Το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός

Standard

του Γιάννη Σταφίδα

Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για το τι σημαίνουν, για τους κατοίκους της Κεφαλονιάς, τα χτυπήματα του Εγκέλαδου: φόβο, τρόμο, πόνο, ανατροπή της καθημερινότητας, απώλεια των κόπων μιας ζωής, καταστροφή. Τα λόγια των ανθρώπων, οι εικόνες κτιρίων και προσώπων μας το δείχνουν εύγλωττα. Και, συνάμα, οι σεισμοί, για τους Κεφαλονίτες αλλά και όλους εμάς τους «υπόλοιπους», μας θυμίζουν τι πραγματικά είναι σημαντικό στη ζωή: «καταρχάς, αυτή η ίδια η ζωή· αλλά και όσα τείνουμε να θεωρούμε αυτονόητα, όπως το να έχεις ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι και να μην είσαι έκθετος στη βροχή και το κρύο» (editorial του left.gr, 4.2.2014).

Έργο του Ρόι Λιχτενστάιν, 1979

Έργο του Ρόι Λιχτενστάιν, 1979

Για τον σεισμό αυτό καθαυτό δεν μπορεί να κάνει κανείς τίποτα: ούτε να τον αποτρέψει ούτε να προβεί σε αξιόπιστες προγνώσεις. Μπορεί ωστόσο, και πρέπει, να κάνει πολλά, πριν και μετά. Δεν μιλάω σε φιλοσοφικό και υπαρξιακό επίπεδο, για τις σοβαρές αναστοχαστικές διαδικασίες που μπορεί να ανακινήσει ένα τέτοιο σοκ. Μιλάω για ενέργειες πρόληψης, ελαχιστοποίησης των δεινών και αποκατάστασης. Μένω στο «μετά», μια που αυτή την περίοδο διανύουμε, και μένω σε τρεις λέξεις: κράτος, αλληλεγγύη, αυτοοργάνωση.

Ξεκινάω από το κράτος. Τέτοιες μέρες, και ο πιο ακραιφνής αντικρατικιστής γίνεται ένθερμος θιασώτης του κράτους, δεν μπορεί να αρνηθεί τη σημασία του. Ο ρόλος του είναι καθοριστικός, όχι μόνο για την «αποκατάσταση των υλικών ζημιών», μα κυρίως για να ξαναπάρει μπρος μια ολόκληρη κοινωνία, οικονομία, καθημερινότητα. Τέτοιες μέρες, καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα, πιο εύκολα από ό,τι ρίχνει τα κτίρια ο σεισμός, οι διάφορες «προφανείς» –και απολύτως κυνικές– ατομικιστικές αποφάνσεις. Ποιος μπορεί να πει, λ.χ, οι Κεφαλονίτες να βρουν τη λύση μόνοι τους, ότι είναι άξιοι της μοίρας τους ή γιατί να πληρώνουμε όλοι εμείς, αφού ούτε σπίτια έχουμε εκεί ούτε θα πάμε ίσως ποτέ κ.ο.κ; Τέτοιες «σοφίες» (που σε άλλες περιστάσεις ακούγονταν, λ.χ. «γιατί να πληρώνω ΕΡΤ αφού δεν έχω τηλεόραση») φαίνονται εδώ απλώς εξοργιστικές και ανόητες.

Το ζήτημα βέβαια δεν τελειώνει στη συμφωνία ότι το κράτος είναι απαραίτητο. Αντίθετα, από εκεί και πέρα ανοίγει, καθώς το θέμα, ακριβώς, είναι το τι κάνει (και τι δεν κάνει). Η ιστορία του τυφώνα Κατρίνα, το 2005, είναι πολύ διδακτική. Όχι μόνο για την υποχρηματοδότηση, την έλλειψη μέριμνας, την εγκατάλειψη των φραγμάτων από την κυβέρνηση Μπους, που γιγάντωσε την καταστροφή, αλλά γιατί στη συνέχεια το κράτος ουσιαστικά αποποιήθηκε τον ρόλο του: μοίρασε κουπόνια στους μαθητές για να πάνε σε ιδιωτικά σχολεία αντί να ξαναστήσει τα δημόσια, ανέθεσε σκανδαλωδώς έργα σε φίλους της κυβέρνησης, άφησε τα νοσοκομεία στη μοίρα τους, ενώ συνολικά είδε την καταστροφή σαν ευκαιρία για την «επανίδρυση» της περιοχής: για να διώξει φτωχούς και μαύρους, να άρει περιβαλλοντικούς περιορισμούς, να απελευθερώσει εργασιακές σχέσεις. Είναι σαφές, βέβαια, ότι όταν μιλάμε για κρατική παρέμβαση δεν εννοούμε κάτι τέτοιο.

Αν η μια λέξη-κλειδί είναι το κράτος, οι άλλες είναι η αλληλεγγύη και η αυτοοργάνωση. Είναι πολλοί οι λόγοι που χρειαζόμαστε εδώ την αλληλεγγύη. Θα πω επιγραμματικά τρεις.

Ο πρώτος είναι ότι, σε τέτοιες καταστάσεις, και το ένα ευρώ, η μία κουβέρτα, το οτιδήποτε δώσει ο καθένας, χρειάζεται και θα πιάσει τόπο.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι όταν το απροσδόκητο, ο πόνος και ο φόβος εισβάλλουν ξαφνικά στη ζωή μας, εκτός από το κεραμίδι και την κουβέρτα, είδη πρώτης ανάγκης, εξίσου, είναι η συμπαράσταση, το νοιάξιμο, η αίσθηση ότι υπάρχουν άλλοι, γνωστοί αλλά και άγνωστοι, που σε σκέφτονται, σου συμπαραστέκονται, και το δείχνουν.

Ο τρίτος δεν έχει να κάνει με τους Κεφαλονίτες, τις καταστροφές και τους σεισμοπαθείς. Έχει να κάνει με όλους εμάς, τους «άλλους». Γιατί σημαίνει πολλά, για μας και τη δική μας ζωή, το αν θα κάτσουμε απαθείς ή θα κινητοποιηθούμε. Το συνοψίζω με ένα παράδειγμα που διάβασα προχθές, το έγραφε ο Γιάννης Μπουρνούς στο facebook. Μετά τον σεισμό του 1999, η –μικροσκοπική τότε– νεολαία του Συνασπισμού πήγε στο Μενίδι και έστησε «τη σκηνή με το κόκκινο αλεξίπτωτο», ένα τεράστιο αντίσκηνο, όπου εθελοντές της Νεολαίας απασχολούσαν δημιουργικά σε ολοήμερη βάση τα παιδιά των σεισμόπληκτων, ώστε οι γονείς να μη χάνουν το μεροκάματο και ταυτόχρονα να δουλεύουν για να επιδιορθώσουν τα σπίτια τους. «Μια υπερπολύτιμη εμπειρία, που εκτός τη μικρή βοήθεια που προσέφερε στους κατοίκους, διαμόρφωσε τις συνειδήσεις πολλών από εμάς», καταλήγει.

Μαζί με την κρατική παρέμβαση και την αλληλεγγύη, η αυτοοργάνωση των κατοίκων είναι ένα πολύ κρίσιμο στοιχείο, ο μόνος εν τέλει εγγυητής· εξαιρετικά δύσκολη αλλά και εξαιρετικά αναγκαία σε τέτοιες συνθήκες, για να ξανανθίσει η ελπίδα, μετά τη δοκιμασία. Το παράδειγμα της Κατρίνα, και εδώ, μας λέει πολλά: η κινητοποίηση επιστημόνων και ακτιβιστών, σε συνεργασία με ομάδες κατοίκων, έδωσε καινοτόμες λύσεις, παρήγαγε ιδέες, άνοιξε δρόμους. Το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός δεν μπορεί να κλείσει αμέσως· μπορεί όμως να γεμίσει άνθη.

O Γιάννης Σταφίδας είναι μεσαιωνολόγος.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός

  1. Πίνγκμπακ: Το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός | Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσπείρωση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s