Αθήνα, Μέρες του 1972

Standard

Στον απόηχο του έτους Καβάφη

 της Νένης Πανουργιά

9-panourgia

Πορτρέτο του Καβάφη. Έργο του Γιώργου Δρίζου, που φιλοτέχνησε το 1964 με προτροπή του Μάριου Βαγιάνου.

«Πανουργιά!», η φωνή της φιλολόγου, θρύψαλα οι σκέψεις μου. «Πες μας, παιδί μου, τι εννοεί ο Καβάφης όταν λέει… ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν…; Τι θέλει να μας πει, σε μας, τους αναγνώστες του»;

«Α, αυτό το ξέρω, Κυρία», λέω. «Το ξέρω. Εννοεί, σε όλο το ποίημα, ότι αυτό που ψάχνουμε δεν βρίσκεται στο τέλος του ταξιδιού, αλλά ότι το έχουμε μαζί μας πάντα, αναδύεται στη διαδρομή. Εννοεί ότι αν ψάχνουμε μόνο στο τέλος θα βρούμε μόνο τον θάνατο, και θάχουμε χαραμίσει όλη μας τη ζωή». Με κοιτάζει χωρίς να πει τίποτα. Σωστά τα είπα; αναρωτιέμαι. Αυτή την απάντηση ήθελε; «Αλλά τι είναι αυτό το ταξίδι»; ρωτάει. Μα αυτό είναι για μωρά, σκέφτομαι. Γιατί δεν με ρωτάει για τα «άλλα» ποιήματα του Καβάφη; Τις «Μέρες του 1903», ας πούμε — πρόσφατα μελοποιημένο από τον Χατζιδάκι, με τη φωνή του Ψαριανού, τα ποι…τα ποι…τα ποιητικά τα μάτια… τα χείλια εκείιιινα δεν τα ηύρα πιάαα. Χθες βράδυ το άκουγα…Κι έχω διαβάσει όλον τον Καβάφη, γιατί δεν με ρωτάει κάτι άλλο, για κάποιο άλλο ποίημα! Κάτι ενδιαφέρον, τελοσπάντων! Ανοίγει τον κατάλογο και μου βάζει βαθμό.

«Για πες μας εσύ, η καινούργια, από το Γεράκιον Λακωνίας», απευθύνεται στην καινούργια μαθήτρια που συστήνεται έτσι. «Πες μας για τις “Θερμοπύλες”, τι εννοεί ο Καβάφης όταν λέει…Τιμή σε εκείνους όπου…Τι είναι αυτές οι Θερμοπύλες;» Η φιλόλογος είναι νέα και όμορφη, από στρατιωτική οικογένεια, παντρεμένη με υψηλόβαθμο αξιωματικό της χούντας και θέλει να εξερευνήσει μαζί μας τις ομορφιές της ελληνικής λογοτεχνίας. Η συμμαθήτρια από το Γεράκιον Λακωνίας αρχίζει να λέει για τη Μάχη των Θερμοπυλών. Η φιλόλογος δεν έχει υπομονή για τέτοια. Τη διακόπτει, δεν παίρνει την απάντηση που θέλει. Γυρνάει στην Ντιάνα (που την λένε Άρτεμη, αλλά θέλει να τη φωνάζουν Ντιάνα). «Μπορείς εσύ, τουλάχιστον, να μας πεις τι εννοεί ο Καβάφης όταν λέει… Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήρθαν…Πως μπορεί οι βάρβαροι να είναι λύσις; Τι λύσις είναι αυτή;» Η Ντιάνα απαντά μ’ αυτή της την τρεμουλιαστή φωνή που δεν ξέρεις αν είναι επειδή είναι φοβισμένη (μάλλον απίθανο) ή μόνιμα κρυολογημένη: «Δεν ξέρω, Κυρία, και ήθελα να σας ρωτήσω κι εγώ, και με προλάβατε». Η φιλόλογος μάς αποπέμπει συλλήβδην — άχρηστες είμαστε, αδιόρθωτες, ανεπίδεκτες μαθήσεως, πως θα γίνουμε άνθρωποι αν δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι εννοεί ο Καβάφης με τις «Θερμοπύλες» του;

Το Σάββατο έχουμε «πολιτιστική εκδήλωση» με πρωτοβουλία της φιλολόγου μας, υπό την αιγίδα του σχολείου και του Δήμου και του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ανακοίνωσαν ότι θέλουν να «μάθουν τις ανάγκες των εφήβων». Μας κάλεσαν να διαβάσουμε ποίηση, να τραγουδήσουμε, να εκφρασθούμε ελεύθερα και χωρίς φόβο. Θα ακούσουν με μεγάλο ενδιαφέρον οτιδήποτε, οτιδήποτε έχουμε να πούμε χωρίς κυρώσεις. Ετοιμαστήκαμε. Θα πούμε μερικά απ’ τον Μεγάλο Ερωτικό, μερικά άλλα από αλλού, θα διαβάσουμε ποίηση εφόσον δεν είναι λογοκριμένη. Και θα αιτηθούμε περισσότερο υλικό στο σχολικό πρόγραμμα, περισσότερη σύγχρονη ποίηση και πεζογραφία, διαφορετικές επιλογές από τις διδασκόμενες της αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας.

Πάμε στο σινεμά όπου θα γίνει η εκδήλωση. Άλλοι χώροι, άλλες φάτσες: μίνι, μπότες, μαλλιά λυτά, καμπάνες. Κάνει κρύο. Δεκέμβρης στην Αθήνα. Έχουν έρθει μαθητές κι από άλλα σχολεία. Κάποιος παίζει κιθάρα, τραγουδάμε, διαβάζουμε ποιήματα, και φτάνει η ώρα της συζήτησης. Ένα αγόρι που δεν το ξέρω, από σχολείο του Παγκρατίου, ανεβαίνει στο μικρόφωνο. Είναι ψηλός και λυγερός και ωραίος με μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά. Μακριά σγουρά μαλλιά, έμορφα κι αχτένιστα σαν είναι, πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρο μέτωπο, δύο ωραία γκρίζα μάτια. Σχεδόν ξυρίζεται. Μας ευχαριστεί όλους, είναι πολύ προσεκτικός (αργότερα μαθαίνω ότι είναι ΜΟΔΝΕ –η μαθητική οργάνωση του ΚΚΕ– και τελειόφοιτος) — θέλουμε περισσότερη παιδεία, λέει. Θέλουμε διαφορετική παιδεία. Καλή είναι η Αντιγόνη, αλλά θέλουμε και Προμηθέα. Καλός ο Λυσίας, αλλά θέλουμε και Πλάτωνα. Καλός ο Καβάφης, κι ο Βιζυηνός κι ο Σολωμός, αλλά υπάρχουν κι άλλοι καλοί ποιητές να διαβάσουμε, πιό σύγχρονοι. Ποιητές που η ποίησή τους μας μιλάει (ζούσε ακόμα ο Σεφέρης).

Ιδού, λοιπόν. Ο Καβάφης ανήκων σε έναν αντι-κανόνα, τον οποίο δεν μπορούσα ούτε καν να αναγνωρίσω. Γιατί, πώς θα μπορούσα να αναγνωρίσω έναν αντι-κανόνα που δεν είχε ακόμη αρθρωθεί, που συμπεριελάμβανε τον ειρωνικό, σαρδονικό, ομοερωτικό εραστή μιας παρακμιακής Ελλάδας, μαζί με τον Εθνικό Ποιητή που βρήκε ποιητική ομορφιά στο ταπεινό σκουλήκι, και τον μελαγχολικό αυτο-εξιλεωτικό διαταραγμένο Θρακιώτη φιλόλογο που έγραφε για Άραις-Μάραις-Κουκουνάραις και για το αμάρτημα της μητρός του;

Πέρασαν μερικά χρόνια, τέσσερα για την ακρίβεια, για να μπορέσω να πω δημοσίως ότι ξέρω, ότι ήξερα ήδη από τότε, πραγματικά, ενστικτωδώς τη ριζοσπαστική ποιητική του Καβάφη, μια ποιητική που κόβει σαν τροχισμένο μαχαίρι κάθε βεβαιότητα και ανακούφιση. Χρειάστηκε, βέβαια, ο δημόσιος χλευασμός του ίδιου του Μεγίστου Καβαφιστή όταν τόλμησα να βάλω τον Καβάφη και τον Σεφέρη στην ίδια πρόταση… Δεσποινίς, εσείς δεν μας πάτε μόνο σε άλλο επίπεδο, μας πάτε σε άλλο πλανητικό σύστημα, Είπε, με εκείνο το προσβλητικό και περιφρονητικό σπινθήρισμα που είναι ο μόνιμος κάτοικος της ματιάς Του. Και τότε, στην καθαγιασμένη αίθουσα του Κέντρου Πολιτισμού, φοιτήτρια πια, βρήκα το κουράγιο να Του πω δημοσίως ότι ο Καβάφης δεν ανήκε σε κανένα Κανόνα, ούτε στον έκκεντρο Κανόνα του Κόμματος, ούτε και στον θλιβερά κεντραρισμένο Κανόνα που μας έδινε Εκείνος και άλλοι προοδευτικοί λόγιοι.

Κι έτσι, μέσα απ’ τον Καβάφη, κατάλαβα αυτό που είχα μάθει από τον Μαρξ — ότι δηλαδή η κριτική δεν έχει καμία αξία αν δεν είναι πρωτίστως αυτοκριτική. Και έτσι καταλαβαίνω αυτές οι Ιθάκες τι σημαίνουν, γιατί οι βάρβαροι είναι μια κάποια λύσις, και το ότι ο Εφιάλτης είναι η πεμπτουσία της χώρας μου.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμεν τώρα!

 Αθήνα, Χριστούγεννα 2013

 

Καβαφικά ποιήματα, στίχοι των οποίων αναφέρονται στο κείμενο (χωρίς σειρά): «Ιθάκη», «Περιμένοντας τους Βαρβάρους», «Θερμοπύλες», «Καισαρίων», «Γκρίζα», «Στα 200 π.Χ.», «Έτσι πολύ ατένισα–», «Μέρες του 1903».

_______________________________________________________

 Η Νένη Πανουργιά διδάσκει κοινωνική ανθρωπολογία στο New School for Social Research της Νέας Υόρκης.

Το κείμενο γράφτηκε αρχικά στα αγγλικά μετά από πρόσκληση της Έδρας Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν και δημοσιεύθηκε ως μέρος της συλλογής «Έλληνες Διανοούμενοι της διασποράς στοχάζονται τον Καβάφη», στον ιστότοπο της Έδρας (goo.gl/bE8psl).

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s