Παραβολή

Standard

ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

 του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

emil_nolde_junges_paar_1917_ene_11_540x315_q80Βρισκόταν στην κορυφή του λόφου –σ’ έναν ωραίο λόφο αλλά φαλακρό, δίχως βλάστηση– και από κει μπορούσε να δει ολόκληρη την πόλη και ν’ ακούσει το βούισμα που ερχόταν μέσα από τα σπίτια και τους δρόμους, τις γυναίκες που φώναζαν στους άντρες τους να σηκωθούν επιτέλους από τα κρεβάτια τους και τα παιδιά που έτρεχαν και χτυπούσαν τα ζώα που βάδιζαν τεμπέλικα στο λιθόστρωτο ψάχνοντας για καμιά σκιά. Και αυτός χαιρόταν τη θέα και το θόρυβο. Μόνο που ήταν καρφωμένος.

Η ζέστη ήταν αφόρητη. Κι όταν δίψασε, το ζήτησε. Οι φρουροί τού έδωσαν ξύδι αντί για νερό, βουτηγμένο σ’ ένα σφουγγάρι που το είχαν καρφώσει στη λόγχη ενός κονταριού, και αυτός έβγαλε τη γλώσσα του και έγλειψε το σφουγγάρι και τα χείλη του μούσκεψαν.

noldeΠριν υποκύψει όμως, λιποθύμησε και ονειρεύτηκε τη Μαρία, όταν την αγκάλιαζε, όταν έσπαγε τα κόκαλά του πάνω της, όταν έσπαγαν τα κόκαλα αναμεταξύ τους. Ονειρεύτηκε λοιπόν τις παλιές μέρες. Ένα απόγευμα είχαν πάει μέχρι το ποτάμι. Η Μαρία κρατούσε το καλάθι. Μόλις έφτασαν στη όχθη, αυτή έβγαλε ένα σεντόνι και το άπλωσε πάνω στο χορτάρι. Ξάπλωσαν εκεί, ο ένας δίπλα στον άλλον. Μετά αυτός αποκοιμήθηκε. Προτού νυχτώσει, η Μαρία στάθηκε από πάνω του και τον σκούντηξε για να ξυπνήσει. Πήγαν σπίτι. Αυτό, σκέφτηκε μέσα στ’ όνειρό του, δεν θα το ξεχάσω ποτέ και δεν σκέφτηκε τίποτα άλλο ξανά.

 Το Σάββατο όλοι ήταν έξω, είχαν στρώσει τα τραπέζια τους κι έτρωγαν. Έκανε λιακάδα, ήταν χαρά θεού, χαρά πραγματική. Την ώρα που τον ξεκρέμαγαν, οι περισσότεροι είχαν ήδη μεθύσει. Το δέρμα στις παλάμες του είχε γίνει λεπτό σαν τσιγαρόχαρτο και οι πατούσες του είχαν φουσκώσει από τα καρφιά. Το αίμα είχε ξεραθεί γύρω από τις τρύπες. Ύστερα τον πήραν και τον πέταξαν σ’ ένα λάκκο και τον σκέπασαν. Το σώμα του ήδη μύριζε.

Προς το βράδυ ένα αγόρι βρήκε στην παραλία δώδεκα αγελάδες νεκρές. Τις είχε ξεβράσει η θάλασσα. Κάποιοι είπαν πως ήταν θαύμα. Πως κάτι σήμαινε αυτό. Η αλήθεια είναι ότι το πλήρωμα του πλοίου που τις μετέφερε είχε αναγκαστεί να τις πετάξει στο νερό γιατί αυτές, κάπως αναίτια, είχαν ψοφήσει και ήταν πια ένα άχρηστο φορτίο που έπιανε ζωτικό χώρο στο αμπάρι.

Aποχαιρετισμός στον Ερνέστο Λακλάου – με ένα αναπάντητο ερώτημα

Standard

E. ΛΑΚΛΑΟΥ: Ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ, ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ & ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ-1

Uno busca lleno de esperanzas

el camino que los sueños

prometieron a sus ansias…

Sabe que la lucha es cruel

y es mucha, pero lucha y se desangra

por la fe que lo empecina…

Uno, «Enrique Santos Discépolo»*

του Γρηγόρη Ανανιάδη

laclau_ernesto_2345Είχα πολύ καιρό να δω τον Ερνέστο Λακλάου, αγαπημένο δάσκαλο και φίλο από τα τέλη της δεκαετίας εβδομήντα, όταν ήρθε η αναπάντεχη είδηση του θανάτου του — λίγους μόνο μήνες πριν από την προαναγγελθείσα έκδοση του νέου του βιβλίου The Rhetorical Foundations of Society. Η είδηση με συγκλόνισε γιατί, ξεγελασμένος από τη διαρκή παρουσία του στον αγωνιστικό στίβο των ιδεών, έτρεφα την ψευδαίσθηση ότι θα ήταν πάντα εκεί, ευπροσήγορος ως συνήθως, και ότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαμε να ξαναπιάσουμε τη συζήτηση από το σημείο που την είχαμε αφήσει. Θα εξακολουθήσουμε βέβαια να συνδιαλεγόμαστε με τα κείμενά του — «εσαεί» ήλπιζε εκείνος, συμμεριζόμενος δικαίως τη θουκυδίδεια φιλοδοξία του Γκράμσι· όσοι όμως είχαμε την τύχη να διασταυρωθούμε μαζί του δύσκολα θα συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι δεν θα τον ξανακούσουμε να σκέφτεται, να κορφολογάει την ιστορία, να απαγγέλλει από μνήμης Σαρμιέντο ή Μπόρχες, να τραγουδάει με πάθος ένα τάνγκο.

Εμπνευσμένος από τον στίχο του Αρχίλοχου «πόλλ’ οίδ’ αλώπηξ, αλλ’ εχίνος εν μέγα», ο Αϊζάια Μπερλίν κατέτασσε τους στοχαστές σε δύο κατηγορίες: τους «σκαντζόχοιρους» που βλέπουν τον κόσμο υπό το πρίσμα μιας κεντρικής ιδέας ή οργανωτικής αρχής και τις «αλεπούδες» που πειραματίζονται με πολλές ιδέες, συχνά μεταξύ τους αντιφατικές. Εάν υιοθετήσουμε την παιγνιώδη διάκριση του Μπερλίν, θα κατατάξουμε αναμφίβολα τον Ερνέστο Λακλάου στην πρώτη κατηγορία: «Σε όλη του τη ζωή ο Τζόυς επανερχόταν στην οικεία εμπειρία του από το Δουβλίνο· στη δική μου περίπτωση», ομολογoύσε ο Λακλάου, «αυτό που χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς είναι τα χρόνια του πολιτικού αγώνα στην Αργεντινή της δεκαετίας του ’60.» Τότε ακριβώς θα διαμορφωθεί η «κεντρική ιδέα» του ετερόδοξου μαρξιστή της «περιφέρειας» που σαν κόκκινο νήμα επρόκειτο να διατρέξει την πολιτικο-θεωρητική περιπέτεια μιας ολόκληρης ζωής. Το επιτακτικό πολιτικό ζήτημα που αντιμετώπιζε ο νεαρός Λακλάου ήταν οι σχέσεις της Αριστεράς με την εθνο-λαϊκή ιδεολογία τού πολιτικά ετερόκλιτου περονισμού που εξέφραζε και οργάνωνε τη δημοκρατική κινητοποίηση των μαζών εναντίον των δυνάμεων της ολιγαρχίας. Αντίθετος προς τον σεκταριστικό εργατισμό και την ιδεολογική καθαρότητα που πρέσβευαν πολιτικοί φορείς της Αριστεράς, όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα Αργεντινής, ο Λακλάου ήταν πεπεισμένος ότι η Αριστερά θα μπορούσε να βάλει τη δική της σφραγίδα στις εξελίξεις μόνον εάν, εμβαπτιζόμενη η ίδια στην εθνο-λαϊκή ιδεολογία, κατάφερνε να την ανανοηματοδοτήσει και να την αναπροσανατολίσει. Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτική θεωρία, «λαός» και ριζοσπαστική δημοκρατία: Ερνέστο, το τανγκό συνεχίζεται…

Standard

E. ΛΑΚΛΑΟΥ: Ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ, ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ & ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ-2

του Γιάννη Σταυρακάκη

 

Ο Γιάννης Σταυρακάκης με τον Ερνέστο Λακλάου, στο San Juan της Αργεντινής  (2010), όπου ο δεύτερος είχε αναγορευθεί επίτιμος διδάκτορας.

Ο Γιάννης Σταυρακάκης με τον Ερνέστο Λακλάου, στο San Juan της Αργεντινής (2010), όπου ο δεύτερος είχε αναγορευθεί επίτιμος διδάκτορας.

Έμαθα για τον θάνατο του δασκάλου μου, του Ερνέστο Λακλάου, από την Νορήν, την πιστή, επί σειρά ετών, γραμματέα του στο Πανεπιστήμιο του Έσεξ. Μου είχε αδυναμία και μου έκλεινε πάντα πρωινά ραντεβού μαζί του όταν είχαμε να συζητήσουμε κεφάλαια της διδακτορικής διατριβής που έγραφα, έτσι ώστε να μην τον έχουν κουράσει οι αλλεπάλληλες συναντήσεις και τα μαθήματα. Έτσι και τώρα, μόλις έμαθε το ξαφνικό μαντάτο, έσπευσε να με ενημερώσει από τους πρώτους. Θλιβερή πρωτιά αυτή τη φορά και αναπάντεχη. Παρά τα 78 του χρόνια, ο Ερνέστο έδειχνε το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερα ακμαίος και δραστήριος. «Νόμιζα ότι θα συνέχιζε για πάντα», μου έγραψε η Νορήν. Και δεν είχε άδικο. Εξάλλου, αυτήν ακριβώς την αίσθηση ζωντάνιας, αισιοδοξίας και προοπτικής κατόρθωνε να μεταδώσει και να εμφυσήσει ο Λακλάου σε οτιδήποτε έκανε: στα μαθήματά του, στην πολιτική θεωρία, στην πολιτική πράξη. Την ίδια διάθεση μετέδιδε –πάντοτε με μεγάλη γενναιοδωρία– σε όλους όσους συναντούσε: στους μαθητές του, στους συνομιλητές και τους συντρόφους του.

Κι αυτό, μάλιστα, την ίδια στιγμή που στοχαζόταν τα εμπόδια και τις αστοχίες της κριτικής σκέψης και της αριστερής πολιτικής πρακτικής, τόσο να ερμηνεύσουν τον κόσμο όσο και να τον αλλάξουν σε μια ριζοσπαστικά δημοκρατική κατεύθυνση. Αυτή η εμμονή στην αντιδογματική διερώτηση, σε ζωτικές αμφιβολίες που ξεβολεύουν, αλλά είναι αναγκαίες αν θέλουμε να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων και να ανανεώσουμε τις ηγεμονικές αξιώσεις ενός εναλλακτικού προσανατολισμού, του χάρισε στην πορεία πολλούς εχθρούς. Του εξασφάλισε όμως, ιδίως τα τελευταία χρόνια, και μια αξιοζήλευτη θέση στην αιχμή της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας, την οποία πολλοί λίγοι πλέον θα αμφισβητούσαν. Συνέχεια ανάγνωσης

Το φάντασμα του λαϊκισμού

Standard

 E. ΛΑΚΛΑΟΥ: Ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ, ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ & ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ-3

του Γιώργου Παπανάγνου

laikismosΜια από τις σημαντικότερες συνεισφορές του Λακλάου στη σύγχρονη πολιτική σκέψη είναι η αποσαφήνιση της έννοιας του λαϊκισμού. Ο αργεντινός θεωρητικός αποδεσμεύει την έννοια από τα παραδοσιακά πλαίσια που την εξισώνουν με τη δημαγωγία και τον μανιχαϊσμό και την τοποθετεί στην καρδιά του πολιτικού φαινομένου.

Ο Λακλάου διδάσκει ότι οι ηγεμονικοί πολιτικοί λόγοι χτίζονται γύρω από βασικά κομβικά (κενά) σημαίνοντα, στη βάση του συνδυασμού των λογικών της ισοδυναμίας και της διαφοράς. Ανάλογα με την ιστορική συγκυρία, ορισμένα πολιτικά σημαίνοντα καταφέρνουν να συνασπίσουν γύρω τους μια σειρά από κοινωνικές απαιτήσεις/διαφορές.

laclaouΤα μέτωπα αυτά χτίζονται στη βάση της διάκρισης από τον καταστατικό πολιτικό «εχθρό/αντίπαλο». Αυτό το σύνορο, ωστόσο, προσδίδει σε όλα τα διαφορικά στοιχεία εντός του συστήματος μια ποιότητα ισοδυναμίας έναντι του αποκλεισμένου. Οδηγεί, με άλλα λόγια, στη σύσταση του «λαού». Αυτό που περιλαμβάνει λοιπόν ο λαϊκισμός είναι μια συγκεκριμένη διαφορά που παρουσιάζει τον εαυτό της σαν τον «λαό» που βρίσκεται αντιμέτωπος με τον «εχθρό».

Ως εκ τούτου, η διαίρεση του κοινωνικού πεδίου και η σύσταση εν δυνάμει ηγεμονικών πολιτικών λόγων μέσω της επίκλησης του «λαού» αποτελεί καταστατικό στοιχείο της πολιτικής και χαρακτηρίζει τόσο δυνάμεις της (κεντρο)Αριστεράς όσο και της (κεντρο)Δεξιάς. Ο λαϊκισμός και ο κοινωνικός ανταγωνισμός είναι αναγκαίες συνθήκες για τη σύσταση των πολιτικών υποκειμένων και την υπέρβαση των εκάστοτε ηγεμονιών. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια μεταμαρξιστική κοινότητα θεωρίας και πράξης

Standard

E. ΛΑΚΛΑΟΥ: Ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ, ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ & ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ-4 

της Μαρίνας Πρεντουλή

Τζουζέπε Πελίτσα ντε Βολπέντο, "H πορεία των εργατών", 1901

Τζουζέπε Πελίτσα ντε Βολπέντο, «H πορεία των εργατών», 1901

Όταν μαθαίνουμε έναν θάνατο, η ροή της πραγματικότητας αναστέλλεται, καθώς η ανάμνηση έρχεται αντιμέτωπη με τη διαπίστωση της απώλειας. Από τις 13 του Απρίλη, όταν ανακοινώθηκε ο θάνατος του Ερνέστο Λακλάου η ανάμνηση που αντιστέκεται πιο πολύ στην ετυμηγορία της πραγματικότητας είναι ένα από εκείνα τα βράδια, σε κάποιο εστιατόριο του Κολτσέστερ, όταν ο Ερνέστο αποφάσιζε ότι ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε όλοι μαζί κομμάτια από το αστείρευτο διεθνές επαναστατικό του ρεπερτόριο. Ανάμνηση που μοιράζομαι με πολλούς από τους μαθητές του, είτε συμπέσαμε στην ίδια συντροφιά είτε όχι.

Αντισυμβατικός και ως διανοητής και ως άνθρωπος, ερωτευμένος με τη ζωή και με την προοπτική μιας ριζοσπαστικής δημοκρατίας, μοιραζόταν απλόχερα τόσο ιστορίες από την πολιτική του δράση στην Αργεντινή όταν ήταν νέος όσο και έναν αστείρευτο διανοητικό πλούτο, που δεν χωρούσε στα όρια ενός μεμονωμένου ακαδημαϊκού κλάδου. Το μεταπτυχιακό και διδακτορικό πρόγραμμα που ίδρυσε το 1982 στο Πανεπιστήμιο του Έσεξ, Iδεολογία και Aνάλυση Λόγου, είχε κάτι από την προσωπικότητά του, καθώς αντλούσε τόσο από την πολιτική θεωρία όσο και από τη φιλοσοφία, την ιστορία και τη γλωσσολογία. Ήταν ένα πρόγραμμα αντισυμβατικό και προκλητικά αντίθετο προς τον εμπειρισμό και τον θετικισμό των πολιτικών επιστημών, που κυριαρχούσαν τόσο στο Τμήμα Πολιτικής (Government) του πανεπιστημίου όσο και στον ευρύτερο ακαδημαϊκό κλάδο. Συνέχεια ανάγνωσης

Λιάνα Κανέλλη: Αποκάλυψη τώρα!

Standard

Νίκου Κοταρίδη

H Λιάνα Κανέλλη στην εκπομπή "Καρντάσιανς"

H Λιάνα Κανέλλη στην εκπομπή «Καρντάσιανς»

Η πολεμική του ΚΚΕ προς τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί πλέον θεμελιώδη άξονα της πολιτικής του. Βασικά στοιχεία της, η απόδειξη, η αντίκρουση (βλ. τη σ. Παπαρήγα), και κυρίως η «αποκάλυψη» του «σφάλματος» ή –στο ιδίωμα της Αριστεράς– της θεωρητικής, ιδεολογικής και ιστορικής πλάνης. Αυτοματικά παρεπόμενο: κάθε παρέκκλιση από τη «σωστή γραμμή» οδηγεί τελικά στην αποδυνάμωση του κινήματος.

Η λειτουργία ωστόσο της Λιάνας Κανέλλη στα τηλεοπτικά πάνελ ξεπερνάει τα παραπάνω· είναι ενδεικτική μιας ορισμένης συνθήκης στον δημόσιο διάλογο, όπου η αντιπαράθεση δεν αναφέρεται στις θέσεις του αντιπάλου και την πολιτεία του, αλλά σε ιδιότητες, κρυφές και ενίοτε δόλιες. Η «λογική πλάνη» δεν αφορά πια αστοχίες στην ανάλυση, αλλά την ουσιώδη θεωρητική, ιδεολογική και ηθικο-πολιτική ελλειμματικότητα του αντιπάλου: οπορτουνιστής, αναθεωρητής κλπ. Επομένως, δεν πρόκειται περί πλάνης, αλλά για την εκδήλωση συμφυών προς την ουσία του αντιπάλου ιδιοτήτων. Έτσι, η αντιπαράθεση μετατοπίζεται από τον έλεγχο των θέσεων στην «αποκάλυψη» του, σε «τελική ανάλυση», ρόλου του· από την κατάδειξη της πλάνης στην αποκάλυψη των σαγηνευτικών (επικοινωνιακών) κόλπων που στοχεύουν στην αποπλάνηση ενός άδολου και ανυποψίαστου ακροατηρίου, του λαού, στο «ξεσκέπασμα» της δόλιας φύσης και λειτουργίας του αντιπάλου (εξού και η «σωτηριώδης» λειτουργία της αποκάλυψης) και, τέλος, στο «ξεμπρόστιασμα»: ο αντίπαλος είναι διαφορετικός από αυτό που φαίνεται ή λέει. Επιπλέον, η ταυτότητά του δεν συγκροτείται στο εσωτερικό της Αριστεράς, αλλά ανάγεται σε ορισμένες «ιστορικά δόλιες» ιδιότητες του καπιταλισμού (π.χ. ενσωμάτωση των ταξικών του εχθρών, ανάσχεση ριζοσπαστικοποίησης). Ως εδώ όλα καλά και το στραβό το ριζικό μας… Συνέχεια ανάγνωσης

K.Σ. Κάρολ, 1924-2014

Standard

του Μικαέλ Λεβύ

 μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

2-levyΟ K.S. Karol μας άφησε για πάντα την Πέμπτη 10 Απριλίου. Δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Karolπου το πραγματικό του όνομα ήταν Karol Kewes, υπήρξε –μαζί με τη σύντροφό του Ροσάνα Ροσάντα– ένας απ’ τους «αμετανόητους» εκπροσώπους ενός δημοκρατικού κομμουνισμού. Αψηφώντας τις ισχύουσες ταξινομήσεις αρνήθηκε πάντα να ευθυγραμμιστεί με τα στρατόπεδα του Ψυχρού Πολέμου. «Μη Εβραίος Εβραίος» (κατά τον διάσημο ορισμό του Ισαάκ Ντόυτσερ), ο Κάρολ γεννήθηκε στην Πολωνία το 1924 και πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην ΕΣΣΔ, στις γραμμές του Κόκκινου Στρατού, πολεμώντας τον ναζισμό. Γι’ αυτή την εμπειρία μας χάρισε τη συγκινητική του μαρτυρία στο βιβλίο Σόλικ, Διηγήσεις ενός νεαρού Πολωνού απ’ την εμπόλεμη Ρωσία, Fayard(σειρά: Grands documents contemporains), Παρίσι 1983. Το τηλεοπτικό κανάλι Histoire, της Γαλλικής τηλεόρασης, παρουσίασε ένα ντοκυμαντέρ που αφηγείται την ιστορία της ζωής του με τίτλο: K.S. Karol, το πορτραίτο ενός σημαντικού μάρτυρα του αιώνα.[1]

  Επιστρέφοντας απ’ την Πολωνία μετά τον πόλεμο, και έπειτα από μια σύντομη σταδιοδρομία ως διπλωμάτης, επιλέγει να αυτοεξοριστεί στη Γαλλία. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1950, ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται στο απόγειό του και οι «σοβιετικοί σύντροφοι» έχουν φυλακίσει τον Γκομούλκα ως ύποπτο για τάσεις αυτονόμησης. Αν και έχει καταφύγει στη Δύση, ο Κάρολ αρνείται να μετατραπεί, όπως αρκετοί άλλοι εξόριστοι, σε επαγγελματία αντικομμουνιστή. Αισθάνεται πολιτική συμπάθεια για ανθρώπους όπως ο Πιερ Μεντές-Φρανς ή ο Ανορίν Μπήβαν, που αρνούνται τον Ψυχρό Πόλεμο και προσπαθούν να χαράξουν έναν τρίτο δρόμο ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοβιετικό μοντέλο.

Τα άρθρα του Κάρολ στον Nouvel Observateur και το Manifesto, τα βιβλία του για την Κουβανική Επανάσταση (Οι γκεριγιέρος στην εξουσία: η πολιτική διαδρομή της Κουβανικής Επανάστασης, Robert Laffont, Παρίσι, 1970) και για την Κινεζική Επανάσταση (Η Κίνα του Μάο: ο άλλος κομμουνισμός (Robert Laffont, Παρίσι 1966) τροφοδότησαν την σκέψη και τον δημόσιο διάλογο στην Αριστερά σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Συνέχεια ανάγνωσης

Όλα τα μπουμπούκια ανθίζουν στο Χάρβαρντ

Standard

της Τζίνας Πολίτη

tzinaΑφορμή για το άρθρο μού έδωσε η πρόσφατη ομιλία του υπουργού Υγείας κ. Άδωνι Γεωργιάδη στο Χάρβαρντ,[1] καθώς και συνέντευξή του όπου εκφράζει το παράπονο: «Στην Ελλάδα ακούω μόνο ύβρεις, κατάρες, κριτικές και γκρίνια», ενώ «με το που πάω σε οποιοδήποτε διεθνές φόρουμ όλοι οι ξένοι αρχίζουν τους ύμνους και τα μπράβο που τολμήσαμε». «Μην πολεμάτε τις μεταρρυθμίσεις», συμβουλεύει ο (Εφημερίδα των Συντακτών, 24.3.2014).

Αναρωτιέμαι αν κατά την επίσκεψή του ο κ. υπουργός είχε την ευκαιρία να λάβει γνώση των αποτελεσμάτων της «μεταρρύθμισης» της δεκαετίας του 1990 στα αμερικανικά πανεπιστήμια, με στόχο την άμεση σύνδεση των σπουδών και της έρευνας με τις ανάγκες της αγοράς. Και, δεύτερον, αν διαπίστωσε ότι η διαπλοκή μεταξύ φαρμακευτικών και άλλων περί τα ιατρικά εταιρειών με νοσοκομειακούς γιατρούς και πανεπιστημιακούς δεν είναι φαινόμενο των «ανήθικων», «διεφθαρμένων» Ελλήνων, αλλά εισαγόμενη από την υπερδύναμη πρακτική.

Αναρωτιέμαι επίσης αν τυχόν διαπίστωσε την οργή ενός ισχυρού φοιτητικού κινήματος, το οποίο οργανώθηκε όταν αποκαλύφτηκαν τα τεράστια σκάνδαλα χρηματισμού και διαπλοκής μελών της Ιατρικής του Χάρβαρντ –και όχι μόνο– με φαρμακευτικές και άλλες εταιρείες, που καταπατούσαν ανενδοίαστα τις θεσπισμένες από τις πανεπιστημιακές αρχές δεσμεύσεις σχετικά με τη σύγκρουση συμφερόντων! Συνέχεια ανάγνωσης

Θεολογία της Απελευθέρωσης: Η Εκκλησία του φτωχού λαού

Standard

του Άγγελου Γουνόπουλου

Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης), στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία)

Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης), στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία)

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης, το σημαντικό χριστιανικό ρεύμα της Λατινικής Αμερικής της δεκαετίας του ‘60 και δώθε, που εκδηλώθηκε τόσο μέσα από μια μεγάλη παραγωγή θεολογικών κειμένων όσο και μέσα από πλήθος κοινωνικών δράσεων, χαρακτηρίστηκε από τη στράτευση μαζί με τον φτωχό λαό για την απελευθέρωσή του. Τοποθετήθηκε στον κόσμο ως μια «Εκκλησία των Φτωχών» και όχι ως μια «Εκκλησία των Κυρίων», ως «μια φωνή γι’ αυτούς που δεν έχουν καμιά».[1]Ο P. Berryman προσδιορίζει τη Θεολογία της Απελευθέρωσης ως «μια ερμηνεία της χριστιανικής πίστης για τον αγώνα και την πάλη αυτών που υποφέρουν από τη φτώχεια, καθώς και μια κριτική της κοινωνίας […] μέσα από τα μάτια των φτωχών».[2]Ο φτωχός για τη Θεολογία της Απελευθέρωσης είναι αυτός που υφίσταται κοινωνική, πολιτική, οικονομική καταπίεση, που ζει μέσα στον πόνο κάποιας προσωπικής απώλειας, που δεν μπορεί να ορθοποδήσει μέσα στην αποξένωση, την αλλοτρίωση, την καταθλιπτική μοναξιά και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Ο Φιντέλ Κάστρο διαπιστώνει ότι «οι φτωχοί επηρέασαν την Εκκλησία, και η Εκκλησία από την πλευρά της, σαν αντανάκλαση ή ηχώ αυτού του πόνου, διείσδυσε στους φτωχούς […] η Εκκλησία σ’ αυτό το ημισφαίριο ποτέ δεν είχε το κύρος και την εξουσία που απέκτησε από τη στιγμή που πολλοί ιερείς και επίσκοποι άρχισαν να ταυτίζονται με την υπόθεση των φτωχών», ενώ ο Βραζιλιάνος θεολόγος FreiBetto επισημαίνει ότι «στο βαθμό που οι φτωχοί εισέβαλαν στην Εκκλησία, καθολικοί παπάδες και επίσκοποι άρχισαν να στρέφονται στο χριστιανισμό».[3] Συνέχεια ανάγνωσης

«Επιτέλους, σύντομα — ψωμί και τριαντάφυλλα!»[1]

Standard

Μια αναφορά στο ανέκδοτο κείμενο  του Αλτουσέρ «Θέσεις του Ιούνη»

Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα του κειμένου «Θέσεις του Ιούνη»   Ολόκληρο το κείμενο θα δημοσιευτεί στο τεύχος Οκτωβρίου του περιοδικού Ουτοπία, πλαισιωμένο από ένα αφιέρωμα στον Αλτουσέρ και την πολιτική θεωρία.

του Φρίντερ Όττο Βολφ

μετάφραση: Γιώργος Σουβλής, επιμέλεια: Στάθης Κουβελάκης

Εισαγωγή του Στάθη Κουβελάκη

AlthusserΤο κείμενο που ακολουθεί απεικονίζει στο έπακρο την αμφιλεγόμενη θέση του έργου του Αλτουσέρ που εκτείνεται από το τραγικό γεγονός του 1980 ως τον θάνατό του, μια δεκαετία αργότερα. Συνέχεια ή ρήξη με την προηγούμενη σκέψη του; Απέλπιδες προσπάθειες ενός συντετριμμένου υποκειμένου ή νέα δημιουργική αρχή για το στοχασμό του; Είναι τελικά ο «ίδιος» Αλτουσέρ που γράφει το Για τον Μάρξ και ο «ζωντανός νεκρός» που υπογράφει την εκτός κάθε ορίου «αυτοβιογραφία» του; Στις Θέσεις του Ιούνη τα ερωτήματα αυτά, που διατρέχουν την ίδια τη σκέψη του Αλτουσέρ, παίρνουν μια νέα τροπή, καθότι εδώ ο λόγος του μας φτάνει διαμοσελαβημένος από τον λόγο του φίλου του Φρίντερ Όττο Βολφ, που προσπάθησε ανεπιτυχώς να τις δημοσιεύσει αλλά προσέκρουσε στην άρνηση των κληρονόμων. Αναγκαστικά λοιπόν, η ίδια η μορφή του κειμένου τροποποιείται και παίρνει το χαρακτήρα μιας «αναφοράς».

Οι Θέσεις του Ιούνη έχουν αναμφισβήτητα μια ονειρική χροιά και αποπνέεουν μια ιδιόμορφη αισιοδοξία για το εγχείρημα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, που μοιάζει με αντεστραμμένη εικόνα της καταθλιπτικής ατμόσφαιρας των γραπτών της περιόδου 1978-1980, αλλά και αρκετών κατοπινότερων. Φαίνεται ότι ορισμένοι θεώρησαν ότι αποτελεί κάτι σαν θεωρητικό παραλήρημα, αλλά το ερώτημα θα μπορούσε να τεθεί για όλα τα κείμενα που γράφτηκαν μετά το 1980 και είναι πλέον στο μεγαλύτερο μέρος τους δημοσιευμένα.

Ας σημειώσουμε εδώ μόνο ότι, αν και αδημοσίευτο (αλλά προσβάσιμο στο κατατεθειμένο αρχείο των χειρογράφων του), το κείμενο αυτό απετέλεσε ένα βασικό τεκμήριο  της μεταμοντέρνας ερμηνείας  της σκέψης του ύστερου Αλτουσέρ που διατύπωσε ο Αντόνιο Νέγκρι το 1993[2] και άσκησε ισχυρή επίδραση σε όλη τη συζήτηση που ακολούθησε. Οι Θέσεις αυτές σίγουρα αποτυπώνουν μια θεωρητική μετατόπιση, ειδικά όταν διαγράφουν την ταξική πάλη ως κινητήρια ιστορική δύναμη, αλλά σχεδόν εξίσου και μια ριζοσπαστικοποιημένη εκδοχή του πυρήνα της αλτουσεριανής σκέψης, όταν π.χ. αποφαίνονται ότι «τα πάντα κρίνονται σε τελευταία ανάλυση στο πεδίο της ιδεολογικής πάλης και της φιλοσοφικής παρέμβασης». Κυρίως όμως ξαναπιάνουν και ξετυλίγουν ένα βασικό νήμα του αλτουσεριανού έργου που αφορά τη σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική πρακτική, ένα νήμα που γνωρίζουμε τώρα ότι διαπερνούσε υπόγεια τη δουλειά του από τη δεκαετία του 1970 και ήρθε στο φως με τη μεταθανάτια δημοσίευση των εξαιρετικά σημαντικών κειμένων του για τον Μακιαβέλι. Αυτός είναι ο Αλτουσέρ που προσπαθεί να σκεφτεί την ιδιαιτερότητα της πολιτικής και την «αστάθμητη» τροχιά που χαράζουν οι διαδράσεις της ενδεχομενικότητας και των ιστορικά προσδιορισμένων καθορισμών. Είναι ο Αλτουσέρ της συγκυρίας, και όχι της δομής, του «κενού», δηλαδή της ενικότητας των συμβάντων, αλλά και της επανδιατύπωσης της κομμουνιστικής προοπτικής. Μια προοπτική που ορίζεται πλέον ως προσπάθεια μετασχηματισμού των «νησίδων κομμουνισμού» που εμπερικλείει ο σημερινός κόσμος σε ένα νέο απελευθερωτικό κίνημα, πέρα από τη μορφή-κόμμα, ίσως και πέρα από τον μαρξισμό, αλλά που, σε ρήξη με τη μεταμοντέρνα αντίληψη, επιμένει στον στόχο του «να κάνουμε το περιθώριο κέντρο».

Στο κείμενο αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αλτουσέρ, ταυτιζόμενος πλήρως με την «μοναξιά» των στρατευμένων στοχαστών στους οποίους έχει ανεφερθεί, επιχειρεί, με μια ύστατη ζαριά, να σπάσει το τείχος της σιωπής και της απομόνωσης που τον περιέβαλλε και, όπως ο Μακιαβέλι που τόσο θαύμαζε, να «στοχαστεί το καινούργιο».

***

Η «ΑΝΑΦΟΡΑ» ΤΟΥ ΦΡΙΝΤΕΡ ΟΤΟ ΒΟΛΦ ΣΤΙΑ «ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥΝΗ» ΤΟΥ ΑΛΤΟΥΣΕΡ

13974_althusser13ruedesarchivesΘέση 6

[…] «Υπάρχει η ιδέα στον Μαρξ, και πάνω από όλα στους Ένγκελς, Λένιν, Μάο, πως οι επιστημονικές έννοιες είναι έγκυρες μόνο όταν διαθέτουν ως υπόβαθρο μια σωστή φιλοσοφία» (γαλ. «philosophie juste»), και πως […] ενδέχεται να μπορούν χρησιμοποιηθούν μόνο στη βάση του σωστού προσανατολισμού που παρέχεται από μια τέτοια σωστή φιλοσοφία» (Θ6). Σε αυτή την μακροσκελή έκτη θέση, ο Aλτουσέρ πρώτα επισημαίνει πως μια τέτοια «σωστή φιλοσοφία» δεν μπορεί να βρεθεί «στον θεωρητικό ανθρωπισμό του νεαρού Μαρξ, δηλαδή στη φιλοσοφική θεωρία της φοϋερμπαχιανής αποξένωσης» και υπογραμμίζει ότι «ο θεωρητικός αντιανθρωπισμός του Μαρξ είναι η προϋπόθεση: 1) της επιστημονικής του θεωρίας των κοινωνικών σχηματισμών 2) του πρακτικού, αδελφικού ανθρωπισμού του κομμουνισμού». [3] Ο Αλτουσέρ ωστόσο επιμένει πως ο Μαρξ ποτέ «δεν είχε επιχειρήσει να συστηματοποιήσει αυτήν τη φιλοσοφία»: στη Γερμανική Ιδεολογία[4] (την οποία ο Αλτουσέρ διαβάζει ακολουθώντας την ανάλυση του Ζωρζ Λαμπικά)[5] «ο Μαρξ θεωρεί πως η φιλοσοφία είναι μόνο ιδεολογία, και ως εκ τούτου ψευδαισθητική». Κατόπιν, oΜαρξ «επαναπροσεγγίζει ανοικτά τον Χέγκελ “αντιστρέφοντάς” τον (όπως έχω επισημάνει πρόκειται για μια μάλλον ασαφή έννοια συντηρητικής φύσης)». Βασικά, ο Mαρξ ποτέ δεν εγκατέλειψε την ιδέα πως η φιλοσοφία ήταν μια μορφή ιδεολογίας» ή την ιδέα ότι ήταν ένας «θετικός επιστήμονας» (γαλ. «savant positif»), «στην παράδοση των επιστημόνων φυσικών και δαρβινιστών του 19ου αιώνα». Ο Αλτουσέρ περιγράφει τη χρήση του Χέγκελ [6] από τον Μαρξ με έννοιες που δανείζεται από τον Γκαστόν Μπασελάρ, ο Μαρξ χρησιμοποιεί τον Χέγκελ «τόσο για να στηριχθεί ο ίδιος σε συγκεκριμένες έννοιες και την κίνηση τους (ως ένα είδος φιλοσοφικού στηρίγματος) όσο και για να καταπολεμήσει τις στρεβλωμένες εκδοχές τους (ως ένα είδος επιστημολογικού εμποδίου)», μόνο για να προσθέσει πως υπό αυτήν την οπτική για τον Marx «το εμπόδιο ήταν πάντα πιο καθοριστικής σημασίας από ό,τι ήταν το στήριγμα» – και ο Marx δεν ήταν ποτέ πραγματικά ικανός να «αναμετρηθεί ουσιωδώς με τον Χέγκελ», και ειδικότερα με την δική του σχέση με την φιλοσοφία του Χέγκελ. Συνέχεια ανάγνωσης