Ματαίωση και υποκρισία. Γιατί καταργείται η δημοτική ψήφος των μεταναστών;

Standard

του Ανδρέα Τάκη

2-andreas takisΛίγοι, φαίνεται, είχαν αντιληφθεί πως η διαβόητη περσινή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ματαιώθηκε ένα από τα σημαντικότερα βήματα εκδημοκρατισμού της κοινωνίας μας (η χορήγηση ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή πήγαν ελληνικό σχολειό), έκρινε αντισυνταγματική και την ψήφο, στις δημοτικές εκλογές, των μεταναστών που ζουν εδώ με μακρόχρονες άδειες παραμονής. Μόνο έτσι εξηγείται ότι πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες έσπευσαν να καταγγείλουν ως «αποκλεισμό» και «κοινωνική περιθωριοποίηση» των νομίμως διαμενόντων μεταναστών την πρωτοβουλία του Γ. Μιχελάκη να συμπεριλάβει στις αιφνιδιαστικές τροπολογίες που κατέθεσε, ενόψει των επερχομένων διπλών εκλογών, την ολοσχερή κατάργηση των σχετικών ρυθμίσεων του πολύπαθου Ν. 3838/2010.

Στην πραγματικότητα, ο αποκλεισμός έχει επέλθει με την έκδοση της επίμαχης δικαστικής απόφασης. Το σκεπτικό παρέπεμπε ρητά στην αντίστοιχη απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, την οποία εν πολλοίς κόπιαρε: στη δημοκρατία κάθε εκλογική διαδικασία που αποβλέπει στην ανάδειξη δημοσίων αρχόντων συνδέεται εξ ορισμού με τη λαϊκή κυριαρχία, άρα η εκεί συμμετοχή επιφυλάσσεται, επίσης εξ ορισμού, μόνον σε όσους ανήκουν στο ελληνικό πολιτικό σώμα: όσους διαθέτουν την ιδιότητα του έλληνα πολίτη.

Πολλά θα μπορούσε να καταμαρτυρήσει κανείς στην «πρωσική» αυτή αντίληψη, που κρύβει τον αυταρχισμό της πίσω από έναν μανδύα δημοκρατικοφάνειας. Παραβλέπει σκανδαλωδώς ότι το Σύνταγμά μας κάνει λόγο για το δικαίωμα του καθενός, άρα και των αλλοδαπών, να συμμετέχουν στη πολιτική ζωή της χώρας, καθώς και ότι, όπως φαρδιά-πλατιά γράφεται στα Πρακτικά (πρόκειται για λόγια των κ.κ. Βενιζέλου και Παυλόπουλου), η αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων για τους ΟΤΑ έγινε συνειδητά, μεταξύ άλλων, και για να καταστεί δυνατή η συμμετοχή αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές. Κυρίως όμως παρακάμπτει την ουσιώδη διαφορά μεταξύ λειτουργίας και διακυβευμάτων της δημοκρατίας σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, με αποτέλεσμα πρόσωπα που ζουν δεκαετίες ανάμεσά μας, συμμετέχοντας ενδεχομένως καθοριστικά στην τοπική κοινωνική ζωή να μην έχουν λόγο ακόμη και για στοιχειώδεις αποφάσεις που ορίζουν την καθημερινότητά τους, λ.χ. πού θα μπουν οι σκουπιδοτενεκέδες της γειτονιάς τους.

Αυτά όμως, καλώς κακώς, έχουν κριθεί «αμετάκλητα» από το ΣτΕ, όπως τονίζει το ΠΑΣΟΚ. Μήπως λοιπόν αδικείται ο υπουργός για την πρωτοβουλία του, που την εμφανίζει ως αυτονόητη και νομικά επιβεβλημένη; Μήπως αδικείται το ΠΑΣΟΚ του κ. Βενιζέλου, όταν σπεύδει κατά τα φαινόμενα να προεξοφλήσει την υπερψήφιση της τροπολογίας, προκειμένου «να διαφυλαχθεί η νομιμότητα» των εκλογών;

Ας είμαστε ξεκάθαροι. Το γεγονός ότι το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο —έστω και με μια, κατ’ εμέ, αυταρχικής έμπνευσης και εν τέλει νομικά εσφαλμένη απόφαση– έκρινε τις διατάξεις αντισυνταγματικές δίνει κάθε δικαίωμα στην κυβέρνηση να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα υλοποιήσει την κρίση αυτή. Βέβαια, μπορούμε να θυμηθούμε ότι πέρσι, υλοποιώντας την αντίστοιχη απόφαση για την ιθαγένεια, το Υπουργείο, αντί της κατάργησης των διατάξεων, επέλεξε το «πάγωμα» των διαδικασιών με απλή εγκύκλιο, και μάλιστα πριν τη δημοσίευση της απόφασης… Στην περίπτωση της μεταναστευτικής ψήφου, διέθετε μια ακόμη ευχερέστερη οδό. Με δεδομένο ότι μετανάστες και ομογενείς θα ψήφιζαν με βάση έναν ειδικό κατάλογο που συντάσσουν οι δήμοι και επικυρώνει προεκλογικά το Υπουργείο, θα μπορούσε απλώς να αρνηθεί την επικύρωση των σχετικών καταλόγων που τυχόν θα του απέστελλε κάποιος δήμος, αποκλείοντας έτσι κάθε ενδεχόμενο συμμετοχής μεταναστών, και μαζί κάθε ενδεχόμενο αμφισβήτησης του κύρους των εκλογών.

Η νομοθετική κατάργηση των διατάξεων είναι πρωτίστως πολιτική επιλογή, καθιστώντας έκδηλη την πολιτική αμηχανία του ασθενέστερου εταίρου της συγκυβέρνησης, που αδυνατεί να επιδράσει στοιχειωδώς στις πρωτοβουλίες του ισχυρού κυβερνητικού παρτενέρ. Μπορεί κανείς εύλογα να εικάσει ότι η ενέργεια του κ. Μιχελάκη αποτελεί ξεκάθαρο προσκλητήριο νεύμα προς το παραδοσιακό ακροατήριο της λαϊκής Δεξιάς, που φυλλορροεί προς τη Χρυσή Αυγή. Άλλωστε, ο βασικός κυβερνητικός εταίρος –παρά τις ευκαιριακές εκδηλώσεις σχετλιασμού του πρωθυπουργού και ορισμένων άλλων κυβερνητικών παραγόντων απέναντι στη νεοναζιστική ακροδεξιά– μας έχει αρκούντως αποδείξει, με τα διαβόητα περί «ανακατάληψης των πόλεων μας» ή τις απειλές εκδίωξης των «λαθρομεταναστών» νηπιακής ηλικίας από τους δημοτικούς σταθμούς, ότι δεν ορρωδεί να υιοθετήσει μια ατζέντα που χαϊδεύει ακροδεξιά ώτα, ιδίως ενόψει προσδοκώμενων εκλογικών οφελών. Από την άλλη, στο πικρό ερώτημα τι υποχρεώνει το ΠΑΣΟΚ να συρθεί πίσω από μια πρωτοβουλία που αποβλέπει τόσο πρόδηλα στον πανηγυρικό ενταφιασμό ενός νομοθετήματος συμβολικού της πολιτικής του προσήλωσης, σε παλαιότερες εποχές, στην υπόθεση της δημοκρατίας και της κοινωνικής προόδου, πολλοί θα επισήμαιναν την αγωνιώδη προσπάθεια της παρούσας ηγεσίας του να διατηρήσει, πάση θυσία, την απομειούμενη επιρροή της στις πολιτικές εξελίξεις.

Θα διακινδυνεύσω, τέλος, μια «συστημική» εξήγηση, που ανάγεται λιγότερο σε δεδηλωμένες θέσεις και προθέσεις, και περισσότερο σε μια πιθανή υπόγεια ανησυχία των παραδοσιακών παικτών του πολιτικού συστήματος, συνδεόμενη, εν τέλει, με την ιδιομορφία του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων στη χώρα μας. Έχουμε εθιστεί –με ευθύνη και της Αριστεράς που εκστασιαζόταν με τον συντηρητικό βαθύ οικολογικό «ακτιβισμό» του ΣτΕ– να τρέφουμε ένα ιδιότυπο δέος απέναντι στο ΣτΕ. Ξεχνάμε έτσι ότι δεν είναι συνταγματικό δικαστήριο, και κυρίως ότι το Σύνταγμα της Δημοκρατίας μας δεν είναι ό,τι αυτό πει σε μια απόφασή του. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι το ΣτΕ –σε αντίθεση με το όχι και τόσο δημοκρατικό πρότυπο που ενσαρκώνει το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο– δεν έχει την εξουσία ούτε να «δικάσει» αφηρημένα έναν νόμο, που έχει ψηφίσει το εκλεγμένο κοινοβούλιο, ούτε, ακόμη λιγότερο, να τον «ακυρώσει», αν τον κρίνει αντισυνταγματικό. Το Σύνταγμα του δίνει, όπως και σε κάθε άλλο δικαστήριο της χώρας, την εξουσία να μην τον εφαρμόσει όταν κρίνει το ατομικό αίτημα κάποιου προσώπου σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, εν προκειμένω το αίτημα ενός νομικού συνεργάτη της Χρυσής Αυγής να ακυρωθούν κάποιες εφαρμοστικές διοικητικές πράξεις της τότε ηγεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών που είχαν εκδοθεί με βάση τον επίμαχο νόμο. Γι’ αυτό και η απόφασή του περί αντισυνταγματικότητας δεν δεσμεύει νομικά τα άλλα δύο ανώτατα δικαστήρια, τον Άρειο Πάγο και το Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά ούτε τα κατώτερά του διοικητικά δικαστήρια, που μπορούν να κρίνουν διαφορετικά — άλλο αν δεν το πράττουν, φοβούμενα την κατ’ έφεση ή αναίρεση ανατροπή των αποφάσεών τους. Έτσι, ένας νόμος που έχει κριθεί αντισυνταγματικός εξακολουθεί να ισχύει κανονικά και, εφόσον υφίσταται η σχετική πολιτική βούληση της ηγεσίας της διοίκησης, να εφαρμόζεται πλήρως, καθώς οι πράξεις της, μέχρι να ακυρωθούν δικαστικά, θα έφεραν το τεκμήριο νομιμότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, μια κυβέρνηση, στηριζόμενη σε μια ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, θα μπορούσε να εμμείνει αποφασιστικά στην άποψή της για τη συνταγματικότητα ενός νόμου, αψηφώντας τη μεμονωμένη κρίση μιας επισφαλούς πλειοψηφίας του δικαστηρίου, αλλά αναλαμβάνοντας το ρίσκο να δει τις αποφάσεις να ακυρώνονται κατ’ επανάληψη δικαστικά, μετά από προσφυγές των πολιτικών της αντιπάλων. Η έγκαιρη κατάργηση των διατάξεων για τη δημοτική ψήφο των μεταναστών απομακρύνει το ενδεχόμενο μιας ενδοπολιτειακής εν τέλει αντιπαράθεσης με αφορμή το συγκεκριμένο νομοθέτημα, μεταθέτοντας το ζήτημα σε επίπεδο συνταγματικής αναθεώρησης, στο απώτερο μέλλον. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν αφενός τις μη καλυπτόμενες πλήρως από την παρούσα συνταγματική τάξη τάσεις του ΣτΕ και, αφετέρου, το σοβαρό ενδεχόμενο μιας ουσιώδους αναδιάταξης των πολιτικών δυνάμεων στο κοινοβούλιο στις προσεχείς εθνικές εκλογές, μια τέτοια αντιπαράθεση φαντάζει όλο και πιο πιθανή, αν όχι αναπόφευκτη.

Ο Ανδρέας Τάκης διδάσκει στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ.

3 σκέψεις σχετικά με το “Ματαίωση και υποκρισία. Γιατί καταργείται η δημοτική ψήφος των μεταναστών;

  1. Ενώ πάντα ξέρετε πόσο συμφωνώ με την πρωτοτυπία της σκέψης σας και με την οπτική γωνία, πόσω μάλλον σε αυτό το ζήτημα που στερεί από μια ομάδα συμπολιτών μας το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας, θα ήθελα να εστιάσω σε ένα διαφορετικό σημείο το πρόβλημα (μπορεί να το υπονοείτε, αλλά να μην το αντιλήφθηκα). Η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 Συντ περί υποχρέωσης του δικαστή να μην εφαρμόζει αντισυνταγματικό νόμο, ενώ κατοχυρώνει την ad hoc μη εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης στην επίδικη περίπτωση, όπως ορθά υποστηρίζετε, στην πράξη αναδεικνύει όλη την προβληματική γύρω από τη σύγχυση των εξουσιών. Η νομοθετική εξουσία συρόμενη από την εκτελεστική (αντί για το λογικά ανάποδο), αλληλοδιαπλέκεται με τη δικαστική και το άρθρο 93 παρ. 4 Συντ. συστέλλεται ή διαστέλλεται ανάλογα με τα γούστα της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Θα σας αναφέρω τρία παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων έχει εξελιχθεί σε μια ισορροπία τρόμου ανάμεσα στην εκτελεστική-πρωθυπουργοκεντρική (με το Κοινοβούλιο σε ρόλο επικυρωτικού οργάνου) και στη δικαστική εν είδει ιερατείου εξουσία.

    1) Όταν εκδίδεται απόφαση ανώτατου δικαστηρίου για αντισυνταγματικές περικοπές μισθών ή συντάξεων, ανεξαρτήτως από το εύλογο ή μη της απόφασης (π.χ. για ένστολους και δικαστικούς, κατά προφανή παραβίαση της αρχής της ισότητας, με εξωφρενική ένταξη των ενστόλων και των δικαστών στον «σκληρό πυρήνα» του κράτους και όλων των υπόλοιπων εξ αντιδιαστολής στη χαλαρή περιφέρεια, αυτό όμως είναι άλλη κουβέντα από την παρούσα, εξίσου μακροσκελής κι εξίσου επώδυνη) ή για αντισυνταγματική παράλειψη κατηγορίας εργαζομένων από ορισμένο επίδομα, ανερυθρίαστα ο εκάστοτε Υπουργός Οικονομικών με ύφος χιλίων καρδιναλίων απαντά «δε θα μου καθορίσει ένα δικαστήριο την οικονομική πολιτική της χώρας», ακυρώνοντας την ad hoc κατάτμηση της επίδικης διαφοράς και πετώντας τη διαπίστωση αντισυνταγματικότητας στην προκειμένη περίπτωση στον κάλαθο των αχρήστων.

    2) Όταν εκδίδεται απόφαση του ΣτΕ περί αντισυνταγματικότητας της επέκτασης δικαιώματος ψήφου στους επί μακρόν διαμένοντες μετανάστες η κυβέρνηση όχι μόνο εφαρμόζει την ad hoc πρόβλεψη (π.χ. ακύρωση δημοτικών ή κοινοτικών καταλόγων επί των οποίων προέκυψε το επίδικο ζήτημα), αλλά προχωρά σε νομοθετική ρύθμιση, γενική κι αφηρημένη, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της ratio της απόφασης του ΣτΕ με τα αυταρχικά, οπισθοδρομικά χαρακτηριστικά που τόσο εύστοχα περιγράψατε παραπάνω.

    3) Όταν εκδίδεται απόφαση ανώτατου δικαστηρίου για το λεγόμενο «χαράτσι» ως προς το αν είναι ή όχι μόνιμο ή περιστασιακό, ως προς το αν ο λογαριασμός της ΔΕΗ μπορεί να περιλαμβάνει μόνιμο ή περιστασιακό φόρο, ως προς το αν είναι συνταγματική ενόψει της αρχής της αναλογικής φορολογικής ισότητας η επιβάρυνση του άψυχου ακινήτου (χωρίς διάκριση ανάμεσα σε ακίνητο που παρέχει εισόδημα στον ιδιοκτήτη του ή όχι) αντί του φορέα ορισμένου εισοδήματος το δικαστήριο όχι απλώς ανατέμνει ad hoc τη διαφορά, αλλά σε ρόλο Ποντίου Πιλάτου για να ευλογήσει τα γένια της νομοθετικής-εκτελεστικής εξουσίας (δυο σώματα, μια φωνή) αλλά να δώσει κι ένα ξεροκόμματο δικαιοσύνης στην πλέμπα, αποφαίνεται εξωφρενικά ότι η επιβολή του «χαρατσιού» (ως φόρου οργανικά και λειτουργικά ενταγμένου στο DNA του λογαριασμού της ΔΕΗ) είναι συνταγματική, αλλά η προβλεπόμενη κύρωση (να κόβεται το ρεύμα σε όποιον δεν πλήρωσε) αντισυνταγματική. Στην έννομη τάξη είτε ένα μέτρο νομοθετικής πολιτικής είναι πρόσφορο, ανάλογο και αναγκαίο, όπως κρίθηκε για το χαράτσι και επέρχεται η επαπειλούμενη έννομη συνέπεια είτε δεν είναι συνταγματικό, οπότε συνάγεται ότι ούτε η έννομη συνέπεια θα επέλθει. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο υπερέβη τα εσκαμμένα, καθώς όχι απλώς ερμήνευσε το νόμο, αλλά τον άλλαξε χωρίς να περιβάλλεται με εγγυήσεις λαϊκής κυριαρχίας για να τα έχει με όλους (άρχοντες και αρχομένους) καλά.

    Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν το φόβο σας, ότι το ΣτΕ μετατρέπεται σε ένα οιονεί συνταγματικό δικαστήριο χωρίς το Σύνταγμα να του έχει αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία να κρίνει την έννομη τάξη εν όλω, παρά μόνο ad hoc ενόψει της επίδικης περίπτωσης. Πρόκειται για ξεκάθαρη κυριαρχία των δικαιοπολιτικών επιλογών (policies) έναντι των αρχών (principles), κάτι που ο Dworkin θα αποδοκίμαζε σφοδρά. Άλλο πράγμα η ηθικοπολιτική ανάγνωση της έννομης τάξης (όχι απλώς ευκταία, αλλά και απαραίτητη κι αναπόφευκτη) κι άλλο πράγμα το να υπονοείται μέσα από αοριστολογίες του τύπου «εθνικό», «γενικό» ή «δημόσιο» συμφέρον ότι η πολιτική έχει βγάλει εκτός παιχνιδιού την κανονιστικότητα του συνταγματικού κειμένου. Είναι σα να καλεί ο νόμος τη μητέρα του (πολιτική) στο σπίτι για να του πλύνει, να του μαγειρέψει, να τον εφοδιάσει με τρόφιμα και γενικά να του παράσχει τις απαιτούμενες φροντίδες και η μητέρα να τον διώχνει από το σπίτι.

    Συγγνώμη για το μακροσκελές της απάντησης, απλώς θεώρησα ότι ο νόμος Μιχελάκη μπορεί να γίνει η καλύτερη αφορμή για να ξαναπιάσουμε επιτέλους στα σοβαρά μια κουβέντα που θεωρείται αυτονόητη (και μάλιστα τελειωμένη υπόθεση, αφού έγκειται, όπως μεγαλόστομα ισχυρίζονται οι συνταγματολόγοι, στο σκληρό πυρήνα του Συντάγματος, των μη αναθεωρητέων διατάξεων, το άρθρο 26 περί διάκρισης των εξουσιών), το ζήτημα της διάκρισης των εξουσιών, γιατί η ποθητή αλληεπικάλυψη, η πίστη του κοινού αισθήματος στην αμεροληψία του δικαστή-δίκαιου Σολομώντα (όπως προ Μνημονίου του σοφού νομοθέτη-Σόλωνα) κινδυνεύει να κλονίσει συθέμελα το συνταγματικό οικοδόμημα…

    • Kύριε Αναγνωστόπουλε το άρθρο 95 παρ. 5 Συντ. αποτυπώνει και στο συνταγματικό κείμενο την αρχή του δεδικασμένου, από την οποία δεν καλύπτεται μόνο η δικαστική εξουσία αλλά και το σύνολο των οργάνων της πολιτείας. Ωστόσο, το δεδικασμένο είναι μια ad hoc δέσμευση (ταυτότητα διαδίκων, πραγματικών περιστατικών, επίδικης διαφοράς) και όχι μια γενική κι αφηρημένη επιταγή προς συμμόρφωση. Αν ανακύψει ξανά το ζήτημα και το ΣτΕ αποφανθεί διαφορετικά κρίνοντας αντισυνταγματικό το νέο νόμο που αποκλείει τους επί μακρόν διαμένοντες από τις δημοτικές εκλογές, θεωρείτε ότι θα πρέπει η εκτελεστική εξουσία να επαναφέρει το νόμο Ραγκούση;;; Αν ναι, τότε είναι σα να λέτε ότι νομοθετούν οι δικαστές και το Κοινοβούλιο επικυρώνει, αν όχι τότε είναι σα να αυτοαναιρείται η ανάγνωση του άρθρου 95 παρ. 5 Συντ. που κάνατε.
      Περιμένω την απάντησή σας!!! Καλή συνέχεια!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s