει η αλεπού και δαγκώνει τον αστράγαλο του ψηλού. Ο ψηλός πέφτει κάτω σφαδάζοντας. Το αίμα λερώνει το παντελόνι του.

 «Δεν θέλουμε το κακό σου», λέει ο παχύς που μέσα στην αγωνία του έχει βρει την αυτοκυριαρχία του. «Αυτό πώς μπορώ να το ξέρω;» τον ρωτάει η αλεπού που τα δόντια της γυαλίζουν από το σάλιο και το αίμα. «Εγώ είμαι απλά μια αλεπού και αντιδρώ μ’ έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο, ανάλογα με την περίσταση βέβαια. Τώρα που εσείς είσαστε εδώ, μυρίζω το κρέας σας και δεν μπορώ ν’ αντισταθώ. Φαίνεστε καλοί άνθρωποι, φιλήσυχοι και μορφωμένοι αλλά αυτό δεν μπορώ πάρα να το αγνοήσω καθώς δεν έχω καν το δικαίωμα από τη φύση μου να το διακρίνω».

 Ο ψηλός έχει πιάσει το πόδι του και σιγοκλαίει. Ο παχύς στέκεται δίπλα του ασάλευτος. «Έλα, κουβάλα εσύ τον φίλο σου πριν δαγκώσω κι εσένα και ακολουθήστε με αφού θέλετε τόσο πολύ να δείτε πού πάω», λέει η αλεπού.

 Τώρα έχει νυχτώσει για τα καλά και ο παχύς ιδρώνει κάτω από το βάρος του ψηλού, ο οποίος, από τον πόνο, έχει σχεδόν λιποθυμήσει πάνω στους ώμους του παχύ. Σ’ εκείνο το σημείο το δάσος είναι τόσο σκοτεινό που μόνο το λαμπερό σμάλτο απ’ τα αλεπουδίσια δόντια μπορεί να φωτίσει το πέρασμα μέσα απ’ τα δέντρα. Ένας τσουχτερός άνεμος έρχεται από την πιο ψηλή κορυφή του βουνού και παγώνει τους δυο φίλους.

 Η αλεπού σταματάει. «Εδώ είμαστε», λέει και δείχνει μια κουφάλα στον κορμό ενός δέντρου που μόλις και τη χωρά. «Εδώ μένω με την οικογένειά μου, τη σύντροφό μου και τα παιδιά μου» και λέγοντας αυτά χώνεται μέσα στην κουφάλα και εξαφανίζεται. Ο αέρας ξανακατεβαίνει απ’ το βουνό και χτυπά το πρόσωπο του ψηλού και ο ψηλός ξυπνά. Τώρα δεν πονάει πια, η πληγή απ’ το δάγκωμα έχει επουλωθεί και ο ψηλός μπορεί να περπατήσει. Ωστόσο δεν το λέει στον φίλο του τον παχύ που μέσα στη νύχτα αναγκάζεται να τον κουβαλήσει βαριανασαίνοντας μέχρι την άκρη του δάσους και από κει μέχρι τα πρώτα σπίτια του χωριού.

___________________________

Ο Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου είναι κινηματογραφιστής. Η Αναστασία Δούκα είναι γλύπτρια.

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s