Αυτοδιοικητικές επιλογές: «Βάθος» ή επιφάνεια»;

Standard

Απάντηση στο άρθρο του Αντώνη Λιάκου στα «Ενθέματα», 9.2.2014

(η απάντηση του Αντώνη Λιάκου στο τέλος του ποστ)

του Χρήστου Σίμου

Χουάν Μιρό, "Τοπίο", 1924-25

Χουάν Μιρό, «Τοπίο», 1924-25

 Το άρθρο του Αντώνη Λιάκου στα προηγούμενα «Ενθέματα» («Αυτοδιοικητικές εκλογές: στο βάθος της εικόνας») ξεκινά με την υπόθεση ότι η «αντίληψη πως οι αυτοδιοικητικές εκλογές αποτελούν “δημοψήφισμα για την κυβέρνηση”» είναι λανθασμένη, καθώς οι περιφέρειες της χώρας «ζουν την κρίση διαφορετικά». Επιπλέον, υποστηρίζει ότι «ένα αριστερό κόμμα εξουσίας δεν λογοδοτεί στον εαυτό του», αλλά «στην κοινωνία που επιδιώκει την εμπιστοσύνη της». Και καταλήγει πως η «επιλογή υποψηφίων που υιοθετούν αντισημιτικές απόψεις ή ανέχονται τους νεοναζιστές» δεν βοηθά στο χτίσιμο δεσμών εμπιστοσύνης.

Είναι προφανές πως οι περιφέρειες της χώρας ζουν την κρίση διαφορετικά· αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ζουν την κρίση και τις επιπτώσεις του Μνημονίου. Είτε ζει κάποιος στην Κοζάνη είτε στην Τρίπολη είτε στις Κυκλάδες, τις επιπτώσεις των περικοπών στους μισθούς, τις συντάξεις και το κοινωνικό κράτος τις βιώνει με σχεδόν παρόμοιο τρόπο. Η νησιωτική Ελλάδα έχει διαφορετικού τύπου προβλήματα από την ηπειρωτική, όπως και η Αττική σε σχέση με την Πελοπόννησο (κάτι που ίσχυε βέβαια και πριν την κρίση), όμως η εφαρμοζόμενη πολιτική παραμένει η ίδια.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι όντως αναγκαία μια σύνθετη διαδικασία πολιτικοποίησης του ζητήματος των περιφερειακών εκλογών. Αυτή όμως δεν μπορεί να γίνει, πιστεύω, ερήμην του Μνημονίου, της πολιτικής που ασκείται τα τέσσερα τελευταία χρόνια σε ολόκληρη τη χώρα, με επιπτώσεις σε ολόκληρο το φάσμα της καθημερινότητας των ανθρώπων, στο επίπεδο της δημοκρατίας, της λειτουργίας των θεσμών κλπ. — εφόσον μάλιστα μιλάμε για ένα «αριστερό κόμμα εξουσίας», που επιδιώκει τομές και μεταρρυθμίσεις προς όφελος των πολλών.

Ακόμα, ο Α. Λιάκος προβαίνει σε ένα χαρακτηρισμό τόσο προβληματικό, που καθιστά το επιχείρημα περί «τοπικών ιδιαιτεροτήτων» εντελώς ανίσχυρο: ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζει η κρίση δύο πόλεις των ΗΠΑ, της ισχυρότερης οικονομίας του κόσμου, δεν έχει –και δεν μπορεί να έχει– σχέση με τον τρόπο που χτυπάει η κρίση τις περιφέρειες της Ελλάδας.

Υποστηρίζει, επίσης, πως «ένα αριστερό κόμμα εξουσίας δεν λογοδοτεί στον εαυτό του. Χρειάζεται δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά λογοδοτεί στην κοινωνία που επιδιώκει την εμπιστοσύνη της», αναφερόμενος προφανώς στην αποδοχή της υποψηφιότητας Καρυπίδη από την περιφερειακή επιτροπή Δ. Μακεδονίας του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, αν ισχύει το κριτήριο του σεβασμού στις τοπικές ιδιαιτερότητες, βασικές αρχές του κόμματος πρέπει να παραμεριστούν, καθώς η συγκεκριμένη υποψηφιότητα τύγχανε ευρύτερης αποδοχής από την τοπική κοινωνία. Η αναίρεση της υποψηφιότητας, με βάση τα κριτήρια του άρθρου, τίθεται εν αμφιβόλω: Σε ποια κοινωνία πρέπει να λογοδοτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ για τον Καρυπίδη: Στης Δυτικής Μακεδονίας; Σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία; Κι αν η υποψηφιότητα γίνει αποδεκτή; Εντέλει, από πού προκύπτει ότι η ελληνική κοινωνία δεν θα εμπιστευόταν a priori τον Θ. Καρυπίδη;

Κόμμα «νέου» τύπου. Από κει και πέρα, η θέση περί λογοδοσίας εισάγει, εμμέσως πλην σαφώς, μια διάκριση ανάμεσα στην Αριστερά που βρίσκεται απλώς στην αντιπολίτευση και την Αριστερά που επιδιώκει την κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, η λειτουργία των συλλογικών οργάνων περνάει σε δεύτερο πλάνο, από τη στιγμή που ένα κόμμα της Αριστεράς διεκδικεί τη διακυβέρνηση· τότε, το κύριο βάρος της λογοδοσίας περνάει στην κοινωνία. Η διάκριση αυτή μετατρέπει το κόμμα σε διφυή οργανισμό: από τη μια μεριά η ηγεσία, από την άλλη τα συλλογικά όργανα. Τα δεύτερα, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, δεν έχουν και πολύ μεγάλη σχέση με την κοινωνία. Τότε όμως πώς προκύπτει η ηγεσία του κόμματος;

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αν το κόμμα οφείλει να λογοδοτεί στην κοινωνία, τότε, στην πράξη, μπορεί να μη λογοδοτεί πουθενά, με αποτέλεσμα να παραμείνει έκθετο σε μια αντίληψη κυβερνητισμού, αντίληψη που η Αριστερά έχει πληρώσει πολύ ακριβά. Σε κάθε περίπτωση, η άποψη αυτή ανοίγει την πόρτα σε πρακτικές σαν αυτές που επέλεξε το ΠΑΣΟΚ πριν λίγα χρόνια, δηλαδή την εκλογή του επικεφαλής από τα μέλη και τους «φίλους» του κόμματος. Αν και φαίνονται δημοκρατικές και «ανοιχτές», τέτοιες πρακτικές καταργούν στην πράξη τη δημοκρατία και, οριακά, και την ίδια την έννοια του κόμματος, ως οργανισμό όπου η σχέση «βάσης»-«ηγεσίας» δεν είναι μονοσήμαντη.

 

Ο Α. Λιάκος ανταπαντά:

Δεν υποστηρίζω τις απόψεις που μου αποδίδει ο Χρ. Σίμος. Προφανώς πρόκειται για πολύ βιαστική ανάγνωση του σημειώματός μου. Αναφορικά με το ερώτημα σε ποιους λογοδοτεί ένα αριστερό κόμμα που δεν επιδιώκει απλώς να διαμορφώνει κριτικές συνειδήσεις αλλά να κυβερνήσει, το ζήτημα πράγματι είναι σύνθετο. Να θυμίσω μόνο πως αν η έννοια κόμμα σημαίνει το μέρος, η έννοια διακυβέρνηση αφορά το όλον, δηλαδή το σύνολο και σε ιστορική προοπτική. Η συνειδητοποίηση αυτής της εγγενούς αντινομίας μπορεί να προφυλάξει από ανυποψίαστες απλουστεύσεις.

Αντώνης Λιάκος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s