Eλλάδα, κλιματική αλλαγή και ενέργεια: Ποια είναι η αριστερή πρόταση;

Standard
Kαρλ Σμιντ-Ρότλουφ, «Σπίτια τη νύχτα», 1912

Kαρλ Σμιντ-Ρότλουφ, «Σπίτια τη νύχτα», 1912

 του Γιώργη Βουγιουκαλάκη

Με αφορμή ένα άρθρο της Νατάσσας Ρωμανού («Ενθέματα», 24.11.2013: wp.me/sT5Wh-romanou), και με στόχο τη συμβολή στην «επαναθεμελίωση και επαναπροσδιορισμό του νοήματος του σοσιαλισμού», καθώς και την «επαν-οριοθέτηση της Αριστεράς σε κοινωνικοκεντρικό άξονα», όπως πολύ εύστοχα διατυπώνεται από τον Γιάννη Δραγασάκη στις «Αναγνώσεις» του ίδιου φύλλου της Αυγής (goo.gl/U4jJ8t), διατυπώνω ορισμένες σκέψεις, προβληματισμούς και αντιρρήσεις για ζητήματα που θέτει η σ. Ρωμανού.

Η ενέργεια είναι ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα, προκειμένου η Αριστερά να επαναθεμελιώσει και να επαναπροσδιορίσει τον σοσιαλισμό. Θέτω λοιπόν, κατ’ ανάγκην λακωνικά, τα κύρια ζητήματα:

1. Η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων δεν θέτει σε κίνδυνο «τη ζωή πάνω στη Γη». Η θεώρηση αυτή είναι ακραία ανθρωποκεντρική, ταυτίζοντας τη ζωή με την επιβίωση του ανθρώπου. Γεωλόγοι και παλαιοντολόγοι ξέρουν καλά ότι ο πλανήτης έχει γνωρίσει, στα 2 δισ. χρόνια της έμβιας ζωής του, πλήθος «κλιματικές αλλαγές» (που δεν οφείλονταν βέβαια στη δράση του ανθρώπου, που δεν υπήρχε). Αλλαγές πολύ πιο δραματικές από τις διαφαινόμενες σήμερα λόγω της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής, που τροποποίησαν ριζικά τον χάρτη των έμβιων όντων (π.χ. δεινόσαυροι), δεν εξαφάνισαν όμως τη ζωή. Το ζήτημα δεν είναι ακαδημαϊκό: αφορά την προοδευτική ή μη θεώρηση του οργανισμού «πλανήτης Γη».

Αυτή η θεώρηση βοηθά την Αριστερά να ξεφύγει από τελεολογικές, ανθρωποκεντρικές, συντηρητικές θεωρήσεις, να δει το πραγματικό μέγεθος και ρόλο του ανθρώπινου είδους σε σχέση με τον μητρικό οργανισμό-ξενιστή του, τον πλανήτη Γη, διαμορφώνοντας αντίστοιχες πολιτικές ανάπτυξης, σε σχέση με το περιβάλλον.

2. Δεύτερο ζήτημα, που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η καταστροφολογική προσέγγιση των αλλαγών από την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή. Ελλοχεύει εδώ μια ιδεολογική θεώρηση, σε αντίθεση με τη διαλεκτική προσέγγιση των βαθμιαίων μεταβολών και αλληλεπιδράσεων. Παραβλέπεται η «αυτορρυθμιστική» δυναμική του πλανήτη Γη, ο οποίος διατήρησε και εξέλιξε τη ζωή ως κυρίαρχο συστατικό του, για δισεκατομμύρια χρόνια.

Πολλές φορές, η υπεραπλούστευση αυτή γίνεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, με τη λογική ότι η προβολή των «αμετάκλητων» καταστροφών συντελεί στην «αφύπνιση» της κοινωνίας. Είναι, πιστεύω, μια απολύτως συντηρητική προσέγγιση, στο πλαίσιο της λογικής «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

3. Τρίτο σημαντικό ζήτημα, που θέλω να θέσω για το άρθρο της σ. Ρωμανού, είναι η ανάγνωση και ερμηνεία των στοιχείων, και η άμεση πολιτική πρόταση που απορρέει.

Όπως παρουσιάζονται τα στοιχεία, δημιουργείται η εντύπωση πως η Ελλάδα έχει σημαντική ευθύνη για το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Χωρίς καμία διάθεση να υπερασπιστώ τη σημερινή ενεργειακή πολιτική της χώρας, αυτό δεν είναι ακριβές. Η Ελλάδα είναι 39η παγκοσμίως στην παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα από ορυκτά καύσιμα και μεγάλες βιομηχανίες (κυρίως τσιμεντοβιομηχανίες), παράγοντας το 0,3% της παγκόσμιας παραγωγής (2010). Βρίσκεται περίπου στην ίδια θέση με τη Νιγηρία και τη Ρουμανία, ενώ σημαντικά πιο ψηλά βρίσκονται η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Αλγερία. Στην Ευρώπη, η Ελλάδα είναι 7η ή 8η (με πρώτη τη Γερμανία). Στην κατά κεφαλήν παραγωγή διοξειδίου, είναι 41η παγκοσμίως, ενώ στην Ευρώπη βρίσκεται περίπου στην ίδια θέση με τη Γερμανία.

Κίνα και ΗΠΑ παράγουν περίπου το 43% του διοξειδίου του άνθρακα (23,5% και 18,3% αντίστοιχα), ενώ μαζί με άλλες τέσσερις χώρες (Ινδία και Ρωσία από 6%, Ιαπωνία 4%, Γερμανία 2,6%) καταλαμβάνουν το 60% της παγκόσμιας παραγωγής. Ας κάνουμε τη σύγκριση με το 0,3% της Ελλάδας, για να εκτιμήσουμε ως Αριστερά τις ενέργειες που μας αντιστοιχούν για τη «σωτηρία» του πλανήτη.

Η υψηλή θέση της Ελλάδας, σε σχέση με το επίπεδο ανάπτυξης και τη βιομηχανία της, οφείλεται στην εκτεταμένη χρήση λιγνίτη, του μόνου διαθέσιμου εγχώριου ορυκτού πόρου: με καύση λιγνίτη παράγεται περίπου το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.

Συμφωνώ απολύτως ότι, καθώς το κυρίαρχο στην Αριστερά είναι οι αξίες, οι ιδέες και τα οράματά της, μια αριστερή κυβέρνηση πρέπει να παίρνει μέτρα που λειτουργούν παιδευτικά για την κοινωνία και τη διεθνή κοινότητα, δείχνοντας έμπρακτα ότι κατανοεί τον ρόλο της ως τμήμα του οργανισμού Γη. Δεν μπορεί όμως να θέσει τους άμεσους στόχους που προτείνει η σ. Ρωμανού (κατάργηση ορυκτών καυσίμων σε μια δεκαετία), γιατί ή θα φανεί ασυνεπής ή θα αυτοκτονήσει ενεργειακά.

Καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να θέσει τέτοιους στόχους, ειδικά στην Ελλάδα της ανθρωπιστικής κρίσης. Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα το 2012 ήταν 50.289 γιγαβατώρες, έπεσε δηλαδή στα επίπεδα του 2004. Η συμβολή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας έφτασε μόλις στο 6,2% (ποσοστό μάλιστα αυξημένο κατά 23% σε σχέση με το 2011, λόγω των νέων φωτοβολταϊκών). Τα αιολικά και φωτοβολταϊκά όμως, πέραν των περιβαλλοντικών προβλημάτων χρήσεων γης που θέτουν, αντιμετωπίζουν έναν καθοριστικό περιορισμό: τη μη συνεχή παραγωγή ενέργειας και την απουσία τεχνολογίας αποθήκευσης και διαχείρισης μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας. Η μόνη λειτουργική τεχνολογία αποθήκευσης (μετατροπή σε υδροηλεκτρική ενέργεια) έχει περιορισμένες δυνατότητες εφαρμογής στην Ελλάδα, λόγω απουσίας των αναγκαίων υδάτινων όγκων. Άλλες τεχνολογίες αιχμής για την αποθήκευση (αποδοτικές μπαταρίες, τήξη κοιτασμάτων ορυκτών αλάτων κ.ά.) δεν αναμένεται να αποτελέσουν αξιόπιστες λειτουργικές λύσεις, τα επόμενα χρόνια. Μ’ αυτά τα δεδομένα, ο στόχος της κατάργησης των ορυκτών καυσίμων σε μία δεκαετία είναι ανέφικτος. Με την πιο αισιόδοξη πρόβλεψη, και με αριστερή πολιτική, οι ΑΠΕ στο τέλος της επόμενης δεκαετίας δεν θα καλύπτουν πάνω από το 30% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει η Ελλάδα της κρίσης.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συνθέσει λύσεις που να μεγιστοποιούν τη χρήση ΑΠΕ (υδροηλεκτρικά, γεωθερμία, αιολικά, φωτοβολταϊκά) και να ελαχιστοποιούν τη χρήση ορυκτών καυσίμων. Να ελαχιστοποιούν τη ρύπανση από την παραγωγή αερίων θερμοκηπίου στις μονάδες καύσης λιγνίτη, με τον εκσυγχρονισμό τους και τη χρήση φιλικών περιβαλλοντικά τεχνολογιών. Να ελαχιστοποιούν την παραγωγή αερίων θερμοκηπίου στις μεταφορές (παράγουν περίπου το 26% του συνολικού όγκου), με την εκτεταμένη χρήση του τραίνου και μέσων μαζικής μεταφοράς αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, με μείωση των ορίων ταχύτητας των Ι.Χ., οδική υποδομή κ.ά. Να ελαχιστοποιούν τη ρύπανση από την καύση ορυκτών καυσίμων για τη θέρμανση (σήμερα παράγει το 9% του διοξειδίου), με τη χρήση της γεωθερμίας και αντλιών θερμότητας.

 Επίσης, μια αριστερή πολιτική πρέπει να συμπεριλάβει την πρόληψη και άμεση αντιμετώπιση των πυρκαγιών, που επιβαρύνουν σημαντικά την παραγωγή αερίων θερμοκηπίου, και τη συστηματική αναδάσωση, καθώς το δάσος απορροφά μεγάλα ποσοστά διοξειδίου του άνθρακα.

Κυρίως, όμως, μια αριστερή πολιτική προϋποθέτει ενεργούς πολίτες με ριζικά διαφορετική κοινωνική-καταναλωτική συμπεριφορά, ριζικά διαφορετική αντίληψη αξιών ζωής, χωρίς την αξία του χρήματος, ενώ ο ανταγωνισμός θα έχει αντικατασταθεί με την αλληλεγγύη και τη συνεργατικότητα. Αξίες στις οποίες ο σεβασμός απέναντι στη μητέρα Γη θα ξεφεύγει από τη στενά ωφελιμιστική ανθρωποκεντρική αντίληψη, προσεγγίζοντας με νέα οπτική την «πρωτόγονη κομμουνιστική» αντίληψη της «μάμα πάτσα» των «κατά φύσιν» κοινωνιών των Ινδιάνων.

 

Ο δρ Γιώργης Βουγιουκαλάκης είναι ηφαιστειολόγος, ερευνητής στο Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s