Για το Κυπριακό ξανά

Standard

του Αριστείδη Μπαλτά

Η Λήδα και ο κύκνος, ψηφιδωτό της ρωμαϊκής εποχής, από το ιερό της Αφροδίτης, Πάφος.

 Το κείμενο που ακολουθεί είχε δημοσιευθεί στην Αυγή τον Απρίλιο του 2004, λίγες μέρες πριν τοποθετηθούν τελικά οι κυπριακές πολιτικές δυνάμεις και διενεργηθούν τα δημοψηφίσματα. Το παραθέτω ξανά, με ελάχιστες περικοπές, για να δείξω πόσο λίγο έχουν μεταβληθεί οι κύριες παράμετροι του Κυπριακού τη δεκαετία που πέρασε. Οι σημαντικότερες αλλαγές εντοπίζονται στο Υστερόγραφο.

 Οι πηγές του «Ναι» και του «Όχι»

Ενόψει του δημοψηφίσματος στην Κύπρο, οι πιέσεις αυξάνουν, τα πάθη οξύνονται, οι εκβιασμοί όλων των ειδών –πολιτικοί, ιδεολογικοί, ηθικοί, συναισθηματικοί– αναπτύσσονται, οι τόνοι ανεβαίνουν. Οφείλουμε, άρα, να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας και να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε νηφάλια το ακριβές διακύβευμα. Πάντα, βέβαια, από τη σκοπιά της Αριστεράς.

Στρατηγική. Μετά το χουντικό πραξικόπημα στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή, η πολιτική τόσο της κυπριακής όσο και της ελληνικής Αριστεράς αποσκοπούσε συστηματικά στη διεθνοποίηση του ζητήματος στο πλαίσιο του ΟΗΕ, θέτοντας ως στόχο την επανένωση της Κύπρου με τη μορφή δικοινοτικής και διζωνικής ομοσπονδίας. Υπό αυτούς τους  όρους, είχε επιτευχθεί η απομόνωση του καθεστώτος Ντενκτάς και είχε αποτραπεί η μετεξέλιξη της de facto διχοτόμησης σε de jure. Η εξυπηρέτηση αυτής της πολιτικής περνούσε από την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. με το σκεπτικό ότι, εκτός των άλλων, το νέο πλαίσιο θα επέτρεπε να αντιμετωπιστούν από καλύτερες θέσεις τα πολύ πραγματικά ελλείμματα κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, δηλαδή η ύπαρξη εγγυητριών δυνάμεων, αγγλικών βάσεων και τουρκικού στρατού κατοχής.

Δεσμεύσεις. Τα διαδοχικά σχέδια Ανάν έγιναν δεκτά ως βάση διαπραγμάτευσης γιατί αποδέχονταν τη δικοινοτική και διζωνική ομοσπονδία, προέβλεπαν τη σταδιακή απομάκρυνση του στρατού κατοχής και εξισορροπούσαν κάπως την κατάσταση (επιστροφή κάποιων εδαφών και σχετικά μεγάλου μέρους προσφύγων, απομάκρυνση μέρους των εποίκων κλπ.), στο πλαίσιο, βέβαια, του υπάρχοντος συσχετισμού δυνάμεων, πολιτικών, στρατιωτικών και γεωπολιτικών. Υπό τον δεδομένο συσχετισμό, κανένα σχέδιο εκπορευόμενο από τον ΟΗΕ δεν θα μπορούσε να θέσει ούτε ζήτημα εγγυητριών δυνάμεων ούτε ζήτημα αγγλικών βάσεων. Γι’ αυτό και κανένας από τους διαπραγματευτές δεν τα έθεσε. Άρα η κριτική του Σχεδίου Ανάν σε αυτά τα σημεία (η Κύπρος προτεκτοράτο και τα συναφή) μπορεί να συνιστά χρήσιμη ιδεολογική υπενθύμιση αλλά τίποτε περισσότερο. Αντίστοιχα, κάθε κριτική που αρνείται στους Τουρκοκυπρίους το καθεστώς συνιστώσας κοινότητας, ανάγοντάς τους σε μειονότητα εντός ενός «καλού» ελληνοκυπριακού κράτους, βρίσκεται εξ ορισμού εκτός πλαισίου ΟΗΕ και εκτός στρατηγικής της Αριστεράς. Έπεται πως υπό διαπραγμάτευση μπορούσαν να είναι μόνον τα «υπόλοιπα». Και είναι θέμα ικανότητας των διαπραγματευτών αν, ως προς αυτά τα «υπόλοιπά», η πλάστιγγα θα έγερνε προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Συμφέροντα. Τόσο το «Ναι» όσο και το «Όχι» του επικείμενου δημοψηφίσματος εκπορεύονται από πολλαπλές αφετηρίες. Για να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε, οφείλουμε να εντοπίσουμε ψύχραιμα τις υλικές βάσεις που συνιστούν αυτές τις αφετηρίες. Έτσι, η υλική βάση τόσο του «Ναι» της πλειοψηφίας των Τουρκοκυπρίων όσο και του «Όχι» της ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου είναι σκληρά προφανείς. Εξίσου προφανής είναι η υλική βάση τόσο του θορυβώδους «Όχι» του Ντενκτάς όσο και του υπόκωφου «Όχι» του στρατιωτικού κατεστημένου της Τουρκίας και των εκεί προσδεδεμένων πολιτικών δυνάμεων. Από την άλλη, το «Ναι» του Ερντογάν συνιστά για τον ίδιο μείζον πολιτικό στοίχημα: Αν επιτύχει την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε., προοπτική που υπόκειται σήμερα σε μια τουρκική υποχώρηση στο Κυπριακό, τότε ο ήπιος ισλαμισμός του υπηρετεί τις παρακαταθήκες του Κεμάλ συνεπέστερα από τον συνταγματικό εγγυητή τους, δηλαδή το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας και τους Τούρκους στρατηγούς. Ο δρόμος για τη δική του ηγεμονία έτσι ανοίγει. Αντίστοιχα, το «Ναι» των ΗΠΑ και της Ε.Ε. στηρίζει τον Ερντογάν απέναντι στους εσωτερικούς αντιπάλους του, γιατί βλέπει τον δικό του εξευρωπαϊσμένο ισλαμισμό ως ανάχωμα στην εξάπλωση του φονταμενταλισμού. Τα «Όχι» του ΚΚΕ, του Μανόλη Γλέζου και μερικών άλλων αριστερών δυνάμεων έχουν ιδεολογικές ρίζες που ανάγονται τόσο στη βαθιά αίσθηση αδικίας που δημιουργεί ένας συσχετισμός δυνάμεων που απορρέει από ήττα όσο και στην αντίθεση στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς συλλήβδην και αδιακρίτως. Τέλος, το διαφαινόμενο «Όχι» της πλειοψηφίας των Ελληνοκυπρίων εκπορεύεται τόσο από την ίδια αίσθηση ιστορικής αδικίας όσο και το γενικό ξεβόλεμα που μάλλον θα επιφέρει η εφαρμογή του σχεδίου Ανάν.

Δυναμική. Η Κύπρος αποτελεί τη μόνη χώρα της Ευρώπης όπου η Αριστερά, ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή, αποτελεί πλειοψηφική δύναμη. Το βάρος της επανένωσης αποτίθεται έτσι στους δικούς της ώμους, αποτελώντας ταυτόχρονα το πεδίο της ηγεμονίας της. Το δικό της «Ναι», είτε ηχηρό είτε εκ των πραγμάτων μετριασμένο, απηχεί την πεποίθηση ότι είναι σε θέση να εξασφαλίσει την διακοινοτική ενότητα των εργαζομένων και μια προοδευτική δυναμική που θα συμβάλει επιπλέον στην οικοδόμηση της Αριστεράς στην κλίμακα ολόκληρης της Ε.Ε.

Η επόμενη μέρα. Μετά το διαφαινόμενο «Όχι» των Ελληνοκυπρίων, η προοπτική ενοποίησης της Κύπρου, της επιστροφής προσφύγων και εδαφών και της απομάκρυνσης του στρατού κατοχής σίγουρα απομακρύνεται. Σε αυτή την προοπτική, το πιθανότερο ενδεχόμενο είναι η de jure διχοτόμηση ή, σε γλώσσα κοσμιότερη, το «βελούδινο διαζύγιο». Αυτό είναι το πραγματικό κόστος του «Όχι». Θα βοηθούσε όλους αν οι αριστεροί υποστηρικτές του άφηναν κατά μέρος τόσο τις ευχές όσο και τις ανέξοδες εθνικές ή αντιιμπεριαλιστικές κορώνες και παρουσίαζαν δημόσια τα έλλογα επιχειρήματά τους. Όσα και όπως υπάρχουν.

Απρίλιος 2004

 Υστερόγραφο: Δέκα χρόνια μετά

1. Τη δεκαετία που μεσολάβησε, η de facto διχοτόμηση εδραίωσε περισσότερο τους  πολύπλευρους παράγοντες που οδήγησαν στην απόρριψη του σχεδίου Ανάν, ενώ η συναφής ευθύνη επιρρίπτεται εξ αντικειμένου στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Αυτά καθιστούν την αφετηρία των διαπραγματεύσεων δυσμενέστερη και την ίδια τη διαπραγμάτευση γενικώς δυσχερέστερη. Επιπλέον, η οικονομική κρίση και τα Μνημόνια έχουν αποδυναμώσει Κύπρο και Ελλάδα, όχι μόνον οικονομικά αλλά και πολιτικά.

2. Σε αντίθεση με δέκα χρόνια πριν, το άστρο του Ερντογάν βρίσκεται σε καθοδική τροχιά. Το όνειρο της ηγεμονίας στην ισλαμική Μεσόγειο εξασθενεί, αν δεν ματαιώνεται, ενώ οι εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία αμφισβητούν όλο και περισσότερο την πολιτική πρωτοκαθεδρία του. Ο ίδιος καθίσταται έτσι περισσότερο επιρρεπής σε έξωθεν πιέσεις. Στην ίδια κατεύθυνση συντείνει η άνοδος του Ισραήλ στο προσκήνιο της περιοχής και οι εν εξελίξει τριβές του με την Τουρκία. Ταυτόχρονα, όμως, μια λύση καλύτερη για τον ίδιο από εκείνη που προέβλεπε το Σχέδιο Ανάν θα του προσθέσει διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στον μόνιμο αντίπαλό του, τους Τούρκους στρατηγούς και τις συγγενείς πολιτικές δυνάμεις. Ο Ερντογάν θα επιδιώξει μια «λύση» που θα μπορέσει να παρουσιάσει ως νίκη και έχει τα μέσα να πιέσει τον Έρογλου να πράξει το ίδιο.

3. Επισπεύδουσα δύναμη για τη διαπραγμάτευση είναι οι ΗΠΑ, ακολουθούμενες από την Ε.Ε. Η «λύση» του Κυπριακού καθίσταται επείγουσα τόσο προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα των ΑΟΖ, των υδρογονανθράκων και των αγωγών φυσικού αερίου όσο και ενόψει ευρύτερων γεωπολιτικών επιδιώξεων: όπως δείχνουν οι εξελίξεις στην Ουκρανία, η περιστολή της ρωσικής επιρροής έχει αρχίσει να αποτελεί σημαντικό διακύβευμα, ενώ θερμά επεισόδια της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε «Δύση» και «Ανατολή», με ενδιάμεσο τα πάθη και τους αγώνες των λαών δεν είναι έξω από την ημερήσια διάταξη.

4. Τα παραπάνω πιστοποιούν ότι σχεδόν όλα τα δεδομένα είναι σαφώς δυσμενέστερα για την ελληνοκυπριακή πλευρά από ό,τι δέκα χρόνια πριν. Εκτός των άλλων, στην εξουσία σήμερα βρίσκεται η Δεξιά, όχι η Αριστερά.

5. Αλλά ποια είναι η εναλλακτική προοπτική; Όσο δεν αλλάζουν άρδην τα δεδομένα (ενδεχόμενο πλήρως αόρατο υπό τους τρέχοντες συσχετισμούς), η συνέχιση της παρούσας κατάστασης θα εμπεδώνει διαρκώς την de facto διχοτόμηση, μέχρις αυτή να καταστεί de jure. Η de jure διχοτόμηση θα δημιουργήσει ένα τουρκοκυπριακό κράτος έτοιμο να προσαρτηθεί στη «μητέρα πατρίδα. Τα σύνορα της Τουρκίας θα διασχίζουν τότε απ’ άκρου εις άκρον ολόκληρο το νησί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε όλα τα επίπεδα.

6. Η ευθύνη των αποφάσεων στη δύσκολη διαπραγμάτευση δεν είναι δική μας. Η Κύπρος διαθέτει δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και ισχυρή Αριστερά. Δική μας ευθύνη είναι να χαμηλώσουμε τους τόνους, να απαρνηθούμε τις εθνικιστικές  ή αντιιμπεριαλιστικές κορόνες που ρίχνουμε ανέξοδα στις πλάτες άλλων και να κρατήσουμε ως γνώμονα τις θέσεις της κυπριακής Αριστεράς. Ας την εμπιστευθούμε, ας συμπαρασταθούμε ανεπιφύλακτα και ενεργά στους Κύπριους αριστερούς και ας αφήσουμε τους Κυπρίους να αποφασίσουν απερίσπαστοι για το μέλλον τους.

4 σκέψεις σχετικά με το “Για το Κυπριακό ξανά

  1. Επιεικώς απαράδεκτο το άρθρο…
    «…στην αντίθεση στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς συλλήβδην και αδιακρίτως.»
    Υπάρχουν δηλαδή και ιμπεριαλιστικοί σχεδιασμοί που πρέπει η Αριστερά να τους στηρίζει;;;

    «…ας αφήσουμε τους Κυπρίους να αποφασίσουν απερίσπαστοι για το μέλλον τους.»
    Για να καταλάβω… η ελληνική Αριστερά είναι αυτή που δεν αφήνει τους Κύπριους να αποφασίσουν απερίσπαστοι;;;
    Με τις αμερικάνικες και ευρωπαϊκές ΜΚΟ που χρηματοδοτούνταν με εκατομμύρια δολάρια και ευρώ και είχαν αναλάβει την προπαγάνδιση του ΝΑΙ το 2004 κανένα πρόβλημα…

  2. Πίνγκμπακ: Ο πρέσβης, το Κυπριακό και η αριστερή κουλτούρα | Red NoteBook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s