2013, η χρονιά που τίμησε τα παντελόνια της

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ – ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρά

Aπό το μπλογκ terminalcaseofwhimsy.blogspot.gr

Aπό το μπλογκ terminalcaseofwhimsy.blogspot.gr

Εντάξει. Τα κουβεντιάσαμε και φάνηκε να ομονοούμε. Συνεννοηθήκαμε, υποτίθεται, πως στους ασφυκτικούς καιρούς των μνημονίων, ο σεξισμός και η ομοφοβία γνωρίζουν πρωτοφανή έξαρση. Ας το επαναλάβω, κι ας επαναληφθώ: στα συμφραζόμενα της κρίσης, οι κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις που προκαλεί το περιβόητο καθεστώς δημοσιονομικής έκτακτης ανάγκης δεν οδηγούν απλώς σε σκλήρυνση των έμφυλων ιεραρχιών. Συνοδεύονται και από την όλο και ευκρινέστερη διάχυση στη δημόσια σφαίρα ακραία σεξιστικών, ομοφοβικών και ρατσιστικών λόγων και πρακτικών. Σε πείσμα των συνήθων ιεραρχήσεων, οι νέες αυτές πραγματικότητες δεν συνιστούν ένα αδιάφορο υποκεφάλαιο, μια ανώδυνη λεπτομέρεια, της τρέχουσας πολιτικοοικονομικής συγκυρίας. Φωλιάζουν στον σκληρό της πυρήνα και, ενδεχομένως, εγγυώνται τη συνοχή του.

   Τα μιλήσαμε, λοιπόν. Αλλά τα συμφωνήσαμε; Καθώς ο καιρός περνά και η ατμόσφαιρα βαραίνει, πληθαίνουν και οι ενδείξεις ότι μία από τις επιπτώσεις της «κρίσης» –μία από τις επιπτώσεις της ή, μήπως, και έναν από τους υπόρρητους μηχανισμούς εδραίωσης και αναπαραγωγής της;– συνιστά και η σταδιακή επικράτηση ενός ιδιότυπου πολιτικού ιδιώματος βασισμένου στην πιο απροκάλυπτη ομοφοβία, στον πιο απενοχοποιημένο σεξισμό. Ασφαλώς και η γνησιότερη εκδοχή του επιθετικά «ανδρικού» αυτού ιδιώματος μπορεί εύκολα να διεκδικηθεί από τη Χρυσή Αυγή ή από πολιτικούς της συνομοταξίας του Φ. Κρανιδιώτη. Μην έχοντας, πάντως, φροντίσει να δημιουργήσει αποτελεσματικά αναχώματα, κανένας πολιτικός χώρος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι παραμένει ανέγγιχτος από τη μολυσματική του επίδραση. Δεν ήταν έτσι λίγοι εκείνοι που μέσα στο 2013 έσπευσαν να καυχηθούν για τα τιμημένα παντελόνια τους. Τα τίμησαν, λοιπόν, τα παντελόνια τους –κατά δήλωσή τους, τουλάχιστον– βουλευτές και δημοσιογράφοι, ηθοποιοί και αθλητικοί παράγοντες. Έφτασε να τα τιμήσει και ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.    

Άλφρεντ Γκόκελ, "Ο χορός του Ζορμπά"

Άλφρεντ Γκόκελ, «Ο χορός του Ζορμπά»

Εύκολο να προσληφθεί η βρακοφόρα αυτή επιδημία ως αναμενόμενη παρενέργεια της προϊούσας εξαχρείωσης της πολιτικής ζωής, του ευδιάκριτου πλέον εκφυλισμού της κοινοβουλευτικής κουλτούρας. Είναι, όμως, μόνον αυτό; Μήπως ταυτόχρονα έχουμε να κάνουμε με δημόσιους λόγους που αντλούν τη νομιμοποίησή τους από την υπόρρητη σύνδεσή τους με αρχαϊκές προϊδεάσεις και συγκαιρινούς φόβους για τους κινδύνους που συνεπάγεται η διασάλευση (και) της έμφυλης τάξης του κόσμου; Είναι βέβαιο ότι, σε συνθήκες ανασφάλειας και απόγνωσης, η προσφυγή σε κάποιες «προαιώνιες» σταθερές μπορεί και να λειτουργεί καθησυχαστικά. Γιατί, όσο κι αν μοιάζει παράδοξο, η υποταγή στις υποτιθέμενες επιταγές της «φύσης», με άλλα λόγια στο βιολογικό ή/και ανατομικό «πεπρωμένο», έχει και τις παρηγορητικές της πλευρές. Ας μην αποσυνδέσουμε, επομένως, το πολεμόχαρο αντριλίκι του δημόσιου πολιτικού λόγου από τη γενικότερη συντηρητική αναδίπλωση του τελευταίου καιρού. Ίσως έτσι μπορέσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε και ορισμένους από τους μηχανισμούς που επέτρεψαν στη Χρυσή Αυγή να εδραιωθεί τόσο αποτελεσματικά σε συγκεκριμένες κατηγορίες ψηφοφόρων – κατά κύριο λόγο ανδρών. Στα συμφραζόμενα αυτά, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η γενικευμένη πλέον αναφορά στην «ελληνική οικογένεια» ως αποκλειστικό –όσο και φαντασιακό– δικαιούχο της όποιας κρατικής μέριμνας. Την ίδια ώρα, παντοδύναμες αποδεικνύονται και οι τρέχουσες –αν και παμπάλαιες– εννοιολογήσεις της μητρότητας ως απαράβατου προορισμού των γυναικών, βιολογικού όσο και κοινωνικού. Τυχαία αντιμετωπίζουν σήμερα ορισμένες γυναικείες κινήσεις τον τοκετό ως το απόλυτο γυναικείο δικαίωμα;

   Πολυκαιρισμένες αγκυλώσεις  ενδύονται σύγχρονο μανδύα και  συνυφαίνονται με τους δημόσιους λόγους της κρίσης. Σκέφτομαι πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο –ή δεν είναι τόσο– η αορατότητα των νέων αυτών πραγματικοτήτων όσο η διαπίστωση της εσωτερικής τους συνάφειας. Ούτως ή άλλως, η συστηματική υπονόμευση της κληρονομιάς της μεταπολίτευσης συμπαρασέρνει κάμποσες δύσκολα κερδισμένες κοινωνικές ευαισθησίες, διευκολύνοντας, μεταξύ άλλων, το πέρασμα από την παραδοσιακή γελοιογράφηση του φεμινισμού στην απροκάλυπτη πλέον δαιμονοποίησή του.

   Την ίδια ώρα, δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε και τη σταδιακή αποπολιτικοποίηση σωρείας ζητημάτων που άπτονται των έμφυλων πτυχών της πολιτικής. Η περίπτωση του Α. Λοβέρδου εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο τον ισχυρισμό μου. Πόσο βάρυνε η αδιανόητη στάση του πρώην υπουργού Υγείας στην υπόθεση της διαπόμπευσης των οροθετικών γυναικών, όταν η ηγεσία της ΔΗΜΑΡ αποφάσιζε να τον ανακηρύξει προνομιακό συνομιλητή της; Και σε διαφορετική κλίμακα, πόσο μέτρησαν κάποιες μάλλον ακατάληπτες πλην όμως σαφώς ομοφοβικές δηλώσεις του βουλευτή Γ. Μιχελογιαννάκη στη διαδικασία ένταξής του στον ΣΥΡΙΖΑ;

   Τι εγγράφεται ως «πολιτικό» και τι όχι; Επιλέγω, ως ιδιαίτερα διαφωτιστικές, τις αντιδράσεις που προκάλεσε η ομιλία τής τότε υφυπουργού Φ. Σκοπούλη στην ειδική συνεδρίαση της βουλής με αφορμή την Ημέρα της Γυναίκας. Η πρότασή της να παραμένουν οι δημόσιες υπάλληλοι τρία χρόνια εκτός υπηρεσίας προκειμένου να αναθρέψουν («σε βιολογικό επίπεδο» [sic]) το παιδί τους σχολιάστηκε ως ανομολόγητη υποταγή στα κελεύσματα της Τρόικας. Παρέμειναν έτσι στο απυρόβλητο –ως μη άξιοι κριτικής– οι εξωφρενικοί συλλογισμοί στους οποίους βασίστηκε η «μνημονιακή» πρότασή της: η απόλυτη φυσικοποίηση των γυναικών, η υπαγωγή τους στη «βιολογία της γυναίκας μάνας», η συσχέτιση της γυναικείας απελευθέρωσης με την «κατάφωρη παραβίαση» της γυναικείας φύσης και τη «μείωση της σεξουαλικότητας απέναντι στο άλλο φύλο» που «δεν βοηθάει και στη διαιώνιση του είδους», η ενοχοποίηση των γυναικών που δεν ασχολούνται με το παιδί τους και «έτσι παραβιάζεται η φύση μας».          

   Ελπίζω να έγινε σαφές τι εννοώ ως αποπολιτικοποίηση των έμφυλων πτυχών της πολιτικής. Θα περιοριστώ έτσι σε μία ακόμη επισήμανση: οι αριστεροί «αντιμνημονιακοί» λόγοι δεν περιορίζονται στη διάκριση του –πολιτικά κρίσιμου– «μείζονος» από το –πολιτικά αδιάφορο, ενδεχομένως και επιζήμιο– «έλασσον». Γλιστρούν συχνά στο αβασάνιστο αναμάσημα εξαιρετικά προβληματικών κοινοτοπιών, προσβλέποντας, ενδεχομένως, στην ευρύτερη δυνατή απήχηση των λεγομένων τους. Ιστορικά, τα ζητήματα του φύλου δεν είναι από αυτά στα οποία η αριστερά διεκδικεί την αιρετική της στάση, έτοιμη να πάρει τα ρίσκα της. Χαρακτηριστικές είναι στο σημείο αυτό οι αναφορές στο δημογραφικό πρόβλημα. Θεωρώντας προφανές ότι τα μνημόνια βλάπτουν σοβαρά τις γεννήσεις, η αριστερά αναπαράγει συχνά τις πιο τετριμμένες απόψεις για την κρισιμότητα του «εθνοκτόνου» ζητήματος, αφήνοντας ασχολίαστες και τις νοσταλγικές αναφορές στο σχετικό Πόρισμα της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής του 1993. Έχουν, προφανώς, λησμονηθεί –ως ασήμαντες;– οι σφοδρές αντιδράσεις που είχαν τότε προκαλέσει οι διατυπώσεις του διακομματικού αυτού Πορίσματος για θέματα όπως η «λαθρομετανάστευση» ή οι νόμιμες εκτρώσεις.

   Στο κλίμα αυτό, δεν ξέρω πώς να σχολιάσω το γεγονός ότι, σύμφωνα με δημοσίευμα πρόσφατου τεύχους του περιοδικού Η Αγκαλιά του Συλλόγου Προστασίας Αγέννητου Παιδιού, ο ραδιοσταθμός «105,5 Στο Κόκκινο» συγκαταλέγεται στους χορηγούς επικοινωνίας του Κέντρου Φροντίδας Μητέρας και Παιδιού του συγκεκριμένου συλλόγου. Υποθέτω πως πρόκειται για άγνοια της ιστορίας του Συλλόγου Προστασίας Αγέννητου Παιδιού και του αγώνα του κατά του (νόμιμου) δικαιώματος των γυναικών στην έκτρωση. Κι έτσι να είναι, βρισκόμαστε και πάλι μπροστά στον ίδιο πανίσχυρο μηχανισμό αποπολιτικοποίησης των ζητημάτων που έχουν να κάνουν με τις έμφυλες διεκδικήσεις. Σε ευρωπαϊκό, πάντως, επίπεδο, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο μιας σκληρής πολιτικής σύγκρουσης, καθώς οι δυνάμεις που τα αντιμάχονται κέρδισαν ήδη μια πρώτη νίκη: το κάποτε φιλοπρόοδο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καταψήφισε προ ημερών με οριακή πλειοψηφία την Έκθεση Εστρέλα για τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα.  

   Θα μου αντιταχθεί, ενδεχομένως,  ότι μία τουλάχιστον φορά τη χρονιά που πέρασε ζήσαμε μια παθιασμένη δημόσια συζήτηση με θέμα το σεξισμό. Αφορμή η περιβόητη γελοιογραφία του Δ. Χαντζόπουλου στα Νέα. Εξαιρετικά εύγλωττη η συγκεκριμένη διαμάχη, έχει να μας διδάξει πολλά για τις κρατούσες εννοιολογήσεις του σεξισμού, αλλά και για τις σχεδόν αυτόματες συστρατεύσεις που συνεπάγονται οι διαφορετικές προσλήψεις του φεμινισμού. Για το σεξισμό ως πρόσχημα, για το φεμινισμό ως λογοκριτικό μηχανισμό, για τις φεμινίστριες ως ιέρειες της πολιτικής ορθότητας. Κυρίως, όμως, για μια πραγματικότητα βεβαιωμένη και από προηγούμενες ανάλογες αντιπαραθέσεις: ο σεξισμός αποκτά πολιτική ορατότητα μόνο στις περιπτώσεις που σχετίζεται με πρόσωπα και πολιτικές της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Τόσο για εκείνους που τον καταδικάζουν όσο και για εκείνους που τον διεκδικούν. Ενίοτε, δυστυχώς, και για εκείνες που τον υφίστανται.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s