Η επιτυχία μιας κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αλλάξει την Ευρώπη

Standard

Mιλάει για τις ευρωεκλογές, την υποψηφιότητα Τσίπρα, την ευρωπαϊκή Αριστερά και σοσιαλδημοκρατία, τις προοπτικές της αριστερής κυβέρνησης

συνέντευξη του Χάρη Γολέμη, διευθυντή του Ινστιτούτου Νίκου Πουλαντζάς και επικεφαλής του ευρωπαϊκού δικτύου «transform

 4-golemis-aΟι επικείμενες ευρωεκλογές συζητιούνται προς το παρόν στην Ελλάδα ως ένα μεγάλο δημοψήφισμα εναντίον της κυβερνητικής πολιτικής. Θεωρείς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να τις αντιμετωπίσει μ’ αυτόν κυρίως τον τρόπο;

Προφανώς, αν στις ευρωεκλογές υπάρξει μια μεγάλη ήττα της ΝΔ (για το ΠΑΣΟΚ, όπως και αν μεταμφιεστεί, αυτό είναι βέβαιο), η συγκυβέρνηση δύσκολα θα αντέξει μέχρι το 2015, όταν αναγκαστικά θα γίνουν οι εθνικές εκλογές. Άλλωστε, οι ευτελείς σχεδιασμοί της τελευταίας στιγμής (ταυτόχρονη διεξαγωγή των ευρωεκλογών με τον δεύτερο γύρο των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών, καθιέρωση του σταυρού προτίμησης αντί της λίστας) μοναδικό στόχο έχουν να περιορίσουν κατά το δυνατόν αυτή την ήττα ή/και να αποκρύψουν τη σημασία της.

Παρά ταύτα, η αναγόρευση των επικείμενων εκλογών για το ευρωκοινοβούλιο αποκλειστικά σε «δημοψήφισμα» κατά της κυβέρνησης δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αφενός το θεωρώ αποπροσανατολιστικό: οι πολιτικές δυνάμεις που είναι κατά της κυβέρνησης δεν συνιστούν ενιαίο μέτωπο, ώστε οι ψήφοι που θα λάβουν να μπορούν να αθροιστούν σε ένα «όχι», όπως γίνεται στα δημοψηφίσματα. Είναι μεγάλες έως και χαώδεις οι διαφορές που χωρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ από τα άλλα αντιπολιτευόμενα κόμματα (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΔΗΜΑΡ, Πράσινοι, ΑΝΕΛ), διάφορες ευκαιριακές αντιευρωπαϊκές συσπειρώσεις (όπως το Σχέδιο Β΄ του Αλαβάνου, το ΕΠΑΜ του Καζάκη, τη Δραχμή των Πέντε Αστέρων του Κατσανέβα), και φυσικά από τη Χρυσή Αυγή — που δεν τη βάζω βέβαια στον ίδιο λογαριασμό. Αφετέρου, το θεωρώ μίζερο: οι ευρωεκλογές, στη σημερινή περίοδο (κατά την οποία οι σοσιαλδημοκράτες και οι συντηρητικοί έχουν σχεδόν ταυτόσημες θέσεις για μια νεοφιλελεύθερη έξοδο της Ε.Ε. από την κρίση και, ταυτόχρονα, αυξάνεται η δύναμη των «ευρωσκεπτικιστικών» κομμάτων της λαϊκιστικής δεξιάς, της ακροδεξιάς αλλά και του ναζισμού), έχουν και τη δική τους αυτόνομη σημασία.

Μαξ Μπέκμαν, «Η αρπαγή της Ευρώπης»

Η προεκλογική εκστρατεία του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει δηλαδή να αναφέρεται μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι στα ελληνικά προβλήματα;

Κάθε άλλο. Να σου πω μια ιστορία απ’ τα παλιά. Στο παρελθόν, οι διάφορες εκφράσεις της ανανεωτικής κομμουνιστικής και ευρύτερης Αριστερά, μόνες τους ή σε συμμαχικά σχήματα με ακτιβιστές των κινημάτων, στις ευρωεκλογές τόνιζαν κυρίως τα ευρωπαϊκά ζητήματα στις διάφορες διαστάσεις τους –θεσμικές, οικονομικές, κοινωνικές–, καταγγέλλοντας μάλιστα τις άλλες πολιτικές δυνάμεις ότι ασχολούνταν αποκλειστικά με τα εγχώρια ζητήματα, όπως πράγματι συνέβαινε. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ευρωεκλογές του 1989 το βασικό σύνθημα του εκσυγχρονιστικού, ευρωπαϊστικού ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη ήταν «Πρώτα η Ελλάδα»!

Αλλά επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι κράτος, ώστε η ψήφος στο ευρωκοινοβούλιο να επηρεάζει τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, ήταν σαν αυτή η Αριστερά να ζητούσε από τον κόσμο να φύγει από την άμεση πραγματικότητα, όπου ζούσε, και να μεταφερθεί σε ένα πεδίο αόριστο, όπως φάνταζε η Ευρώπη· αόριστο από πλευράς διεκδίκησης εξουσίας, διεκδίκησης δικαιωμάτων, κατακτήσεων κλπ. Γι’ αυτό, τα αποτελέσματά της, αν και αρκετά υψηλότερα από τα αντίστοιχα των εθνικών εκλογών, απείχαν πολύ από εκείνα του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ: τα συνθήματα, η διαπάλη της αναμέτρησης εντοπίζονταν στην Ελλάδα.

Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά: το ελληνικό με το ευρωπαϊκό επίπεδο είναι τόσο στενά δεμένα, ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κάνει μια προεκλογική εκστρατεία που να είναι ελληνική και ευρωπαϊκή μαζί. Παράλληλα, όλη η Ευρώπη είναι στραμμένη στην Ελλάδα, και ειδικότερα στο κόμμα μας, σε αυτά που λέει και σε αυτά που υπόσχεται ότι θα κάνει αν αναλάβει τη διακυβέρνηση. Σήμερα υπάρχει μια αρμονική συνύπαρξη εθνικού και ευρωπαϊκού, και υπ’ αυτή την έννοια η συγκυρία ευνοεί τον ΣΥΡΙΖΑ. Ελπίζω να την αξιοποιήσει όχι μόνο επικοινωνιακά, αλλά κυρίως πολιτικά.

 Θα έλεγα ότι η σύνδεση εθνικού-ευρωπαϊκού συμβολίζεται από την υποψηφιότητα Τσίπρα για την προεδρία του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Συμφωνείς;

Απολύτως. Γι’ αυτό, άλλωστε, πήρε αυτή την απόφαση το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), η οποία έχει γίνει αποδεκτή με μεγάλο ενθουσιασμό και ενδιαφέρον, όχι μόνο από τα κόμματα της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά και από κινήματα, συνδικάτα που παραδοσιακά συνδέονται με τη σοσιαλδημοκρατία, από απλούς πολίτες σε διάφορες χώρες, έχει απήχηση και στα «δεξιά» αλλά και στα «αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ. Γνωρίζοντας τα πράγματα από κοντά, σου λέω ότι η δυναμική που αναπτύσσει η συγκεκριμένη υποψηφιότητα σε όλη την Ευρώπη αυξάνεται μέρα με τη μέρα, ενισχύοντας την απήχηση των ριζοσπαστικών αριστερών κομμάτων ή/ και συνασπισμών πολιτών σε όλες σχεδόν τις χώρες, ακόμα και σ’ αυτές που κάτι τέτοιο φαινόταν αδιανόητο πριν λίγους μήνες. Η «λίστα Τσίπρα» στην Ιταλία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα αιτήματα στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ για να δώσει συνεντεύξεις στα ΜΜΕ όλου του
κόσμου και να μιλήσει εκδηλώσει παντού στην Ευρώπη είναι συνεχή, θα έλεγα καθημερινά. Ανεξάρτητα από την έκβαση της εκλογικής μάχης, για την οποία προσωπικά αισιοδοξώ, αυτό που ζούμε σήμερα στην Ευρώπη είναι μια μοναδική και ελπιδοφόρα εμπειρία.

Στο σημείο αυτό, όμως, επίτρεψέ μου να επανέλθω σ’ αυτό που προηγουμένως αποκάλεσα αυτόνομη σημασία της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης. Τον Μάιο, οι ψηφοφόροι σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. δεν καλούνται να ψηφίσουν μόνον εκείνους και εκείνες που θα εκπροσωπήσουν καλύτερα τα επιμέρους «εθνικά» τους συμφέροντα στο ευρωκοινοβούλιο, έστω και με τον ιδιαίτερο τρόπο που το κάνει αυτό κάθε εθνική πολιτική δύναμη. Η αναφορά των εθνικών ψηφοδελτίων (όσων το θέλουν, βέβαια) σε υποψήφιους των ευρωπαϊκών πολιτικών οικογενειών που θα διεκδικήσουν την ψήφο του ευρωκοινοβουλίου για την επιλογή του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «πολιτικοποιεί» συμβολικά τις ευρωεκλογές και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στις εκλογές αυτές, λοιπόν, η πολιτική σύγκρουση δεν θα είναι μόνο ελληνική, γερμανική, ιταλική ή σλοβένικη, αλλά και πανευρωπαϊκή: δεν θα αναμετρηθούν μεταξύ τους μόνο τα ελληνικά κόμματα ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΔΗΜΑΡ ή τα γερμανικά Die Linke (Η Aριστερά), SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας) και CDU (Χριστανοδημοκρατική Κίνηση). Η αντιπαράθεση θα γίνει και μεταξύ του Έλληνα Αλέξη Τσίπρα, υποψηφίου του ΚΕΑ, τον οποίο στηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ και το Die Linke, του Γερμανού Μάρτιν Σουλτς, υποψήφιου του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, τον οποίο στηρίζουν το SPD,αλλά και το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ και του (Λουξεμβούργιου) Κλοντ Γιούνκερ, υποψήφιου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, τον οποίο θα στηρίξει το CDU και η Ν.Δ. Πέρα από τα εθνικά, υπάρχουν και τα κοινωνικά συμφέροντα, και σ’ αυτά οι Σαμαράς και Βενιζέλος είναι με τον Γιούνκερ και τον Σουλτς, που δεν διαφέρουν και πολύ μεταξύ τους.

Τι σημαίνει η προοπτική μας αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα για την ευρωπαϊκή Αριστερά αλλά και για την ευρωπαϊκή «σοσιαλδημοκρατία», πώς την αντιμετωπίζουν;

Η ευρωπαϊκή πολιτική Αριστερά ελπίζει ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ή με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είναι ο προπομπός προοδευτικών εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και γενικότερα στην Ευρώπη. Βέβαια, έχει δικαιολογημένους φόβους για την επιβίωσή της με δεδομένες τις τρομακτικές πιέσεις που αναμένεται να μας ασκηθούν έσωθεν και έξωθεν και, σε μια τέτοια περίπτωση, δείχνει διατεθειμένη να σταθεί αλληλέγγυα στο εγχείρημά μας. Ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν, πρόεδρος του Αριστερού Μετώπου της Γαλλίας είπε, πρόσφατα, ότι μόλις σχηματιστεί η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να δημιουργηθούν σε όλες τις χώρες Επιτροπές Αλληλεγγύης στην Ελλάδα που θα έχουν, ταυτόχρονα, στόχο και την επανίδρυση της Ευρώπης. Την ίδια διάθεση ενεργού αλληλεγγύης δείχνει και η ευρωπαϊκή κοινωνική Αριστερά, δηλαδή τα κινήματα και τα συνδικάτα που, από την έναρξη της κρίσης μέχρι σήμερα, συμπαρίστανται γενναία στους φτωχούς και τους άστεγους της χώρας μας, αλλά και στους εξεγερμένους κατοίκους της Χαλκιδικής και τους καταληψίες της ΒΙΟΜΕ. Στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής Αριστεράς υπάρχει, βέβαια, και ένα υπαρκτό, αλλά μειοψηφικό, ρεύμα που θεωρεί ότι μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αποχωρήσει από την ευρωζώνη, τη διάλυση της οποίας (ορισμένοι λένε και της Ε.Ε.) θεωρεί επίσης αναγκαία προϋπόθεση για οποιαδήποτε προοδευτική εξέλιξη στην Ευρώπη.

Αυτό που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον είναι η στάση των ευρωπαϊκών συνδικάτων που έχουν παραδοσιακά στενή σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία. Αυτά τα συνδικάτα, λοιπόν, δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ΣΥΡΙΖΑ, η δε ηγεσία και τα υψηλόβαθμα στελέχη τους επιδιώκουν να έρθουν σε επαφή με τον πρόεδρο ή άλλα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο να γνωρίσουν τις θέσεις μας όχι μόνο για τα ελληνικά, αλλά και για τα ευρωπαϊκά ζητήματα. Το ίδιο ισχύει ακόμα και για την ηγεσία της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, μια εντελώς ασυνήθιστη εξέλιξη.

Αν και υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανά χώρα, τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στέκονται γενικώς αμήχανα μπροστά στην προοπτική μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Στο εσωτερικό τους υπάρχουν ομάδες που θεωρούν το κόμμα μας εξτρεμιστικό, αντιευρωπαϊκό και επικίνδυνο, και άλλες που, παρά το γεγονός ότι γνωρίζουν πως δεν είμαστε σοσιαλδημοκράτες (ο Τσίπρας το είπε καθαρά στη διάλεξη που έδωσε, πριν λίγους μήνες, στο αριστερό σοσιαλδημοκρατικό Ινστιτούτο Κράισκυ στη Βιέννη), θέλουν να συνομιλούν μαζί μας. Ας μην ξεχνάμε ότι το σκιάχτρο του διαρκώς απισχνούμενου ΠΑΣΟΚ πλανάται πάνω από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και γι’ αυτό δεν αποκλείεται κάποια αλλαγή πορείας ορισμένων κομμάτων που ανήκουν σ’ αυτήν, αλλά ακόμα και διασπάσεις, αποχωρήσεις και δημιουργία νέων σχημάτων. Συνοψίζοντας, θεωρώ ότι η ανάληψη της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν σημαίνει ότι τα σοσιαλδημοκρατικά ευρωπαϊκά κόμματα, είτε μετέχουν σε κυβερνήσεις είτε όχι, θα είναι εξ ορισμού εχθρικά απέναντί μας. Εν πάση περιπτώσει, εμείς οφείλουμε να εμποδίσουμε αυτό το ενδεχόμενο, χωρίς βέβαια εκπτώσεις από τις αξίες μας ή το πρόγραμμα μας.

 Μπροστά στις δυσκολίες έχουμε δει να αναπτύσσονται δύο στάσεις, από κομμάτια της ελληνικής Αριστεράς. Μία που λέει ότι εμείς θα πετύχουμε να επιβάλλουμε τους όρους μας (επειδή ξέρουμε να διαπραγματευόμαστε, επειδή θα έχουμε τον λαϊκό παράγοντα με το μέρος μας, επειδή οι νυν κυβερνώντες δεν έκαναν καμία διαπραγμάτευση) και μια άλλη που αναζητά τη λύση εκτός ευρώ και εκτός Ευρώπης. Πώς τις σχολιάζεις;

 Δεν θέλω να σχολιάσω την πρόταση για αναζήτηση λύσεων εκτός ευρώ και Ε.Ε. Ο Ελεφάντης, στις περιπτώσεις συνεχιζόμενων διαφωνιών, συνήθιζε να λέει «τους τα ’παμε, μας τα ’πανε, τους τα ξαναλέμε». Εμείς προχωρούμε προς τις ευρωεκλογές με τις θέσεις του συνεδρίου μας, που λένε ότι η έξοδος από την ευρωζώνη και την Ε.Ε. δεν είναι επιλογή μας. Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι να μη στέλνουμε στον κόσμο, ηθελημένα ή αθέλητα, αμφίσημα μηνύματα.

Σε σχέση με τη διαπραγμάτευση τώρα. Ναι, πιστεύω ότι οι κυβερνώντες ουσιαστικά δεν διαπραγματεύτηκαν, όταν η τρόικα τους παρέδιδε έτοιμα τα διάφορα «πακέτα διάσωσης». Αυτό συνέβη είτε επειδή συμφωνούσαν με τα μέτρα που περιέχονταν σ’ αυτά (ας μην ξεχνάμε όσα ανέφερα προηγουμένως για τις ευρωπαϊκές πολιτικές οικογένειες με τα κοινά προγράμματα και το κοινό σχέδιο για την Ευρώπη), είτε γιατί δεν ήταν διατεθειμένες, λόγω φόβου, να χρησιμοποιήσουν όλα τα «όπλα» που διέθετε, τα οποία ήταν υπαρκτά και ισχυρά, όπως έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ από την αρχή και παραδέχθηκε πρόσφατα η Μέρκελ, αναφερόμενη στον κίνδυνο που ενείχε, ιδιαίτερα το 2010, για την ίδια την Ε.Ε. μια ενδεχόμενη αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ.

Σύμφωνα με τις δεσμεύσεις μας λοιπόν, μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα διαπραγματευθεί τη δανειακή σύμβαση, επιδιώκοντας τη διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του χρέους και την αποπληρωμή του υπολοίπου με ρήτρα ανάπτυξης. Θεωρώντας, μάλιστα, ότι το χρέος είναι ευρωπαϊκό και όχι ελληνικό ζήτημα, θα προτείνει την πραγματοποίηση μιας Ευρωπαϊκής Διάσκεψης, ανάλογης με εκείνη που έγινε το 1953 στο Λονδίνο για τη ρύθμιση των γερμανικών χρεών.

Είναι βέβαιο ότι θα πετύχουμε τον στόχο μας; Δεν υπάρχουν βεβαιότητες σε μια διαπραγμάτευση στην οποία εμπλέκονται κράτη (που αποτελούν, όπως ξέρουμε, συμπύκνωση κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων) και διεθνείς οργανισμοί (που η γραφειοκρατία τους έχει μια σχετική αυτονομία). Εμείς, πάντως, οφείλουμε να κάνουμε το καθήκον μας: να επιλέξουμε μια ικανή διαπραγματευτική ομάδα, η οποία θα προετοιμαστεί κατάλληλα με τη βοήθεια όσων έχουν ειδικές γνώσεις, και που κατά τις συζητήσεις θα είναι σταθεροί στις βασικές θέσεις μας, αλλά και ευέλικτοι στα επιμέρους σημεία, όταν αυτό χρειάζεται. Ταυτόχρονα, πρέπει να ενισχύσουμε τις κοινωνικές και πολιτικές μας συμμαχίες, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας. Όσο καλύτερα τα κάνουμε όλα αυτά τόσο θα αυξάνονται οι πιθανότητες επιτυχίας της διαπραγμάτευσης και η μακροημέρευση της κυβέρνησής μας, ενώ ταυτόχρονα θα μπαίνουν οι βάσεις για μια αλλαγή στην Ευρώπη. Ζούμε μεγάλες στιγμές. Έχουμε την ιστορική ευθύνη να πετύχουμε τον στόχο μας.

Τη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s