Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο είναι αθώο. H Hellenic Postbank όμως;

Standard

 του Μιχάλη Νικολακάκη

 1-nikolakakis-aΈνα χέρι που τοποθετεί ένα νόμισμα σε ένα γουρουνάκι-κουμπαρά: αυτή ήταν η κυρίαρχη αναπαράσταση του Ταχυδρομικού Ταμιευτήριου για δεκαετίες. Τις τελευταίες μέρες όμως, το ΤΤ εμφανίστηκε ξανά στη δημόσια συζήτηση. Αυτή τη φορά ως αντικείμενο διαπλοκής και διαφθοράς, επιβεβαιώνοντας διαδεδομένες αντιλήψεις για την έκταση της διαφθοράς και επικυρώνοντας αντιπολιτικές απόψεις αναφορικά με τη «φυσική» και «αναπόφευκτη» ταύτιση συμφερόντων ανάμεσα στην πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας. Χωρίς να αρνούμαι τις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες που επενεργούν στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας, θεωρώ ότι η τύχη του θεσμού και οι σημερινές εξελίξεις δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές έξω από τις κυρίαρχες οικονομικές αντιλήψεις που επικράτησαν στην Ελλάδα την περίοδο των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, του εγχειρήματος του εκσυγχρονισμού και των παρεπομένων τους.

Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ξεκίνησε και λειτούργησε ως θεσμός  κεντρικά ενθαρρυνόμνης και κατευθυνόμενης λαϊκής αποταμίευσης. Ως γνωστόν, ιδρύεται το 1900 στην Κρητική Πολιτεία. Με την Ένωση της Κρήτης μεταφέρει την έδρα του στην Αθήνα και βιώνει τις χρυσές του μέρες την περίοδο ακριβώς πριν τη Μεγάλη Οικονομική Κρίση του ’30, που θα σημάνει τη λήξη της πολιτικής σταδιοδρομίας του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου ο θεσμός καλείται να συμβάλει στην υλοποίηση μεγάλων δημοσίων έργων όπως αυτά που υπάγονταν στο Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας, η Λίμνη του Μαραθώνα κλπ. Την περίοδο εκείνη ο θεσμός ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με το αίτημα του βενιζελικού αστικού εκσυγχρονισμού, δίνοντας απαντήσεις στα ζητήματα που προξενούσε η απουσία μεγάλων συγκεντρώσεων κεφαλαίου, απαραίτητων για την προώθηση μεγάλων έργων σε συνεργασία του κράτους με το ιδιωτικό κεφάλαιο. Το κράτος αναλάμβανε να ενθαρρύνει τη λαϊκή αποταμίευση και να τη διοχετεύσει στις κατευθύνσεις όπου οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της εποχής έκριναν σκόπιμο.

Η ιστορία του θεσμού ακολουθεί αντίστοιχη πορεία τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι δραστηριότητες του ΤΤ περιστρέφονται γύρω από τη δανειοδότηση δημοσίων έργων, καθώς και  την αντιμετώπιση του οξύτερου προβλήματος που αντιμετωπίζει η μεταπολεμική Ελλάδα: την παροχή στεγαστικής πίστης για την «θεραπεία» του οικιστικού προβλήματος. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Βρετανία: η κατασκευή της μνήμης

Standard

 του Νταν Τόντμαν

μετάφραση: Αγάπιος Λάνδος

 bp-ww1-posterΥπάρχει μια διάσταση μεταξύ του δημόσιου και του ακαδημαϊκού λόγου σχετικά με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η δημόσια εικόνα για το τι ήταν ο Πόλεμος (αίμα και λάσπη) και ποιος ο σκοπός του (μάταιος) έχει παραμείνει ακλόνητη τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Ωστόσο, εδώ και πολλά χρόνια –από τα τέλη της δεκαετίας του 1980– είχαμε μια εντυπωσιακή παραγωγή μελετών νέων επιστημόνων για τον Α΄ Παγκόσμιο, που εισήγαγε νέες οπτικές.

Το ρευστό και το ακίνητο. Η έρευνα στο τεράστιο αρχειακό υλικό για τον Πόλεμο –το οποίο παρέμεινε ανεκμετάλλευτο μέχρι πρόσφατα, παρά τα σχετικά βιβλία που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των εννέα δεκαετιών– έχει αναδείξει μια πολυδιάστατη άποψη για πολλές πτυχές του Πολέμου: για τις στρατιωτικές τακτικές, τις σχέσεις μεταξύ του πεδίου της μάχης και του «εσωτερικού μετώπου», την κινητοποίηση του πληθυσμού, το φαινόμενο του «πολεμικού ενθουσιασμό». Η έρευνα επίσης επισήμανε ότι οι προηγούμενες ακαδημαϊκές γενιές θεωρούσαν εσφαλμένα τη μεταπολεμική ρητορική ως τεκμήριο για τις πραγματικότητες του Πολέμου — λ.χ. σε θέματα όπως η σημασία του πολέμου για τις γυναίκες, η πεποίθηση ότι ο πόλεμος ήταν «μάταιος» και η φύση του πένθους:

* Η επί μακρόν επικρατούσα ιδέα ότι η συμβολή των γυναικών στον Πόλεμο τις έκανε να κερδίσουν το δικαίωμα ψήφου παραγνωρίζει τους αγώνες που έδωσαν οι σουφραζέτες προπολεμικά και αποκρύπτει την πολιτική επιλογή να δοθούν πολιτικά δικαιώματα στις μεγαλύτερες γυναίκες, σε μια προσπάθεια ανακοπής του ριζοσπαστισμού. Η ιδέα μπορεί να έτυχε ευρείας αποδοχής μετά το 1918, αλλά αυτό δεν συνιστά αποδεικτικό στοιχείο για το ότι ο πόλεμος αποτέλεσε ορόσημο — πολλώ δε μάλλον κάτι «καλό» για τις Βρετανίδες.

* Το πένθος εκατομμυρίων ανθρώπων καθώς και οι ακρωτηριασμοί πολλών από τους επιζώντες έκανε πολλούς Βρετανούς να αναρωτηθούν αν ο πόλεμος άξιζε αυτές τις θυσίες. Η απάντησή τους φαίνεται ότι συχνά ήταν καταφατική. Ήταν ένας πόλεμος με πλατιά λαϊκή υποστήριξη, και ίσως περισσότερο καθώς πλησίαζε στο τέλος παρά στο ξεκίνημά του. Μονάχα όταν είχαμε πια απομακρυνθεί κάπως από τον Πόλεμο, αλλά και λόγω της οικονομικής ύφεσης της δεκαετίας του 1920, η πίστη στη ματαιότητα του πολέμου άρχισε να κερδίσει ευρεία αποδοχή.

www-1* Η βρετανική εμπειρία του θανάτου φαίνεται διαφορετική αν την εντάξουμε σε μια ευρωπαϊκή προοπτική — και μάλιστα καθιστά σαφές ότι η Βρετανία βγήκε με σχετικά ελαφρές απώλειες από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Αυτό, βέβαια, δεν υποβαθμίζει την τραγωδία των νέων που χάθηκαν ούτε ακυρώνει τη θλίψη που συνέτριψε τους οικείους τους. Αλλά υποδηλώνει ότι ένα βασικό πρόβλημα για τη μεταπολεμική μνήμη δεν ήταν να θεραπεύσει το τραύμα του πένθους, αλλά να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε εκείνους που είχαν χάσει κοντινούς συγγενείς και εκείνους που δεν είχαν.

Αυτή η ακαδημαϊκή επανάσταση είχε ελάχιστη επίδραση στη συλλογική μνήμη. Η κυρίαρχη εκδοχή του πολέμου που ανακυκλώνεται στην τηλεόραση, σε κύρια άρθρα εφημερίδων και διαδικτυακά φόρουμ είναι σταθερή: Ο πόλεμος ήταν μάταιος, και όσον αφορά τον τρόπο που διεξήχθη και όσον αφορά το αποτέλεσμά του. Ήταν μια μοναδική φρίκη: μια βρετανική τραγωδία (τείνοντας να ξεχάσουμε όλα τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη). Μια γενιά χάθηκε. Ο καλύτερος μάρτυρας της εμπειρίας τους είναι το έργο των ποιητών του πολέμου. Ο πόλεμος άλλαξε τα πάντα.

Ο κακός πόλεμος. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνιστά πλήρη διαστρέβλωση των γεγονότων και των αντιλήψεων της περιόδου του Α΄ Παγκοσμίου· αποτελούν όμως μια επιλεκτική και μεροληπτική ανάγνωση. Αυτά τα σύμβολα και οι ερμηνείες μπορούν να αναχθούν σε πραγματικές εμπειρίες του πολέμου, και ήταν σίγουρα ισχυρά στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ωστόσο, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 άρχισαν να περιβάλλονται με το κύρος της αδιαμφισβήτητης αλήθειας. Έχουν καταστεί πλέον η «προεπιλεγμένη ρύθμιση» για κάθε δημόσια συζήτηση. Για τους Βρετανούς, ο Α΄ Παγκόσμιος είναι ο «κακός πόλεμος», σε αντίθεση με τον Β΄ Παγκόσμιο. Και εκπληρώνει την εν λόγω λειτουργία τόσο καλά, που οι μελέτες είναι ανίκανες να τον μετακινήσουν απ’ αυτή τη συμβολική του θέση. Το μάλλον μελαγχολικό συμπέρασμα –για μια κοινωνία που έχει εμμονή με τον πόλεμο, καθώς και με την ιστορία– είναι ότι μια βαθύτερη κατανόηση της ιστορίας της δεν τη βοηθάει να διαυγάσει τις πράξεις της σήμερα. Συνέχεια ανάγνωσης

Μύθοι και αλήθειες για τη μετανάστευση

Standard

 Το Παράρτημα Ελλάδας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ εξέδωσε μόλις το βιβλιαράκι Η μετανάστευση στην Ελλάδα: έντεκα μύθοι και περισσότερες αλήθειες. Γραμμένο από τον Βασίλη Παπαστεργίου και την Ελένη Τάκου, έχει διπλό στόχο: να αποδομήσει τεκμηριωμένα βασικούς μύθους, και να προτείνει μια ρεαλιστική και δίκαιη μεταναστευτική πολιτική, δηλαδή μια πραγματικά αριστερή πολιτική. Ζητήσαμε από τους συγγραφείς να μας παρουσιάσουν συνοπτικά μερικούς μύθους, μαζί με τις αλήθειες τους.  

του Βασίλη Παπαστεργίου και της Ελένης Τάκου

Φωτογραφία του Άγγελου Τζωρτζίνη

Φωτογραφία του Άγγελου Τζωρτζίνη

«Δεν χωράνε άλλοι»

Η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από την τρομοκρατία των αριθμών, καθώς η Ακροδεξιά ρίχνει στο τραπέζι εξωφρενικά νούμερα. Η Χρυσή Αυγή μιλά για 3.000.000 αλλοδαπούς, ενώ ανάλογοι ήταν και οι «υπολογισμοί» του ΛΑΟΣ.

Ποια είναι η αλήθεια; Η απογραφή του 2001 έδειξε ότι στην Ελλάδα ζούσαν 762.191 αλλοδαποί, κυρίως από την Αλβανία, οι οποίοι έσπευσαν να απογραφούν, θεωρώντας ότι έτσι θα εξασφάλιζαν ενδεχομένως έναν τίτλο παραμονής. Το 2009, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών και της Ελληνικής Αστυνομίας, ζούσαν 620.000 μετανάστες με νόμιμη άδεια διαμονής, 217.000 ομογενείς, 126.000 πολίτες χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 48.000 αιτούντες άσυλο. Δεν υπάρχει, βέβαια, δυνατότητα ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού των μεταναστών «χωρίς χαρτιά». Το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής υπολόγισε τον αριθμό τους, στις αρχές του 2008, μεταξύ 172.250 και 209.402, ενώ μεταγενέστερες εκτιμήσεις τον ανεβάζουν, με ανώτατο όριο τις 350.000. Η απογραφή του 2011 καταγράφει περίπου 900.000 μετανάστες. Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι πολλοί «χωρίς χαρτιά» δεν έχουν απογραφεί, είναι σαφές ότι η οικονομική κρίση συμπιέζει τον αριθμό των αλλοδαπών.

Ο αριθμός των αλλοδαπών στην Ελλάδα ως ποσοστό επί του γενικού πληθυσμού (8,5-11%) είναι πράγματι μεγαλύτερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, 6,5%) — γεγονός που οφείλεται και στο ότι η χώρα μας προχωρά με το σταγονόμετρο σε πολιτογραφήσεις, ακόμα και για ανθρώπους που ζουν και εργάζονται πολλά χρόνια εδώ. Συνέχεια ανάγνωσης

Με άλλο μάτι

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

 της Ιωάννας Μεϊτάνη

Φρίντα Κάλο, "Σπασμένη στήλη", 1944

Φρίντα Κάλο, «Σπασμένη στήλη», 1944

Το 2013 κυκλοφόρησε το βιβλιαράκι «Θέλω κι εγώ να μιλάω ελληνικά…». Ανθολόγιο κειμένων από τα Μαθήματα Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού για Γυναίκες Ομογενείς και Αλλοδαπές, σε επιλογή και επιμέλεια Άννας Μιχοπούλου, Λύκειον των Ελληνίδων, Τμήμα Ιστορικού Αρχείου. Το Λύκειο των Ελληνίδων οργανώνει μαθήματα ελληνικών για μετανάστριες από το 1998, με συνέπεια και με τη φιλική συνδρομή φίλων φιλολόγων, που αναλαμβάνουν τη διδασκαλία και τον συντονισμό των μαθημάτων. 2.573 μαθήτριες είχαν γραφτεί στο πρόγραμμα τη στιγμή της έκδοσης, περίπου 170 το χρόνο δηλαδή. Έπειτα από δεκαπέντε χρόνια λειτουργίας, αυτό το βιβλίο είναι ένα μικρό μόνο παράθυρο στην τεράστια δουλειά που γίνεται. Σε 45 σελίδες του θησαυρίζονται εκθέσεις των μαθητριών, οι οποίες προέρχονται από διάφορες χώρες και ηλικιακές ομάδες.

Δεν πρόκειται για τα συγκλονιστικά κείμενα, έχουν όμως μια πολύ ιδιαίτερη αξία: πέρα απ’ το ότι αποτυπώνουν την προσπάθεια και την όρεξη των μαθητριών να μάθουν ελληνικά, δείχνουν με τα μάτια τους τη μετανάστευση, τη δουλειά, τον ρατσισμό, την Ελλάδα, την Αθήνα. Τι περίμεναν και τι βρήκαν, πώς ένιωσαν, πώς το καταθέτουν. Τα κείμενα μας βοηθούν να αλλάξουμε την οπτική μας γωνία, να συνειδητοποιήσουμε πώς είναι τα πράγματα από μέσα. Δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία να διαβάζουμε κείμενα γραμμένα από μετανάστριες, από τις γυναίκες τις οποίες τόσο συχνά υπερασπιζόμαστε με κείμενα, δηλώσεις και εκδηλώσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Επικίνδυνοι πολίτες τότε και τώρα

Standard

Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας στα ελληνικά των «Επικίνδυνων πολιτών» 

 συνέντευξη της Νένης Πανουργιά

 nea neniΗ μελέτη της Νένης Πανουργιά Επικίνδυνοι πολίτες. Η ελληνική Αριστερά και η κρατική τρομοκρατία, που μόλις κυκλοφόρησε και στα ελληνικά (μετάφραση: Νεκτάριος Καλαϊτζής, εκδ. Καστανιώτης·είχε πρωτοκυκλοφορήσει στα αγγλικά το 2009, από τις Fordham University Press) είναι ένα βιβλίο με πολλαπλό ενδιαφέρον και σημασία: Σημασία επιστημονική (καθώς μελετάει, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της ιστορίας και της κοινωνικής ανθρωπολογίας ένα θέμα κομβικό για την ελληνική μεταπολεμική ιστορία), αλλά και πολιτική (καθώς το ερώτημα πώς το σύγχρονο κράτος κατασκευάζει τους εκάστοτε «επικίνδυνους πολίτες» επανακάμπτει απειλητικά στην Ελλάδα των αρχών του 21ου αιώνα). Για όλα αυτά μιλήσαμε με τη συγγραφέα Νένη Πανουργιά (New School for Social Research, Νέας Υόρκης), που βρέθηκε στην Αθήνα.

4-panourgia-a

Μακρόνησος, 1949.

 Τα «επικίνδυνα» άτομα είναι μια έννοια που εμφανίζεται στη Γαλλία με την ανάπτυξη των πρώτων ασύλων. Την έννοια την παίρνω από τον Φουκώ, που βλέπει να αποδίδεται επικινδυνότητα στους ανθρώπους με ψυχική ασθένεια, και δεν τους ονομάζει βέβαια πολίτες. Ο Φουκώ δεν περιγράφει μια εφήμερη κατάσταση ή σχέση (μεταξύ κράτους-ιατρικού κατεστημένου-ασθενών), αλλά δείχνει όλη τη δομή των μηχανισμών που εμπλέκονται και καλούνται να καθορίσουν τον ψυχικά ασθενή ως πρακτικά και δυνητικά επικίνδυνο. Στο βιβλίο βάζω την έννοια αυτή της επικινδυνότητας να συνομιλήσει με την έννοια του πολίτη, το ελληνικό κράτος, την Αριστερά.

Η έννοια, όπως έχει δείξει ο Νίκος Αλιβιζάτος, ανάγεται στο 1871, στον νόμο περί ληστείας, συγκροτείται όμως ως καταστατική κατηγορία του κράτους με το ιδιώνυμο, το 1929. Βέβαια, δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο· ας θυμηθούμε τη Γερμανία και την αντιμετώπιση των πρώτων συνδικαλιστών, των Σπαρτακιστών κλπ. Στην Ελλάδα, η διαρκής συγκρότηση του πολίτη ως επικίνδυνου είναι κάτι που ιδρύεται με το ιδιώνυμο και φτάνει μέχρι σήμερα.

  Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι η έννοια σταματάει το 1974 (ή το 1981), ή τουλάχιστον ότι έχουμε θεμελιώδεις διαφορές.

 Ασφαλώς υπάρχουν διαφορές. Το 1974 βέβαια είναι τομή, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν συνέχειες, στο επίπεδο της λογικής και των πρακτικών του κράτους.

Μετά το 1974, η εννοιολόγηση της Αριστεράς ως επικίνδυνης είναι διαφορετική, για προφανείς λόγους – με πρώτο τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Ωστόσο, η αντιμετώπιση της Αριστεράς, και μετά την πτώση της Χούντας δεν παύει να εμπεριέχει την παλιά αντίληψη γι’ αυτήν ως επικίνδυνο μέρος του κοινωνικού σώματος. Και, βέβαια, κάτι θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει μία ενιαία Αριστερά – όσο κι αν εμφανίζεται έτσι στην «κοινή γνώμη». Στο θέμα που συζητάμε, η ζώνη της επικινδυνότητας» δεν συμπεριλαμβάνει, λ.χ. το ΚΚΕ· στη δεδομένη συγκυρία περιλαμβάνει συλλήβδην τον ΣΥΡΙΖΑ, την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και τον χώρο πέραν αυτών, τον αντιεξουσιαστικό. Και υπάρχουν βέβαια «εξάρσεις» όπως τον Δεκέμβρη του 2008. Συνέχεια ανάγνωσης

Πέτρος Κουτσιαμπασάκος (1965-2014): Ένας γλυκός εργάτης της γραφής

Standard

του Κώστα Ζαφείρη

 6A-zafeirisΌταν η μπάντα άρχισε τις πρώτες νότες από το Πένθιμο Εμβατήριο στο Κοιμητήριο της Καισαριανής,  πριν από λίγες μέρες, ο βουβός πόνος όλων μας  έγινε ακόμα μεγαλύτερος. Είχαμε μαζευτεί για να αποχαιρετήσουμε τον Πέτρο Κουτσιαμπασάκο, φίλο μας και συγγραφέα, που απροσδόκητα έφυγε από κοντά μας στα 48 του χρόνια. Όταν καλείσαι να αναφερθείς  σε ένα τέτοιο γεγονός υπάρχει μια δυσκολία  που μοιάζει αξεπέραστη: Πώς να  ξεπεράσεις τα βιώματα και τις μνήμες μιας πολύχρονης στενής φιλίας και να μιλήσεις από κάποια απόσταση. Δεν θα το επιχειρήσω. Μπορώ όμως να γράψω δυο λόγια για κάτι που είχα την τύχη να ζήσω από κοντά: τον τρόπο που έγραφε ο Πέτρος Κουτσιαμπασάκος.

Ο Πέτρος έγραφε δύσκολα, λιτά, με μόχθο, με κόστος. Με κόστος προσωπικό, με την τρέχουσα έννοια. Είχε αρνηθεί εργασίες που θα του έδιναν περισσότερα χρήματα, για να διασφαλίσει το δικαίωμά του στο χρόνο για να γράφει. Ήθελε ο βιοπορισμός του να καλύπτει τα αναγκαία , αλλά να του αφήνει ανοιχτά τα παράθυρα στη μέρα του, την ώρα που θα  έπιανε το γράψιμο.  Έγραφε δύσκολα. Ξανάβλεπε, διόρθωνε, άλλαζε. Έκοβε παραγράφους, άλλαζε άλλες. Καρπός της δουλειάς του ίσως, του διορθωτή-επιμελητή κειμένων. Όμως πιστεύω, βαθύτερα, καρπός της ιδιοσυγκρασίας, των βιωμάτων, του χαρακτήρα του. Τίποτα δεν είχε βρει εύκολο ο Πέτρος στη ζωή του. Γι’ αυτό και η γραφή του ήταν δύσκολη, βασανιστική. Από την άλλη, γραφή στερεή μέσα στη λιτότητά της. Σαν τη Σκεπή (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004), αυτό το βαθιά διεισδυτικό διήγημα, με την εμβληματική εικόνα μιας στέγης που ξαναχτίζεται πέτρα την πέτρα. Ενταγμένο σε μια συλλογή  οχτώ διηγημάτων με κείμενα  που διακρίνονταν για την απλότητα, το κατασταλαγμένο ύφος, αλλά κυρίως για τη βαθιά ανθρωπιά τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Συμβάν, πολιτικό υποκείμενο και κράτος στον Μπαντιού

Standard

Ο Αλαίν Μπαντιού θα  βρεθεί στην Αθήνα και θα δώσει τρεις διαλέξεις:

1. Η πρόσληψη του Πλάτωνα στη σύγχρονη φιλοσοφία (Γαλλικό Ινστιτούτο, Πέμπτη 23.1., ώρα 18.30).

2. Ο Λακάν και η αντι-φιλοσοφία (αμφιθέατρο Δρακόπουλου, Πανεπιστημίου 30, Παρασκευή 24.1., ώρα 19.00).

3. Η πολιτική και η κρίση (Νομική Σχολή, Σάββατο 25.1., ώρα 19.00)

 του Δημήτρι Βεργέτη

 alain-badiouΤο «βελούδινο διαζύγιο» της πολιτικής από τη φιλοσοφία υπήρξε μια μάστιγα στην ιστορία του μαρξισμού, τροφοδοτούμενη από τον θρίαμβο του σταλινισμού και των ευπρεπισμένων μεταλλάξεών του. Ο Μπαντιού είναι ο στοχαστής που επανασυνέδεσε την πολιτική με τη φιλοσοφία, εισάγοντας στην πολιτική τη βαθμίδα του υποκειμένου, σε ρήξη με τον στρουκτουραλισμό και τις ιδεολογίες της συνείδησης. Η πρωτότυπη σύμπραξή τους μέσω του υποκειμένου επιτρέπει να χαρτογραφήσουμε ένα νέο, συμβαντικό χώρο επαναδιατύπωσης των πολιτικών χειραφέτησης. Το θρυλούμενο τέλος της πολιτικής, είτε ως κυνικό μοτίβο είτε ως μελαγχολία της απορρόφησης του πολιτικού στον διαχειριστικό πραγματισμό, αποδεικνύεται πλέον ατελέσφορος εξορκισμός στην αφύπνιση της ιστορίας και στην απρόβλεπτη ανάδυση της ρηξιγενούς τοπικής του συμβάντος, εκεί όπου η πραγματικότητα αδυνατεί να τιθασεύσει το πραγματικό των κοινωνικών συγκρούσεων.

 Στον Μπαντιού, όμως, το υποκείμενο δεν παραπέμπει σε κάποιο κοινωνιολογικό δεδομένο ή μια δομική συλλογικότητα, που θα προϋπήρχαν της πολιτικής, αλλά σε ένα ετερογενές και εύθραυστο μετασυμβαντικό μόρφωμα υπό διαρκή διάπλαση. Το υποκείμενο δεν προηγείται της πολιτικής, καθότι έπεται του συμβάντος. Η σχέση τους δεν είναι απριορικά ή τελεολογικά συναρθρώσιμη, αλλά αστάθμητη, γιατί το καθεστώς του συμβάντος αποκλίνει από την εμπειρική αμεσότητα του γεγονότος. Το υποκείμενο μορφοποιείται μέσα σε πολιτικές χειραφέτησης, που έχουν ως γενέθλιο λίκνο όχι την τοπική της παραγωγής και τις συστημικές αντιθέσεις της, αλλά μια τέτοια ρήξη της οποίας η εστία δεν είναι δομικά προδιαγεγραμμένη. Το συμβάν δεν συντελείται στο προδιαγεγραμμένο σημείο συμπύκνωσης προσημασμένων ταξικών αντιθέσεων. Συνέχεια ανάγνωσης