Να ακολουθήσουμε τη δημοκρατική δυναμική, να υπογραμμίσουμε την καθολικότητα

Standard

του Βασίλη Μπογιατζή

Τζαίημς Ένσορ, «Η είσοδος του Χριστού στις Βρυξέλλες, 1889. Στο μεγάλο πανώ διαβάζουμε«Viva la Sociale»

Τζαίημς Ένσορ, «Η είσοδος του Χριστού στις Βρυξέλλες, 1889.
Στο μεγάλο πανώ διαβάζουμε«Viva la Sociale»

Η συζήτηση περί δημοκρατίας εντός της ελληνικής Αριστεράς την τελευταία εικοσαετία σφραγίστηκε, θεωρώ, σε γενικές γραμμές από ένα έντονο παράδοξο και τις συνέπειές του. Αφενός την παραγνώριση της δημοκρατικής δυναμικής, και αφετέρου, τώρα που εκδηλώνεται μπροστά μας, την αδυναμία εναρμονισμού μαζί της. Ενώ ο θεωρητικός προβληματισμός είναι πλούσιος, ελάχιστα «μεταφυτεύτηκαν» στους λόγους πολιτικών στελεχών, καθημερινού τύπου και ποικίλων μορφών επικοινωνίας.

Απεναντίας, επικράτησαν δύο οπτικές στον πολιτικό λόγο – και όχι μόνο σε αυτόν: Όσον αφορά την ελληνική «περίπτωση», η απαξίωση στη βάση θεωριών εξάρτησης/εκσυγχρονισμού/πολιτισμικών προσεγγίσεων του ελληνικού κοινοβουλευτισμού ως «νόθου». όσον αφορά τη σχέση δημοκρατίας-καπιταλισμού, η θεώρηση της πρώτης ως ιδεολογικής επικάλυψης της εκμεταλλευτικής φύσης του δεύτερου, ένα –κατά τους Χορκχάιμερ και Αντόρνο– «επιφαινόμενο». Κατάληξη; Στην κωμική της εκδοχή, η βαρύγδουπη επανάληψη της κοινοτοπίας «αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα, θα ήταν παράνομες»· στη σοβαρή, μολονότι αμφιλεγόμενη, ένας αμεσοδημοκρατικός φετιχισμός. στην τραγική, η εκκωφαντική υποτίμηση των αραβικών επαναστάσεων, η απουσία ακόμα και μιας τυπικής διαμαρτυρίας για το αίμα της Συρίας.[1] Κι εδώ; Τι γίνεται τώρα που οι εκλογές και τα παρεπόμενά τους αποκαλύπτουν τη δημοκρατική δυναμική; Πώς «καβαλικεύεις» ένα «νόθο» κύμα, μια απλή «επίφαση»;

Ο χώρος δεν προσφέρεται για επιστημολογία εκ του προχείρου. δύο όμως, παρατηρήσεις είναι απαραίτητες. Πρώτον, όσον αφορά τη δημοκρατική δυναμική στην Ελλάδα, να υπενθυμίσω ότι η μελέτη του Γκούναρ Χέρινγκ Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936[2] αναιρεί ποικιλοτρόπως πολλές «παρεξηγήσεις»: Δείχνοντας λ.χ., ότι ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός του 19ου αιώνα «δούλευε» καλύτερα από το βρετανικό υπόδειγμα. αποδομώντας/ρευστοποιώντας δίπολα στα οποία μακαρίως αναπαυόμαστε, και τις συνυποδηλώσεις τους. υπονομεύοντας μύθους και τη συνωμοσιολογική προέκτασή τους στο σήμερα, όπως αυτόν των «ξενικών» –«Αγγλικό», «Γαλλικό», «Ρωσσικό»– κομμάτων, καθώς αποκαλύπτει ότι αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν αποτελούσαν αυτοπροσδιορισμούς, μα αμοιβαία μειωτικές «προσφωνήσεις». και πολλά άλλα ακόμη. Κι αν ο Χέρινγκ θεωρείται «πολυτέλεια» στη συγκυρία, ας στραφούμε στον Μαζάουερ και την πολεμική υπεράσπιση της ελληνικής πολιτικής νεωτερικότητας[3] και ας νιώσουμε κληρονόμοι της, αντί να της επιφυλάσσουμε επαναστατική περιφρόνηση ανάμικτη με ελιτίστικη πολιτισμική απαξίωση.

Δεύτερον, όσον αφορά τον δεσμό δημοκρατίας-καπιταλισμού, να υπογραμμίσω προσεγγίσεις που –επισκοπώντας την ευρωπαϊκή/παγκόσμια νεωτερικότητα– τον θεωρούν όχι φυσικό ή ανύπαρκτο, αλλά ενδεχομενικό: όχι νομοτελειακά προκαθορισμένο, μα ανοικτό ιστορικό ερώτημα, συναρτημένο με τις ερμηνείες που οι κοινωνίες δίνουν στις εμπειρίες τους. Η ενδεχομενικότητα αυτή αφορά και την ευρωπαϊκή εκδοχή του δεσμού, όπου το ομοσπονδιακό όραμα δεν έχει ξεθωριάσει, και άλλες εκδοχές του (Βραζιλία, Νότια Αφρική) οι οποίες «πειραματίζονται» με ευφυείς συνδυασμούς εντατικής δημοκρατίας (οικονομική ανάπτυξη και πολιτικοκοινωνική ενσωμάτωση), όπως τις αποκαλεί ο Π. Βάγκερ, από τις οποίες η Ευρώπη χρειάζεται να παραδειγματιστεί.[4]

Καθολικότητα: μια κατεξοχήν δημοκρατική έννοια

Είναι εφικτοί στη σημερινή αδιαπραγμάτευτα εντός της Ευρώπης Ελλάδα τέτοιοι συνδυασμοί; Την απάντηση, νομίζω, εμπεριέχει μια κατεξοχήν δημοκρατική έννοια: η καθολικότητα.[5] Ένα τέτοιο αίτημα καθολικότητας δεν μπορεί να ανέχεται τη διαιώνιση όλων εκείνων των δομών που ήδη από το 2005 αποτελούσαν, κατά τον Γεράσιμο Μοσχονά, τις πολιτικές αιτίες της –ελληνικής– οικονομικής κρίσης: συντεχνιασμό, πελατειοκρατία, φοροαπο(δια)φυγή, εισφοροδιαφυγή, ασφαλιστικές ανισότητες. το ότι media υπέρμαχα της απορρύθμισης συνεργάζονται με τη φοροδιαφεύγουσα Εκκλησία και παράγοντες της αγοράς που δεν έχουν μειώσει τις τιμές των υπηρεσιών τους, οργανώνοντας εκστρατείες-κακέκτυπα κοινωνικής αλληλεγγύης. Αλήθεια, η χριστιανική φιλανθρωπία (ή η νηστεία;) θα είναι το αντίδοτο (ή αντίδωρο;) στη «διαρροή εγκεφάλων» της νεανικής μετανάστευσης; Ένα τέτοιο αίτημα καθολικότητας δεν μπορεί να μην οργίζεται, ακούγοντας για «επιχειρηματικότητα», με την αδιαφορία Ελλήνων επιχειρηματιών, σε σύγκριση λ.χ. με τους Ιταλούς, να επενδύσουν στη χώρα τους, την προκλητική φοροδιαφυγή τους, τις δημόσιες κατηγορίες για σκάνδαλα,[6] τον συνδυασμό αυτών των πρακτικών με την ακύρωση κάθε εργατικού δικαιώματος: Αυτό είναι το μέλλον που επιφυλάσσουν στους νέους οι μόνοι τάχα αξιόπιστοι αντιπρόσωποι του πολιτικο-οικονομικού φιλελευθερισμού; Ένα τέτοιο αίτημα δεν μπορεί να μην εξοργίζεται που «ευγενείς επιστήμονες» (δικηγόροι, μηχανικοί, φαρμακοποιοί, ιατροί), ανεξάρτητα από το πολιτικό τους πρόσημο, οχυρωμένοι σε πελατειακά προνόμια, εκμεταλλεύονται νέους εργαζόμενους, τη στιγμή που η ανήσυχη προοδευτική Ευρώπη βοά, όπως ο Μπεκ και ο Κον Μπεντίτ, «Να ακούσουμε τη νεολαία μας»,[7] αλλά και με το ότι οι εγχώριοι αριστεροί σχηματισμοί δεν ενώνονται παθιασμένα με αυτές τις φωνές. Δεν μπορεί να μην απορεί που δημοκρατικοί νομικοί δεν έχουν –ακόμη– αναλάβει τη διαμόρφωση ενός πλαισίου λειτουργίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ξεπλένοντας το άγος του νόμου της οικουμενικής κυβέρνησης και τα διαπλεκόμενα παρεπόμενά του. Δεν μπορεί να μη συνδυάζει τη διάσωση των τραπεζών με απαιτήσεις ελέγχου των μεγαλομετόχων και των απίθανων αξιώσεών τους, όταν χαρακτηρίζονται απαράδεκτες οι πρακτικές τους την περίοδο του φτηνού χρήματος,[8] η ασυλία των «παιδιών-θαυμάτων» του τραπεζικού συστήματος και οι τάχα ορθολογικές συμπεριφορές τους.[9]

Μια «σπουδαιότερη ζωή» κατά τον Ρ. Ουνγκέρ

Ο βραζιλιάνος στοχαστής Ρομπέρτο Ουνγκέρ,[10] στο βιβλίο του που μετέφρασε στα ελληνικά πριν λίγα χρόνια ο Θεοφάνης Τάσης, επιθυμούσε να υπερβεί τον νεοφιλελευθερισμό ο οποίος διέψευσε κεντρικές καπιταλιστικές υποσχέσεις,[11] μια σοσιαλδημοκρατία εγκλωβισμένη σε κεκτημένα/κρατισμό, και μια επαναστατική Αριστερά χωρίς επαναστατικό υποκείμενο.Ο Ουνγκέρ δεν εστιαζόταν μόνο στη διεύρυνση της ισότητας. προχωρούσε στις προϋποθέσεις βίωσης μιας σπουδαιότερης ζωής. Με σκέψεις βασισμένες σε αυτό το βιβλίο, στη γραμμή της δημοκρατικής καθολικότητας, κλείνω αυτό το κείμενου γιατί το να λες παράξενα πράγματα σε αυτή τη συγκυρία, σημαίνει επιθυμία να υπερβείς και, α) έναν θετικισμό που ταυτίζει τον «ευρωπαϊσμό» με διασπάθιση «πακέτων» στις γαλαντόμες εποχές και διάχυση ευθυνών/ελιτίστικη πόζα υπευθυνότητας σε αυτές των ισχνών αγελάδων, και, β) έναν βολονταρισμό, που παραβλέπει την οργανική ένταξη της ελληνικής περίπτωσης στην «Ευρώπη» και την ανάγκη λύσεων εντός αυτού του ανοικτού πεδίου.

 Ο Ουνγκέρ επιθυμεί την εγκαθίδρυση μιας ζέουσας δημοκρατίας, που πειραματίζεται θεσμικά στοχεύοντας στην ενδυνάμωση των δημιουργικών ικανοτήτων των καθημερινών ανθρώπων. Τούτο προϋποθέτει: Πρώτον, αύξηση εγχώριων αποταμιεύσεων/κρατικών πόρων μέσω δίκαιης φορολογίας, αλλά και την κινητοποίησή τους σε μορφές επιχειρηματικής δραστηριότητας συνεργατικών σχημάτων, με το κράτος σε ρόλο επιχειρηματία κεφαλαίων ρίσκου. Δεύτερον, κοινωνική πολιτική με επίκεντρο την ενδυνάμωση/ικανότητα, την αξιοκρατία και τη ριζοσπαστικοποίησή της, ώστε να αποφεύγεται κάθε ανισότητα οφειλόμενη στην όποια κληρονομιά και το εκ γενετής ταλέντο: διά βίου εκπαίδευση με κρατική μέριμνα, «κατέβασμα» των προωθημένων συνεργατικών πρακτικών πρωτοπόρων επιχειρήσεων και σχολείων στο σύνολο της εκπαίδευσης, ευκαιρίες για πειραματισμό, ανάπτυξη δεξιοτήτων. Τρίτον, εκδημοκρατισμό της οικονομίας της αγοράς μέσω ισότιμης πρόσβασης μεμονωμένων ανθρώπων/νεανικών συνεργατικών σχημάτων σε εκπαίδευση, πίστωση, τεχνολογία: εξάλειψη της εισοδηματικής ανισότητας, δυνατότητα εκπροσώπησης των μη οργανωμένων εργατών από τους οργανωμένους, επιχορήγηση της απασχόλησης-εκπαίδευσης του χαμηλόμισθου/ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, κατάργηση κρατήσεων/φορολόγησης του εισοδήματός του. Ουτοπικό; Ναι, αν προτιμάμε το 50% νεανικής ανεργίας, τη φορολόγηση των επιδομάτων ανεργίας, τη μεταναστευτική «διαρροή εγκεφάλων», τη θάλασσα (νέων ταλαντούχων) εργαζομένων αποκλεισμένων από δυνατότητες που αξιοποιούν ήδη υφιστάμενες εταιρείες, εκδοτικά συγκροτήματα, μέτοχοι τραπεζών. Τέταρτον, να μη θεωρείται μόνη έκφραση κοινωνικής αλληλεγγύης η μεταφορά χρημάτων –η κοινωνική ασφάλιση– και συμπλήρωσή της από μια οικονομία της φροντίδας: κάθε ικανός ενήλικας να αφιερώνει ένα μέρος του εργασιακού βίου στη φροντίδα όποιου έχει ανάγκη, ώστε να θεμελιωθεί η άμεση ανάληψη ευθύνης του ενός για τον άλλο. Ιδού μια δημιουργική πρόταση της Αριστεράς προς τα συνδικάτα του δημοσίου, ως έμπρακτη αξιακή απάντηση στην οργανωμένη ελεημοσύνη. Πέμπτον, μια δημοκρατική πολιτική υψηλών ενεργειών: συνδυασμός αντιπροσωπευτικής-άμεσης δημοκρατίας, ισότιμη πρόσβαση κομμάτων/μαζικών κινημάτων στα media, αποκλειστικά δημόσια χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών.

Ποιος θα ήταν φορέας τέτοιων αιτημάτων ριζοσπαστικής δημοκρατικής καθολικότητας; Άνθρωποι, «απαντά» ο Oυνγκέρ, που «αποζητούν μια μετριοπαθή ευημερία και ανεξαρτησία, […] αφοσιώνονται σε μια κουλτούρα αυτοβοήθειας και πρωτοβουλίας», που «ο καθένας θέλει να ζήσει με τον δικό του τρόπο την εμπειρία που διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα του 19ου και του 20ού αιώνα: την εμπειρία ενός ατόμου που αυτοδημιουργείται παλεύοντας ενάντια στις συνθήκες που το περιβάλλουν». Αν τα ποιοτικά στοιχεία των ψηφοφόρων Αριστεράς και Οικολογίας δείχνουν ότι αυτοί και αυτές προέρχονται από δυναμικές ηλικίες/ομάδες, μια τέτοια σπουδαία ζωή περιλαμβάνεται –υποθέτω βάσιμα– στις προσδοκίες τους. Να μη ματαιωθούν αυτές: να τι πρέπει να αποτελεί πρωταρχική έγνοια της Αριστεράς — και αυτό συνιστά αυθεντικά ευρωπαϊκή επιλογή.[12]

 

O Bασίλης Μπογιατζής είναι διδάκτωρ ΕΜΠ/ΕΚΠΑ στην ιστορία και φιλοσοφία των επιστημών και της τεχνολογίας. Διδάσκει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και το ΕΑΠ.

 


[1] Ν. Σεβαστάκης «Λιβύη και Αριστερά», «Ενθέματα», Η Αυγή, 27.3.2011 (προσβάσιμο στο  http://goo.gl/60IU8h).
[2] G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 2 τόμοι, μετ. Θ. Παρασκευόπουλος, ΜIET, Αθήνα 2004.
[3] M. Mazower, «Η Ελλάδα, το λίκνο της δημοκρατίας, κλονίζει τον πλανήτη», Το Βήμα, 30.6.2011.
[4] P. Wagner, «The democratic crisis of capitalism: Reflections on political and economic modernity in Europe» (www.lse.ac.uk/europeanInstitute/LEQS/LEQSPaper44.pdf). Αναλυτική πραγμάτευση των σχετικών θέσεων στο P. Wagner, Modernity: Understanding the Present, Polity 2012.
[5] Γ. Μοσχονάς, «Οι συντεχνίες και το δημόσιο συμφέρον», Το Βήμα, 30.4.2011.
[6] A. Παπαστάθης, Δ. Χαροντάκης, Γ. Τσιάρας, «Φέρτε πίσω τα λεφτά», Το Βήμα, 14.8.2011. Δ. Βολιώτης, «Η Αλουμίνιον… Πεσινέ νο2», Το Βήμα, 18.9.2011 και, για το ίδιο θέμα. Α. Καρακούσης, «Η σιωπή των αμνών», Το Βήμα, 18.9.2011.Μια έξωθεν μαρτυρία: «“Stern”: Συνεχίζουν το πάρτυ οι φοροφυγάδες στην Ελλάδα. Ο λαός κάνει οικονομίες και οι πλούσιοι δεν φοβούνται τίποτα, λέει το περιοδικό», Το Βήμα, 23.9.2011.
[7] D. Cohn-Bendit, Ul. Beck, «Να ακούσουμε τη νεολαία μας», δημοσιευμένο στη Le Monde· στα ελληνικά: Ta Νέα, 3.5.2012.
[8]Γ. Παπαϊωάννου, «Πολιτική σύγκρουση κυβέρνησης-τραπεζών», Το Βήμα, 28.8.2011.
[9] Α. Καρακούσης, «Κάτω απ’ το λούστρο», Το Βήμα, 11.12.2011.
[10] R. M. Unger, Τι πρέπει να προτείνει η Αριστερά, εισαγ.-μετ. Θ. Τάσης, Ευρασία, Αθήνα 2009.
[11] Σε αυτό συμφωνεί, από άλλη βέβαια οπτική, ακόμη κι ο Economist. Βλ. Μ. Μητσός, «Η ψυχή του καπιταλισμού», 28.1.2012 (diastaseis.blogspot.com/2012/01/blog-post_28.html).
[12] D. Cohn-Bendit, Ul. Beck, «Να ακούσουμε τη νεολαία μας», ό.π.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s