Παραβολή

Standard

ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

 του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

emil_nolde_junges_paar_1917_ene_11_540x315_q80Βρισκόταν στην κορυφή του λόφου –σ’ έναν ωραίο λόφο αλλά φαλακρό, δίχως βλάστηση– και από κει μπορούσε να δει ολόκληρη την πόλη και ν’ ακούσει το βούισμα που ερχόταν μέσα από τα σπίτια και τους δρόμους, τις γυναίκες που φώναζαν στους άντρες τους να σηκωθούν επιτέλους από τα κρεβάτια τους και τα παιδιά που έτρεχαν και χτυπούσαν τα ζώα που βάδιζαν τεμπέλικα στο λιθόστρωτο ψάχνοντας για καμιά σκιά. Και αυτός χαιρόταν τη θέα και το θόρυβο. Μόνο που ήταν καρφωμένος.

Η ζέστη ήταν αφόρητη. Κι όταν δίψασε, το ζήτησε. Οι φρουροί τού έδωσαν ξύδι αντί για νερό, βουτηγμένο σ’ ένα σφουγγάρι που το είχαν καρφώσει στη λόγχη ενός κονταριού, και αυτός έβγαλε τη γλώσσα του και έγλειψε το σφουγγάρι και τα χείλη του μούσκεψαν.

noldeΠριν υποκύψει όμως, λιποθύμησε και ονειρεύτηκε τη Μαρία, όταν την αγκάλιαζε, όταν έσπαγε τα κόκαλά του πάνω της, όταν έσπαγαν τα κόκαλα αναμεταξύ τους. Ονειρεύτηκε λοιπόν τις παλιές μέρες. Ένα απόγευμα είχαν πάει μέχρι το ποτάμι. Η Μαρία κρατούσε το καλάθι. Μόλις έφτασαν στη όχθη, αυτή έβγαλε ένα σεντόνι και το άπλωσε πάνω στο χορτάρι. Ξάπλωσαν εκεί, ο ένας δίπλα στον άλλον. Μετά αυτός αποκοιμήθηκε. Προτού νυχτώσει, η Μαρία στάθηκε από πάνω του και τον σκούντηξε για να ξυπνήσει. Πήγαν σπίτι. Αυτό, σκέφτηκε μέσα στ’ όνειρό του, δεν θα το ξεχάσω ποτέ και δεν σκέφτηκε τίποτα άλλο ξανά.

 Το Σάββατο όλοι ήταν έξω, είχαν στρώσει τα τραπέζια τους κι έτρωγαν. Έκανε λιακάδα, ήταν χαρά θεού, χαρά πραγματική. Την ώρα που τον ξεκρέμαγαν, οι περισσότεροι είχαν ήδη μεθύσει. Το δέρμα στις παλάμες του είχε γίνει λεπτό σαν τσιγαρόχαρτο και οι πατούσες του είχαν φουσκώσει από τα καρφιά. Το αίμα είχε ξεραθεί γύρω από τις τρύπες. Ύστερα τον πήραν και τον πέταξαν σ’ ένα λάκκο και τον σκέπασαν. Το σώμα του ήδη μύριζε.

Προς το βράδυ ένα αγόρι βρήκε στην παραλία δώδεκα αγελάδες νεκρές. Τις είχε ξεβράσει η θάλασσα. Κάποιοι είπαν πως ήταν θαύμα. Πως κάτι σήμαινε αυτό. Η αλήθεια είναι ότι το πλήρωμα του πλοίου που τις μετέφερε είχε αναγκαστεί να τις πετάξει στο νερό γιατί αυτές, κάπως αναίτια, είχαν ψοφήσει και ήταν πια ένα άχρηστο φορτίο που έπιανε ζωτικό χώρο στο αμπάρι.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Παραβολή

  1. Πίνγκμπακ: Παραβολή | Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσπείρωση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s