Το ποτάμι… της Κεντροαριστεράς

Standard

του Γιώργου Παπανάγνου

A. Schück, "Aγόρια στο ποτάμι"

A. Schück, «Aγόρια στο ποτάμι»

Από το ΠΑΣΟΚ και τους «58» στην «Ελιά» και τον Τρίτο Πόλο της ΔΗΜΑΡ, και πιο πρόσφατα στο «Ποτάμι». Με τη σταθερή αρωγή των «σοβαρών» δημοσιογράφων, οι εναγώνιες προσπάθειες δημιουργίας αυτού που στην Ελλάδα κάποιοι κατανοούν ως Κεντροαριστερά αυξάνονται και πληθύνονται. Τι είναι όμως η Κεντροαριστερά; Τι σηματοδοτεί όλη αυτή η κινητικότητα ως πολιτικό φαινόμενο και ποια η δυναμική της;

Παρά τη γενικότερη σύγχυση και τις διαφορές που παρατηρεί κανείς από φορέα σε φορέα, φαίνεται ότι αυτά που δυνητικά τους ενώνουν είναι τα εξής: 1. Διασφάλιση της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας (ευρώ). 2. Στρατηγική ήπιων διαπραγματεύσεων με τους δανειστές/εταίρους μας. 3. Αποφυγή «λαϊκίστικων» θέσεων, κυρίως στην οικονομία. 4. Παράλληλη επιμονή στις «διαρθρωτικές» αλλαγές, όπως αυτές προκύπτουν από μια φιλελεύθερη σκοπιά (με μεγάλη έμφαση στη μνημονιακή απελευθέρωση αγορών εργασίας, υπηρεσιών και προϊόντων και την πάταξη των «συντεχνιών»). 5. Προοδευτική ατζέντα σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά ήθη και τα δικαιώματα των μειονοτήτων. 6. Και, περιέργως –για Κεντροαριστερά–, καχυποψία, αν όχι απέχθεια, απέναντι στην Αριστερά, και κυρίως στον ΣΥΡΙΖΑ.

Συγκροτούν όμως αυτά ένα πειστικό κεντροαριστερό πρόταγμα, και μάλιστα ικανό να βγάλει τη χώρα από το τέλμα;

Καταρχάς, ο υπερπολλαπλασιαμός των σχημάτων που αναφέρονται στην Κεντροαριστερά δεν είναι τυχαίος. Είναι άμεση συνάρτηση της σχετικής πενίας πειστικών προτάσεων και σημαινόντων ικανών να δώσουν ένα ουσιαστικό όραμα για τη χώρα. Η αρχηγοκεντρική, «απολιτική» θέση του πιο πρόσφατου εγχειρήματος δεν ξεφεύγει από αυτή τη λογική. Το «Ποτάμι» εκφράζει έναν κενό αντισυστημισμό, από τον οποίο λείπει –πέρα από πειστικές θέσεις– και η πιο ρηξικέλευθη «συμμετοχική δημοκρατία» που διακρίνουμε σε τέτοια κινήματα (π.χ. Μπέπε Γκρίλο).

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει το ΠΑΣΟΚ, καταγράφοντας ένα αξιόλογο ποσοστό στις ευρωεκλογές. Παρά την έλλειψη ουσιαστικών ιδεών, φαίνεται ότι ένα τμήμα μη συντηρητικών ψηφοφόρων δεν έχει πειστεί (κυρίως) για τη διαχειριστική ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, σε συνδυασμό με τις δημοσκοπήσεις για τις ευρωεκλογές (πρωτοπορία ΣΥΡΙΖΑ αλλά με μικρή διαφορά) και για τις δημοτικές (προβλήματα απήχησης υποψήφιων του σε μεγάλους δήμους), εγείρει κάποιους προβληματισμούς.

Είναι σαφές ότι τα εν δυνάμει ηγεμονικά πολιτικά προτάγματα χτίζονται στη βάση ισχυρών σημαινόντων (πλαισιωμένα και από τεμκηριωμένες πολιτικές λύσεις), ενώ η επιτυχία τους εξαρτάται από το κατά πόσο απαντούν στις αγωνίες των πολιτών επιφέροντας πολιτικές τομές. Συνεπώς, η Κεντροαριστερά δεν προκύπτει αν προσθέσουμε κάποιες δεξιές ή αριστερές ιδέες στο Κέντρο. Η Κεντροαριστερά ως πολιτικό φαινόμενο εκφράζει τον συμβιβασμό στη διαχείριση του καπιταλιστικού κράτους: ως εκ τούτου, ανάλογα με τις πολιτικές-οικονομικές εξελίξεις και συγκρούσεις παίρνει και διαφορετικό περιεχόμενο.

Ξαναγυρνώντας στα εγχώρια, η ελληνική Κεντροαριστερά στα χρόνια κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού διαιώνισε ένα σαθρό παραγωγικό μοντέλο, την πολιτική πατρωνεία και τη διαφθορά, εκτρέφοντας τις κοινωνικές ανισότητες. Ο πλούτος στα «εκσυγχρονιστικά» χρόνια δεν διαχύθηκε και οι πιο ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις (όπως η φοροσυλλογή) παραπέμφθηκαν στις καλένδες. Τα μεγάλα κόμματα της μεταπολίτευσης απέτυχαν –και συνεχίζουν να αποτυγχάνουν– να αυξήσουν ουσιαστικά και δίκαια τα δημόσια έσοδα. Στο όνομα της απελευθέρωσης των αγορών και έναντι του πολιτικού κόστους, επέτρεψαν τον ατομικό πλουτισμό σε βάρους του κράτους.

Με το τέλος όμως της Μεταπολίτευσης, ζητούμενο είναι ένας νέος πολιτικός και οικονομικός συμβιβασμός, με βαθιά θεμέλια αυτή τη φορά, ο οποίος θα ξεπερνά τις πρακτικές (και τα πρόσωπα) της προηγούμενης τριαντακονταετίας, αλλά και το παρόν μνημονιακό κυβερνητικό έργο. Αυτός ο πολιτικός λόγος, αν πρεσβεύει τις βασικές αξίες της Αριστεράς, θα πρέπει να έχει ως κύρια συστατικά του: τις σκληρές διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, τη συστηματική πάταξη της φοροδιαφυγής και τον δικαιότερο καταμερισμό των φοροευθυνών, το σπάσιμο των διαφόρων καρτέλ στις αγορές προϊόντων, τη ρήξη με μερίδα του τραπεζικού κεφαλαίου και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μέσα από επενδύσεις σε έρευνα, καινοτομία και παιδεία. Το μέλλον δεν μπορεί να βασιστεί στο μνημονιακό μοντέλο της εσωτερικής υποτίμησης και της εξαφάνισης της μεσαίας τάξης.

Είναι προφανές ότι οι κληρονόμοι της «εκσυγχρονιστικής Κεντροαριστεράς» δεν μπορούν να προσφέρουν αυτό το πολιτικό πρόταγμα. Γι’ αυτό και η απήχησή τους είναι περιορισμένη. Από την άλλη, το πολιτικό πρόταγμα της Αριστεράς, όπως εκφράζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ και όπως εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου, εκφράζει το πνεύμα υπέρβασης της Μεταπολίτευσης και παράλληλα καλύπτει και το μεγαλύτερο μέρος των διεκδικήσεων των σχηματισμών της Κεντροαριστεράς: ευρωπαϊκή πορεία, εκσυγχρονισμός ηθών και δικαιώματα μειονοτήτων κ.ά.

Η απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι λοιπόν ούτε τυχαία ούτε και παροδική. Και πρέπει να κατανοήσουμε πλήρως το εξής: η Αριστερά έχει το πολιτικό καθήκον να αδράξει την ιστορική ευκαιρία για να αλλάξει τη χώρα. Και σε αυτό καθοριστικό ρόλο παίζει η ουσιαστική ενίσχυση των διαχειριστικών, πολιτικά καινοτόμων ιδεών που διαθέτει. Η συγκυρία απαιτεί την επέκταση του ηγεμονικού μηνύματος του ΣΥΡΙΖΑ, και όχι την περιχαράκωσή του.

 

Ο δρ Γ. Παπανάγνου είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Ηνωμένων Εθνών-Ινστιτούτο Συγκριτικών Μελετών Περιφερειακής Ενοποίησης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s