Θεσσαλονίκη: για μια δυναμική πορεία προς τα εμπρός

Standard

του Λόη Λαμπριανiδη

?????????????Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η Θεσσαλονίκη παρουσίαζε έναν δυναμισμό εν πολλοίς επίπλαστο και εύθραυστο, βέβαια, καθώς στηριζόταν σε σημαντικό βαθμό στην παραγωγή προϊόντων έντασης εργασίας με υπεργολαβική σχέση για τη διεθνή αγορά. Από τη δεκαετία του 1990, όμως, η οικονομία της διαγράφει πορεία σχετικής αποδυνάμωσης. Αρκετές δυναμικές επιχειρήσεις της εξαγοράζονται από επιχειρήσεις των Αθηνών και τα κεντρικά γραφεία τους μεταφέρονται εκεί, άλλες υπολειτουργούν ή κλείνουν, άλλες μετεγκαθίστανται στα Βαλκάνια. Η αποβιομηχάνιση ήταν ιδιαίτερα έντονη, με αποτέλεσμα στο διάστημα 1993-2013 να μειωθεί το ποσοστό απασχόλησης στον δευτερογενή τομέα από 32,3% στο 15,7%.

Παράλληλα, παρατηρείται υποχώρηση της πόλης σε κρίσιμα χαρακτηριστικά για την πορεία ανάπτυξης: ανεργία επιστημόνων, αδυναμία να έλξει μεγάλες επιχειρήσεις και να συγκρατήσει ακόμη και τις έδρες των επιχειρήσεων που έχουν τη δραστηριότητα τους στη Θεσσαλονίκη· επίσης, δεν είναι ελκτική στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας, ενώ υποχωρεί η σημασία του λιμανιού και του αεροδρομίου της. Κυρίως όμως υφίσταται μια «διπλή διαρροή»: ένα μέρος του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού της φεύγει στο εξωτερικό ή στην Αθήνα, γιατί η προοπτική επαγγελματικής απασχόλησης και η ποιότητα ζωής στη Θεσσαλονίκη είναι κατώτερες των προσδοκιών του. Το γεγονός αυτό την οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο περαιτέρω αποδυνάμωσης, γιατί σήμερα στοιχείο-κλειδί για την ανάπτυξη μιας οικονομίας είναι το «άυλο κεφάλαιο» δηλαδή το ανθρώπινο δυναμικό της.

Η φυγή των επιστημόνων στο εξωτερικό είναι απόρροια της αναντιστοιχίας προσφοράς και ζήτησης[1] επιστημονικού δυναμικού. Η αναντιστοιχία αυτή δεν οφείλεται στην υπερπροσφορά, σε κάποια υποτιθέμενη «υπερεκπαίδευση» των Ελλήνων,[2] αλλά στην περιορισμένη εγχώρια ζήτηση για επιστήμονες,[3] καθώς οι ελληνικές δεν κατάφεραν να μετακινηθούν στην αλυσίδα παραγωγής της αξίας, ώστε να παράγουν πιο σύνθετα προϊόντα και υπηρεσίες έντασης γνώσης και τεχνολογίας.

Η μεγάλη ενδυνάμωση της Αθήνας

Παράλληλα, τη δεκαετία του 1990 παρουσιάζεται μια τεράστια ενδυνάμωση της Αθήνας, με την ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων του Δημοσίου, που εδρεύουν κυρίως εκεί και τον επαναπατρισμό ελλήνων επενδυτών (κυρίως στον τομέα της ναυτιλίας) σε εταιρείες με έδρα την Αθήνα. Στην Αθήνα άλλωστε παραδοσιακά συγκεντρώνεται η οικονομική, κοινωνική και πολιτική ελίτ,[4] η ελίτ των διαμορφωτών κοινής γνώμης καθώς και οι θεσμοί διακυβέρνησης πανελλήνιας εμβέλειας (Τράπεζα της Ελλάδας, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κλπ). Η εγγύτητα σε αυτό το εθνικό –στην ουσία αθηναϊκό– καθεστώς διακυβέρνησης συντελεί στην ευκολότερη ανάπτυξη κάποιων επιχειρήσεων της Αθήνας.

Η ανάπτυξη της Αθήνας υποβοηθήθηκε και από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ): την περίοδο 2001-2005 εισέπραττε το 50-55% του ΠΔΕ[5], ενώ η Θεσσαλονίκη μόλις το 3-4%. Δηλαδή, με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες υπήρξε μια τεράστια ανακατανομή πόρων που οδήγησε στην εκτίναξη της Αθήνας.[6]

Λόγοι υστέρησης της Θεσσαλονίκης

Η πόλη δεν μπορεί να εισέλθει σε πορεία ανάπτυξης, γιατί αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα διαρθρωτικά προβλήματα της κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής της δομής, εκτός των άλλων, γιατί δεν έχει «φωνή». Δηλαδή, οι εγχώριοι παίκτες της Θεσσαλονίκης, όπως και όλων των υπολοίπων περιοχών εκτός της πρωτεύουσας, στερούνται κάθε μέσου, εκτός από την εκπροσώπηση του τόπου διαμονής τους στην Αθήνα, πράγμα που οδηγεί στη στρατηγική της εξάρτησης. Έτσι, η πόλη χάνει διαρκώς ευκαιρίες που της δίνονται και δεν μπορεί να αξιοποιήσει ούτε τα μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματά της (π.χ. πανεπιστήμια, Λιμάνι, ΔΕΘ, Φεστιβάλ Κινηματογράφου).

Η Θεσσαλονίκη δεν κατάφερε να αξιοποιήσει παραγωγικά τις μεγάλες δυνατότητες που άνοιξε η είσοδος των μεταναστών και η έξοδος ελληνικών επιχειρήσεων στα Βαλκάνια. Η συρρίκνωση της παραγωγικής της βάσης, η γενικότερη υποχώρηση της οικονομίας, και κυρίως η αύξηση της ανεργίας, δεν οδήγησαν σε συστηματική προσπάθεια για «φυγή προς τα εμπρός» μέσω νέων πρωτοβουλιών. Αντίθετα, κυριάρχησε ο συντηρητισμός σε οικονομικό επίπεδο: δηλαδή οι επιχειρήσεις ακολούθησαν «στρατηγική» φτηνού κόστους εργασίας που οδήγησε στην έλλειψη ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και στην περιορισμένη ζήτηση για επιστήμονες. Αλλά και συντηρητισμός σε πολιτικό/κοινωνικό επίπεδο: υπερεκπροσώπηση συντηρητικών απόψεων, μικρή ανοχή στο «Άλλο» κλπ.

Έτσι, ενδυναμώθηκε ο «φαύλος κύκλος» της υπανάπτυξης. Η Θεσσαλονίκη έχει παύσει πλέον να έχει τα χαρακτηριστικά «συμπρωτεύουσας» και τείνει να γίνει απλώς η μεγαλύτερη επαρχιακή πόλη.

Για τη «φυγή προς τα μπρος»

Πώς θα μπορούσε η Θεσσαλονίκη να μπει σε μια αναπτυξιακή τροχιά στις συνθήκες της γενικευμένης κρίσης που περνάει η χώρα;[7] Η Θεσσαλονίκη, όπως κάθε πόλη, έχει ιστορικές καμπές, περιόδους όπου οι πνευματικές και άλλες δυνάμεις της είναι λιγότερο δημιουργικές. Αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο αναπόφευκτο· αυτό που συνιστά όμως πρόβλημα είναι η αδυναμία προώθησης μιας στρατηγικής διεξόδου από την κρίση.

Η πόλη πρέπει να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα: έχει αναμφίβολα πλούσιο ιστορικό παρελθόν, αξιόλογο παρόν και ιδιαίτερες δυνατότητες. Είναι η δεύτερη σημαντικότερη πόλη της χώρας από άποψη πληθυσμιακή και οικονομική και το σημαντικότερο κέντρο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Έχει αξιόλογα ταλέντα, ερευνητικές μονάδες και δημιουργικές επιχειρήσεις που παράγουν σπουδαία προϊόντα και υπηρεσίες, ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο. Είναι μια ιδιαίτερα ζωντανή πόλη (λόγω της παρουσίας πολλών φοιτητών, ενός συμπαγούς κέντρου, της μίξης των χρήσεων, των καλών καιρικών συνθηκών κλπ.), πράγμα που την κάνει ελκτική διεθνώς.[8]

Για να εισέλθει η πόλη σε τροχιά ανάπτυξης προέχει η αξιοποίηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και δυνατοτήτων της, με σκοπό τη διεύρυνση του ρόλου της στο εθνικό και διεθνές αστικό σύστημα. Πρέπει να υπάρξουν πολιτικές για τη στήριξη της «επαναβιομηχάνισης» της πόλης. Χρειάζονται τολμηρές αποφάσεις για την αξιοποίηση υπαρχόντων πόρων, αλλά και δόμηση πλεονεκτημάτων με βάση την ιστορία και το σημαντικό πολιτιστικό της απόθεμα. Η πόλη πρέπει να ξεπεράσει τον συντηρητισμό της –συχνά ακραίο (π.χ. «Μακεδονικό»)– που την οδήγησε στο πρόσφατο παρελθόν σε ματαιόδοξες και ανώφελες ρητορείες (π.χ. «Μητρόπολη των Βαλκανίων», «συμπρωτεύουσα»).[9] Πρέπει να πάψει να είναι εσωστρεφής και να λειτουργεί φοβικά προς το «άλλο» και να επιδιώξει τη φυγή προς τα μπρος με την αξιοποίηση της συνύπαρξης στην πόλη ανθρώπων από περισσότερες από 130 χώρες και πολιτισμούς και τη βελτίωση των σχέσεων με τις γειτονικές της χώρες. Μην ξεχνάμε ότι η πόλη στη μακρόχρονη ιστορία της μεγαλουργούσε όποτε ήταν «ανοικτή στο άλλο».

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης, παρότι δεν έχει τη δυνατότητα μεγάλων παρεμβάσεων στην οικονομία, μπορεί να παίξει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ανάπτυξη. Εξάλλου, μπορεί να διασφαλίσει τη συνεργασία όλων των δήμων του πολεοδομικού συγκροτήματος, ώστε να δημιουργηθεί μια κρίσιμη μάζα που θα επιτρέψει στη Θεσσαλονίκη να αναδειχθεί σε ένα σημαντικό πόλο. Ο νέος ρόλος της πόλης δεν μπορεί να προκύψει αυτομάτως· απαιτεί σχεδιασμό και η έλλειψη του δεν αποτελεί αίτιο, αλλά μάλλον αποτέλεσμα. Το πραγματικό αίτιο είναι η έλλειψη των οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικών δεδομένων, αλλά και μιας ισχυρής συμμαχίας κοινωνικών-οικονομικών, πολιτικών και πνευματικών δυνάμεων, που θα είναι σε θέση να συντονίσει τη διαμόρφωση ενός Στρατηγικού Σχεδίου για την ανάπτυξη της. Ενός Σχεδίου με έντονο αναδιανεμητικό χαρακτήρα και θα διασφαλίζει τη δημιουργία μονιμότερων οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και θεσμικών συνθηκών (μείωση της ανεργίας, εξασφάλιση ικανοποιητικού επιπέδου υγειονομικής περίθαλψης και παιδείας), που θα επιτρέπουν την ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας στο επίπεδο του ατόμου και των συλλογικών δραστηριοτήτων της κοινωνίας.

Μάλιστα, ο Δήμος, στη βάση ενός τέτοιου Σχεδίου, θα μπορούσε να διεκδικήσει σημαντικούς πόρους, ώστε να διαμορφωθούν οι αρχικές συνθήκες (δηλαδή η διασφάλιση υψηλής ποιότητας στρατηγικού χαρακτήρα υποδομών)[10] για την ώθηση της Θεσσαλονίκης προς τα εμπρός.

 

Ο Λόης Λαμπριανίδης είναι οικονομικός γεωγράφος και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Το κείμενο παρουσιάστηκε σε εκδήλωση του συνδυασμού «Θεσσαλονίκη Ανοιχτή Πόλη», στις 31.3.2014.

 

 

 

[1]Όπως προκύπτει από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, υποαπασχόλησης, ετεροαπασχόλησης, απασχόλησης σε δουλειές κατώτερες των προσόντων, χαμηλές αμοιβές επιστημόνων κλπ.

[2]To 2012 η Ελλάδα ήταν 17η με 26,1% των ατόμων ηλικίας 25-64 να έχουν πτυχίο τριτοβάθμιας όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε.-27 ήταν 28,3%.

[3] Η ελληνική οικονομία, συγκρινόμενη με τις άλλες χώρες της Ε.Ε.-27, είναι:21η ως προς % πτυχιούχων στο σύνολο των απασχολουμένων, 26η ως προς % απασχόλησης σε κλάδους γνώσης και τεχνολογίας και ως προς τον αριθμό ερευνητών / 1000 απασχολούμενους.

[4] Η άρχουσα τάξη της Ελλάδας εκπαιδεύεται στα ίδια καλά σχολεία και πηγαίνει στα ίδια αθλητικά κλαμπ στην Αθήνα, σπουδάζει στα καλύτερα πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ, και εργάζεται σε υψηλά αμοιβόμενες δουλειές στο εξωτερικό και, στη συνέχεια, στην Ελλάδα. Τμήμα της άρχουσας τάξης της Αθήνας ανήκει πλέον στη διεθνή καπιταλιστική ελίτ, γεγονός που της προσδίδει σοβαρή δυναμική.

[5] Το ποσοστό αυτό πρέπει να είναι πολύ υψηλότερο αφού μεγάλο μέρος των «μη χωρικά κατανεμόμενων» δαπανών που συνιστούν το 40% του ΠΔΕ αφορούν την Αττική.

[6] Επίσης, στην Αθήνα, επειδή ακριβώς υπάρχει μια «κρίσιμη μάζα», υπάρχει ικανή ζήτηση για ορισμένες υπηρεσίες και συνεπώς είναι οικονομικά προσοδοφόρο να πραγματοποιούνται κάποια έργα με ΣΔΙΤ (Αττική Οδός, Αεροδρόμιο, Αττικό Μετρό κλπ.).

[7]Σήμερα η χώρα μας βρίσκεται στο μέσον μιας δομικής κρίσης. Μια κρίση που εν πολλοίς οφείλεται στην παντοδυναμία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στην αδυναμία των χωρών του Νότου να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό από τις χώρες του «Βορρά» στο εσωτερικό της Ε.Ε. Η κοινωνία είναι στα όριά της. Υπάρχουν πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας, ενώ πολλοί εργαζόμενοι είναι απλήρωτοι για μήνες. Παράλληλα, ακόμη και μέχρι πρόσφατα υγιείς επιχειρήσεις, καταρρέουν. Αυτό που χρειάζεται είναι αλλαγή αναπτυξιακού μοντέλου, τόσο για τη χώρα όσο και για τη Θεσσαλονίκη. Χρειάζεται ένα νέο μοντέλο που να στηρίζεται στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας.

[8] Το 2011 οι NewYorkTimes την κατέταξαν ανάμεσα στις 41 «places to go».

[9] Είναι, χαρακτηριστικό, πρόσφατα, το εξής: το γεγονός ότι η Θεσσαλονίκη πρώτευσε σε μια από τις πολλές κατηγοριοποιήσεις των πόλεων που έκαναν οι Financial Times«ως η καλύτερη μεσαίου μεγέθους πόλη, με κριτήριο το ανθρώπινο κεφάλαιο και τον τρόπο ζωής», διαβάστηκε με αποκλειστική έμφαση στο πρώτο σκέλος της πρότασης!

[10] Όπως αεροδρόμιο, σιδηρόδρομο, λιμάνι, μετρό, διεθνές συνεδριακό κέντρο κλπ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s