Σχέδια επί χάρτου:Για το «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα»

Standard

της Αφροδίτης Μπαμπάση και του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Φράνσις Μπέικον, "Πίνακας", 1946

Φράνσις Μπέικον, «Πίνακας», 1946

Προλογίζοντας το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που παρουσιάστηκε στις 10 Δεκεμβρίου σε ειδική εκδήλωση του υπουργείου Δικαιοσύνης, ο γενικός γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Γιώργος Σούρλας δεν έκρυψε την ικανοποίησή του: «Η Ελλάδα έχει πλέον να εμφανίσει στη Διεθνή Κοινότητα, στους Διεθνείς Οργανισμούς, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα δράσεων και ενεργειών για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», και μάλιστα σε δεκάξι διαφορετικά πεδία.[1] Η ικανοποίηση αυτή, ωστόσο, δεν είναι καλός οιωνός — αίσθηση που επιβεβαιώνεται από την ανάγνωση του Σχεδίου: το θέμα, για μια ακόμα φορά, δεν είναι τα δικαιώματα καθαυτά, αλλά κατά κύριο λόγο η «θωράκιση» της κυβέρνησης απέναντι στις αλλεπάλληλες (και οξύτατες) κριτικές διεθνών οργανισμών και ευρωπαίων επιτρόπων. Κοινώς, «να ένα σχέδιο για να ξέρουμε τι θα τους λέμε, όταν μας λένε» κλπ. κλπ. κλπ.

Με δεδομένη αυτή τη κοντόφθαλμη νοοτροπία, το Σχέδιο ελάχιστα ασχολείται με την κατάσταση που φιλοδοξεί να βελτιώσει. Αντ’ αυτής, παρουσιάζει μια συρραφή διεθνών συμβάσεων και εθνικής νομοθεσίας από τη μια («τι θα έπρεπε να ισχύει»), και του σχεδιασμού της δράσης των επιμέρους υπουργείων που αφορά τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα από την άλλη («με τι ασχολούμαστε αυτή την περίοδο»). Και κάπως έτσι, παρά δηλαδή τις μεγαλόστομες διακηρύξεις του, στην οπτική των «εθνικών σχεδιαστών» τα δικαιώματα δεν προστατεύονται ούτε ως «αυταξία» ούτε ως θεσμικά «αναχώματα» στην κρατική αυθαιρεσία — ούτε βεβαίως ως «κεκτημένα».[2] Στο Σχέδιο εκτίθενται κατά κύριο λόγο οι παραχωρήσεις που μια «φιλάνθρωπη» κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να κάνει στην παρούσα συγκυρία, ενώ σε κάθε περίπτωση και αυτές ακόμα «καθορίζονται και προσαρμόζονται σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τη σημερινή πραγματικότητα […] κατά την περίοδο 2014-2016» (σ. 35).

Η  οπτική αυτή εξηγεί, μεταξύ άλλων, γιατί είναι αμελητέο, στο τελικό κείμενο, το «ίχνος» των συστάσεων του Συνηγόρου του Πολίτη και της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, κατά τη διαβούλευση. Εξηγεί, επίσης, και γιατί το Υπουργείο αγνόησε επιδεικτικά, κατά την εκπόνησή του Σχεδίου, τόσο την κοινωνία των πολιτών όσο και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, μολονότι η αξιοποίησή τους σε καθένα από τα δεκάξι «δικαιωματικά» πεδία θα συνέβαλλε τα μέγιστα στην αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης. Ας το πούμε με παραδείγματα:

Η «βελτίωση των συνθηκών κράτησης» δεν επιτυγχάνεται με τη  μηχανιστική παράθεση του ισχύοντος νομικού πλαισίου, ούτε με την υπόσχεση ότι «θα προστεθούν 1.200 θέσεις κρατουμένων συνεισφέροντας σημαντικά [sic] στην αποσυμφόρηση των φυλακών» (σ. 49). Αντιθέτως, το Υπουργείο θα έπρεπε να αξιοποιήσει τη συνδρομή οργανώσεων όπως της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων, ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την άνευ προηγουμένου ποινικοποίηση της φτώχειας και τις εξοντωτικές ποινές. Θα έπρεπε, ακόμα, να ασχοληθεί με την de facto αχρήστευση ευεργετικών νομοθετημάτων, όπως ο νέος νόμος περί ναρκωτικών (στον βαθμό που οι δομές απεξάρτησης καταρρέουν οικονομικά), να υιοθετήσει μέρος έστω των προτάσεων για τα εναλλακτικά ως προς την κράτηση μέσα σωφρονισμού, να προβλέψει μέτρα για τις ειδικές κατηγορίες κρατουμένων (ανήλικοι, μητέρες) κ.ο.κ. Αντίθετα, το Εθνικό Σχέδιο αντιμετωπίζει την υπέρμετρη ποινικοποίηση… αγνοώντας τη, και προνοώντας για περισσότερη φυλακή. Κι αυτά ενώ η δαπάνη για την ημερήσια σίτιση των κρατουμένων φτάνει πια μετά βίας τα δύο ευρώ, η θέρμανση είναι ανεπαρκής και ο υπουργός πανηγυρίζει τις επιτυχίες κρατουμένων στις εξετάσεις, αποσιωπώντας ότι οι δάσκαλοί τους εργάζονται «εθελοντικά». Εμμένοντας δε στη μέθοδο της παράθεσης του «τι θα έπρεπε να ισχύει», δεν εξηγεί γιατί ο υπάρχων Σωφρονιστικός Κώδικας –ένας από τους πιο φιλελεύθερους στην Ευρώπη– παρακάμπτεται κατ’ εξακολούθηση, ούτε γιατί ο νέος που έχει εξαγγελθεί παραμένει θαμμένος, και χρησιμοποιείται ως το «επόμενο θετικό βήμα» όσες φορές παρουσιάζονται προβλήματα στις φυλακές.

Αντίστοιχα, η απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση των μεταναστών δεν θεραπεύεται με την αόριστη εξαγγελία της «προώθησης μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης για την υγειονομική περίθαλψη στα Κέντρα Κράτησης Μεταναστών» (σ. 43). Απαιτεί, αντιθέτως, άλλη λογική: ουσιαστική ενασχόληση  με την κατάρρευση των ΜΚΟ, στις οποίες το κράτος (κακώς) έχει αναθέσει εξ ολοκλήρου ζωτικές λειτουργίες για τα κέντρα κράτησης και τα κρατητήρια (ιατροφαρμακευτική στήριξη, ψυχοκοινωνική φροντίδα),[3] το κλείσιμο των άθλιων κρατητηρίων, τη διαδικασία  συμμόρφωσης με συστάσεις ευρωπαϊκών οργανισμών για το δραστικό περιορισμό της κράτησης και της εξοντωτικής της διάρκειας.

Τίποτα απ’ αυτά δεν απασχολεί, δυστυχώς, το Εθνικό Σχέδιο — και αναφερόμαστε σε πεδία για τα οποία διατυπώνονται, τουλάχιστον, ορισμένες προβλέψεις. Γιατί υπάρχουν και άλλα, για τα οποία είτε η μέριμνα απουσιάζει εκκωφαντικά, μολονότι επείγει, όπως  οι θρησκευτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των μειονοτήτων, είτε η προβλεπόμενη δράση βρίσκεται σε κραυγαλέα διάσταση με την πραγματικότητα.

Φαντάζει ειρωνική, για παράδειγμα, η αναγγελία της «προάσπισης των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών» μέσα στο 2015, δίπλα στην πρόβλεψη για «κοστολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών ανά ωφελούμενο και τύπο μονάδας» (σ. 93-94), δηλαδή για περαιτέρω εξατομίκευση, τη στιγμή που οι δομές ψυχικής υγείας κλείνουν ή καταρρέουν και εκατοντάδες εργαζόμενοι τίθενται σε διαθεσιμότητα. Όπως ειρωνική μοιάζει και η αναγγελία ενός υπο-Σχεδίου Δράσης για την αντιμετώπιση του HIV στους χρήστες ναρκωτικών, όταν οι οροθετικοί πρέπει να κόψουν την αντιρετροϊκή αγωγή προκειμένου να παρουσιαστούν στα ΚΕΠΑ και να επιβεβαιωθεί εκεί ότι πάσχουν από ανίατη νόσο· ειρωνική, όταν, από τους εμπλεκόμενους στο εν λόγω υπο-Σχέδιο φορείς, το μεν ΚΕΕΛΠΝΟ έχει διαπρέψει ως υπερασπιστής της υγειονομικής διάταξης Λοβέρδου-Γεωργιάδη, που στιγματίζει τους οροθετικούς και ποινικοποιεί την οροθετικότητα, οι δε ΟΚΑΝΑ, ΚΕΘΕΑ και 18 ΑΝΩ απαξιώνονται συστηματικά.

Κωμικοτραγική, στην εποχή της αιθαλομίχλης, είναι η αναγγελία Κοινής Υπουργικής Απόφασης για την «εξάλειψη της ακραίας φτώχειας σε δύο [sic] περιοχές της χώρας με διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά» (σ. 207).  Και προξενεί απλώς μειδίαμα, μετά τις γνωστές αποκαλύψεις, η καταπραϋντική διαβεβαίωση του Εθνικού Σχεδίου ότι «με εγκύκλιο διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, δίδονται σαφείς και λεπτομερείς οδηγίες στο αστυνομικό προσωπικό, αναφορικά με τη μεταχείριση και τα δικαιώματα των κρατούμενων» (σ. 42).

Γι’ αυτούς, και  αρκετούς ακόμα, λόγους  ακούγοντας τον Γ. Σούρλα να αναγγέλλει τη διοργάνωση διεθνούς συνεδρίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, εις ανάμνηση της Επιγραφής της Γόρτυνας, «της αρχαιότερης σήμερα γνωστής νομοθεσίας του Ευρωπαϊκού Χώρου» (σ. 19), δεν ακούσαμε παρά μια εκτός τόπου και χρόνου έξαρση εθνικιστικού φολκλόρ. Φολκλόρ, γιατί η διεκδικούμενη κληρονομιά της αρχαιοελληνικής αρχαιότητας απέχει έτη φωτός από τη λογική ενός κράτους που διαστρέφει σαδιστικά τον Ξένιο Δία, βασανίζοντας τους «ικέτες» και χρησιμοποιώντας σύμβολα της αρχαίας «κληρονομιάς» (Ποσειδών, Σάρισα) ως ονόματα επιχειρήσεων αποτροπής προσφύγων που υλοποιεί από κοινού με τη Frontex.

Και η Αριστερά; Σε ό,τι την αφορά, θεωρούμε μάταιο να εμμένει στην «απανθρωπιά» ή την «ανικανότητα» της κυβέρνησης να προστατέψει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε μια εποχή που η (καπιταλιστική) εξουσία γίνεται και πάλι εξουσία πάνω στη ζωή και τον θάνατο ακόμα και σε χώρες που αυτό έμοιαζε προϊστορία, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων δεν μπορεί να εξαντλείται στην επίκληση της ιδιότητάς μας ως ανθρώπων. Αντίθετα, μας υποχρεώνει να δείξουμε ότι, πρώτον, η στέρηση και των στοιχειωδέστερων δικαιωμάτων ανήκει απροσχημάτιστα πια στον πυρήνα της σημερινής «λογικής» της εξουσίας∙ ότι, δεύτερον, η «λογική» αυτή επεκτείνεται στο σύνολο της κοινωνίας, αφού πρώτα δοκιμάστηκε επιτυχώς στους «παρίες»∙ και ότι, τρίτον, χωρίς να παραιτούμαστε από τις «περιφερειακές» διεκδικήσεις για τα «μικρά», θα είμαστε αναποτελεσματικοί όσο η εξουσία δεν πληρώνει (και δεν αμφισβητείται) στα «μεγάλα». Πώς να το κάνουμε; Στον βαθμό που τα (περισσότερα) δικαιώματα κοστίζουν, κάθε σχέδιο που δεν υποχρεώνει, εκτός των άλλων, το κράτος των «φιλανθρώπων» να πληρώσει, δεν έχει τίποτα το «εθνικό» ούτε, βέβαια, το «δικαιωματικό» να επιδείξει.

 

 

 

 

 


[1]             Απαγόρευση βασανιστηρίων, δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία, δικαίωμα στη δικαστική προστασία, απαγόρευση διακρίσεων, ελευθερία έκφρασης/δικαίωμα στην ενημέρωση, δικαίωμα στην υγεία, δικαίωμα στην εργασία και την ασφάλιση, δικαιώματα του παιδιού, προστασία αλλοδαπών, εξάλειψη ρατσισμού, ευάλωτες ομάδες, δικαιώματα ΑΜΕΑ, καταπολέμηση εμπορίας ανθρώπων, καταπολέμηση βίας κατά γυναικών, δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης, δικαίωμα στο περιβάλλον.

[2]    Βλ. και τη σχετική ανακοίνωση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου  στην ιστοσελίδα της. Η Ένωση, στα μέσα  Δεκεμβρίου του 2012, εγκαινίασε μια οργανωμένη προσπάθεια καταγραφής και ποιοτικής αποτίμησης των δικαιωμάτων στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης.

[3]            Βλ., ενδεικτικά, ερώτηση των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ Β. Κατριβάνου, Α. Ξανθού, Χ. Μαντά, Α. Σταμπουλή και Δ. Τσουκαλά, με τίτλο «Ιατρική, Κοινωνική και Ψυχολογική Υποστήριξη στα κρατητήρια της Πέτρου Ράλλη, του Ελληνικού, του Αεροδρόμιου Ελ. Βενιζέλος, του Ασπροπύργου και της Αμυγδαλέζας» (22.11.2013).

 

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Σχέδια επί χάρτου:Για το «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s