Καλά και κακά νέα: ένα μανιφέστο

Standard

του Τζερόμ Ρους

μετάφραση: Αγάπιος Λάνδος

Το ROAR Magazine (roarmag.org), το γνωστό ριζοσπαστικό και κριτικό –διαδικτυακό– περιοδικό, με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Reflections on Revolution», αυτοπροσδιορίζεται ως «διεθνής κολεκτίβα απαρτιζόμενη από μέλη που επιδίδονται στη δημοσιογραφία των πολιτών, που δρουν ως διανοούμενοι-ακτιβιστές και ως ανεξάρτητοι κινηματογραφιστές». Ξεκίνησε την εποχή της Αραβικής Άνοιξης, του Occupy Wall Street, των Αγανακτισμένων. Έκτοτε, με εμψυχωτή το Jerome Roos, επεκτείνει την ύλη, τους συνεργάτες, τα πεδία και τις χώρες που καλύπτει. Κεντρικές του μέριμνες, όπως τις ξεχωρίζουμε από την αρθρογραφία, είναι η προβολή και ο συντονισμός κινημάτων και αντιστάσεων σε όλο τον κόσμο (με την επαφή μεταξύ τους και με την αξιοποίηση της τεχνολογίας), καθώς και η ριζική κριτική στον κυρίαρχο λόγο και η άρθρωση συγκροτημένου λόγου (ή, μάλλον, λόγων) της αντίστασης. Το 2014 το ROAR ξεκινάει μια προσπάθεια αναβάθμισης, στην λογική της δημιουργίας ανεξάρτητων μέσων που θα υπηρετούν την πραγματική δημοκρατία. Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το άρθρο του Tζερόμ Ρους (28.12.2013), που μας εισάγει στο πνεύμα της προσπάθειας, στην οποία θα επανέλθουμε.

ENΘΕΜΑΤΑ

1-roos

Φρανς Μασερεέλ, «Ο κόκορας», 1952

Ζούμε σε καιρούς εξαιρετικούς. Τα πάντα γύρω μας, όλος ο παλιός κόσμος καταρρέει, ενώ ο νέος πασχίζει να γεννηθεί. Κρίσεις και καταστροφές αναστατώνουν τον πλανήτη μας όπως ποτέ μέχρι σήμερα. Οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις ταρακουνούν το σύστημα μέχρι το μεδούλι του. Και όμως, ενώ τα παλιρροϊκά κύματα της Ιστορίας συνεχίζουν να σκάνε στις ακτές της συλλογικής φαντασίας μας, οι φρουροί του 1% μας λένε σταθερά να μην ανησυχούμε, «Δεν υπάρχει τίποτα να δείτε εδώ!», ενώ εκδότες, διαφημιστές και τηλεπαρουσιαστές μας λένε με απαλή παρακλητική φωνή: «Μην ταράζεστε, συνεχίστε την πορεία σας».

Τα κακά νέα. Με τον παγκόσμιο ανταγωνισμό να επιταχύνεται φτάνοντας σε έναν παροξυσμό αυτοκαταστροφικής υπερδραστηριότητας, η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει σήμερα μια ανείπωτη πρόκληση. Ας αρχίσουμε με τα κακά νέα. Η αξιοπρέπεια και η δημοκρατία δέχονται επίθεση πανταχόθεν. Και ενώ οι άνθρωποι ξεσηκώνονται –είτε μέσα από μαζικές λαϊκές εξεγέρσεις είτε με μικρές πράξεις καθημερινής αντίστασης– οι εξουσιαστές εξακολουθούν να μας λένε να ασχοληθούμε με άλλα: με τα στεγαστικά μας δάνεια, τις πιστωτικές μας κάρτες, τα σπουδαστικά μας δάνεια, τις όλο και πιο μίζερες και κακοπληρωμένες δουλειές και, πάνω απ’ όλα, «αυτούς»: τις μεγάλες εταιρείες και τους ισχυρούς πολιτικούς, μεγάλες εικόνες στο εικονοστάσι του φονταμενταλισμού της αγοράς, πιστούς υπηρέτες της μίας και μοναδικής θεότητας: του Μαμμωνά. Του Θεού του Χρήματος.

Και έτσι, μολονότι κοσμοϊστορικά γεγονότα συνταράσσουν συθέμελα τον πλανήτη, η πραγματική είδηση ​​συνεχίζει να πνίγεται μες στην εκκωφαντική σιωπή της επιχειρηματικής ατζέντας των μέσων ενημέρωσης. Το κίνητρο του κέρδους κυριαρχεί ως τελικός κριτής της αξίας.

Η αχαλίνωτη διάχυση του κυρίαρχου λόγου από τα media, ο εντυπωσιασμός του θεάματος που προωθούν και η συνεχής δοξολόγηση της κουλτούρας του καταναλωτή είτε παραλύουν είτε κάνουν αδιάφορους τους περισσότερους από εμάς — είτε και τα δύο μαζί. Έχουν περάσει πάνω από δύο δεκαετίες από όταν ο Ε. Σ. Χέρμαν και ο Νόαμ Tσόμσκυ έγραψαν το πρωτοποριακό βιβλίο Κατασκευάζοντας τη συναίνεση, και η τεράστια ιδεολογική δύναμη των κυρίαρχων μέσων μαζικής ενημέρωσης παραμένει ένας από τους θεμελιώδεις άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η καθημερινή αναπαραγωγή της παγκόσμιας καταστροφής. «Όλα καλά», ιδού το δόγμα της εποχής μας, στην οποία τα κατορθώματα των πολυεκατομμυριούχων χαϊδεμένων παιδιών της διασημότητας, όπως η Μάιλι Σάιρους και ο Τζάστιν Μπίμπερ, μετρούν περισσότερο από τους ατελείωτους αγώνες εκατομμυρίων ανθρώπων που διακινδυνεύουν τη ζωή τους στις ιστορικές επαναστάσεις και την καθημερινή διεκδίκηση για ψωμί, ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη.

Για να ανατρέψουμε την κατάσταση αυτή, όπου η κυρίαρχη ελίτ ασκεί έλεγχο στο μυαλό του καθενός και στη συλλογική φαντασία μας, πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να ξεφύγουμε από το πληροφοριακό και ιδεολογικό δίχτυ που έχει ρίξει γύρω μας. Με τα λόγια των ισπανών Indignados: «Κλείστε την τηλεόραση και ανοίξτε το μυαλό σας!». Μόνο αν ξεφύγουμε από τον βόμβο που συνεχίζει να μολύνει τις σκέψεις και να θολώνει τη ματιά μας, και μόνο αν στη θέση αυτού του ατέρμονου καταιγισμού ανοησίας που μουδιάζει τον νου βάλουμε τα δικά μας εναλλακτικά κανάλια αντιπληροφόρησης, θα μπορέσουμε να παρακάμψουμε τους νευρώνες της υπακοής που η προπαγάνδα των ελίτ έχει εγκαταστήσει στο μυαλό μας. Συνειδητοποιούμε πια ότι είναι στο χέρι μας να καθορίσουμε και να στοχαστούμε τις επαναστατικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στον κόσμο μας· είναι σαφές ότι το 1% δεν θα το κάνει για λογαριασμό μας

Τα καλά νέα. Τα καλά νέα είναι ότι διαθέτουμε ήδη τα εργαλεία για κάτι τέτοιο. Ζούμε σε μια εποχή όχι μόνο σοβαρής πολιτικής και οικονομικής κρίσης, αλλά και ραγδαίων κοινωνικών και τεχνολογικών αλλαγών. Δεν χρειάζεται κανείς να ασπάζεται έναν παρωχημένο τεχνολογικό ντετερμινισμό για να δει πώς τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε μεταβάλλουν τους τρόπους που αλληλεπιδρούμε με τον κόσμο. Μπορεί να μοιάζει κλισέ τώρα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, στις παλιές ημέρες της τυπογραφίας, το να εκδίδεις δεν ήταν υπόθεση του καθενός. Λίγοι είχαν την οικονομική επιφάνεια να κάνουν την αρχική επένδυση ώστε να αποκτήσουν τα δικά τους μέσα — μόνο οι καπιταλιστές, τα κόμματα και ίσως μερικές από τις μεγαλύτερες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Το ίδιο ισχύει και για την εποχή της τηλεόρασης και, σε μικρότερο βαθμό, για το ραδιόφωνο (όπου πειρατικοί σταθμοί μερικές φορές λειτούργησαν ανατρεπτικά).

Σήμερα, η κατάσταση διαφέρει ριζικά. Μια από τις μεγάλες αντιφάσεις του ύστερου καπιταλισμού είναι ότι οι ίδιες τεχνολογίες της πληροφορίας (φορητοί υπολογιστές, smart phones, ψηφιακές κάμερες), που επέτρεψαν στο σύστημα να αναπαράγει τον εαυτό του, ξεφεύγοντας από την παρακμή του φορντικού μοντέλου στη Δύση, τώρα διευκολύνουν τους αντιφρονούντες να δημιουργήσουν τα δικά τους media, με τα οποία θα αμφισβητήσουν την καθεστηκυία τάξη. Φυσικά, αυτές οι νέες τεχνολογίες δεν κάνουν επαναστάσεις –οι άνθρωποι κάνουν τις επαναστάσεις–, αλλά μας βοηθούν αποφασιστικά να τις περιγράψουμε και να στοχαστούμε γι’ αυτές, με έναν πιο δυναμικό και δημοκρατικό τρόπο. Καθένας με έναν φορητό υπολογιστή και σύνδεση στο διαδίκτυο είναι πλέον ένας δυνητικός εκδότης· καθένας με μια κάμερα και ένα ελάχιστο μπάτζετ είναι ένας δυνητικός αντι-κινηματογραφιστής. Το κρίσιμο στις μέρες μας δεν είναι τόσο να παράγουμε ανεξάρτητο περιεχόμενο, αλλά να το κάνουμε με τον σωστό τρόπο. Να συγκεντρώνουμε το σωστό είδος των πληροφοριών. Να εξασφαλίζουμε εις βάθος ανάλυση και υψηλής ποιότητας περιεχόμενο. Και, πάνω από όλα, να διατυπώσουμε μια εμπεριστατωμένη κριτική του status quo και να προσφέρουμε αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις για την κρίση που ζούμε.

3 σκέψεις σχετικά με το “Καλά και κακά νέα: ένα μανιφέστο

  1. Προσφυγικά Σαλονίκης· την ορφάνια του μικρού Θεμιστοκλή απαλύνουν ξένα, ευλογημένα χέρια, όμως αγκάθι απομένει μέσα του η άγνωστη καταγωγή του. Εμφύλιος, Σκρα· τα μελλούμενα απ’ τα χείλη μιας γυναίκας τον οδηγούν στην Τήνο, στον μεγάλο έρωτα και στον μεγάλο πόνο.

  2. Πίνγκμπακ: Καλά και κακά νέα: ένα μανιφέστο | Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσπείρωση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s