Τα αιθέρια έλαια των εκλογών

Standard

της Ιωάννας Μεϊτανη

Έργο του Ρόμπερτ Μπερένυ

Έργο του Ρόμπερτ Μπερένυ

Σήμερα, έπειτα από μια σχετικά σύντομη προεκλογική περίοδο και μια μεγαλύτερη περίοδο ζυμώσεων, ψηφίζουμε στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Όλες και όλοι, τουλάχιστον αν μιλάμε για τους αναγνώστες αυτής της εφημερίδας, περιμένουμε να εκφραστεί το λεγόμενο μήνυμα της κοινωνίας· ένα μήνυμα το οποίο θα ακουστεί δυνατότερο στον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών, θα γίνει πιο ανάγλυφο και τρανταχτό με το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών: χρειαζόμαστε την ανατροπή και επενδύουμε στον ΣΥΡΙΖΑ γι’ αυτό. Σκοπός αυτού του σχολίου όμως δεν είναι να θριαμβολογήσει εκ των προτέρων, αλλά να εκφράσει μια ελπίδα, που γεννήθηκε τις τελευταίες μέρες.

Στα αυτοδιοικητικά ψηφοδέλτια της Αριστεράς εκφράζεται ένας μεγάλος πλούτος ανθρώπων, μια ευρεία γκάμα. Σίγουρα μεταξύ των υποψηφίων υπάρχουν –καθώς η Αριστερά ξεχωρίζει για πολλά, αλλά δεν είναι μια συνθήκη παραδεισένια, εξωανθρώπινη και εκτός κοινωνίας– χαρακτήρες και χαρακτήρες, κίνητρα και κίνητρα. Αναφέρομαι όμως σε αυτό που κυριαρχεί και δίνει τον τόνο: σε έναν κόσμο που προσφέρει ανιδιοτελώς, που βάζει το συλλογικό συμφέρον πάνω απ’ το δικό του, που χαίρεται για τις νίκες της παράταξης και δεν μετράει και ξαναμετράει τους σταυρούς του. Είναι ένας κόσμος που δεν συστρατεύτηκε απλώς για να γεμίσει η λίστα. Συστρατεύτηκε γιατί πιστεύει ή γιατί –δικαίως– πείστηκε ότι έχει να προσφέρει. Εκτός από ανθρώπους ψημένους ήδη στην τοπική αυτοδιοίκηση και τις διαδικασίες της, είναι όλοι αυτοί που είτε εξαρχής και αυτοβούλως με όρεξη, είτε έπειτα από «ζύμωμα», αλλά μετά με όλο και μεγαλύτερο κέφι, είτε στην αρχή από φιλότιμο κι έπειτα όλο και περισσότερο πεπεισμένες ότι έκαναν καλά, αποφάσισαν πάντως να συμμετέχουν στα κοινά. Κάποιοι από αυτούς πολιτεύτηκαν ή και πολιτικοποιήθηκαν για πρώτη φορά, κι αυτό είναι μεγάλο κεφάλαιο. Αισθάνθηκαν ότι τώρα, σε μια κρίσιμη στιγμή, μπορούν και είναι σημαντικό να προσφέρουν. Τα καλά (ή και εξαιρετικά, μερικές φορές) ψηφοδέλτια που συγκροτήθηκαν δεν είναι καλά μόνο γιατί συγκεντρώνουν καλά ονόματα, αλλά γιατί οι άνθρωποι αυτοί κομίζουν απόψεις, ιδέες, δύναμη, πάθος, φέρνουν κι άλλους ανθρώπους. Τα –ενίοτε κακεντρεχή– σχόλια για την «κουτσή Μαρία υποψήφια» (θυμίζω το σχόλιο του Μάνου Αυγερίδη στα προηγούμενα «Ενθέματα»: bit.ly/1mqAXBK) καταγράφουν, από την ανάποδη, αυτή την τάση συστράτευσης και συμμετοχής. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιατρικός τουρισμός και δύο ταχύτητες στην υγεία

Standard

της Δέσποινας Μπίρη

Έργο του Πωλ Ντελβώ, 1947

Έργο του Πωλ Ντελβώ, 1947

«Ο ιατρικός τουρισμός είναι μεγάλος στόχος για την κυβέρνησή μας. Εξαιρετικά μεγάλος στόχος. Είναι ένα κομμάτι της αγοράς όπου δυστυχώς, ενώ η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι πρώτη, όλα αυτά τα χρόνια την είχε αφήσει αναξιοποίητη και άλλες χώρες την έχουν αξιοποιήσει και κερδίζουν πάρα πολλά λεφτά. Άρα, θα το φέρουμε και στην Ελλάδα όσο μπορούμε πιο γρήγορα και φυσικά απενοχοποιούμε τον ιδιωτικό τομέα» (goo.gl/rBTDc4). Αυτά δήλωνε, πριν λίγο καιρό, στα τέλη του Φλεβάρη ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης. Ας σταθούμε λίγο σε αυτό τον «εξαιρετικά μεγάλο στόχο».

Καταρχάς, ο υπουργός αναφέρεται ξεκάθαρα σε διευκόλυνση της δραστηριοποίησης ιδιωτικών εταιρειών, οι οποίες θα παρέχουν ευρύ φάσμα υπηρεσιών ιατρικού τουρισμού προς επισκέπτες, σε ιδιωτικές μονάδες και ξενοδοχειακά συγκροτήματα, ίσως και ιδιωτικές πτέρυγες δημόσιων νοσοκομείων. Οι υπηρεσίες μπορεί να περιλαμβάνουν επεμβάσεις πλαστικής χειρουργικής, οδοντιατρικές υπηρεσίες, μη επείγουσες εγχειρίσεις, καθώς και υπηρεσίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (η οποία έχει αναγνωριστεί ως προτεραιότητα για τον ελληνικό ιατρικό τουρισμό).

Ο ιατρικός τουρισμός προϋποθέτει τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μεταξύ τόπου και υγείας, καθώς και την επαναχάραξη των ορίων μεταξύ όσων δικαιούνται και όσων δεν δικαιούνται πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Οι προτεραιότητες που τίθενται από την ηγεσία του Υπουργείου, όπως θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια, προϋποθέτουν, κυνικά, μια νεοαποικιοκρατική θεώρηση περί πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας, αγνοώντας σημαντικές παραμέτρους όπως το τοπικό πλαίσιο, η μέριμνα για τη δίκαιη διανομή κρατικών πόρων και ο σεβασμός στο περιβάλλον. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια πιο «δημοκρατική δημοκρατία»: Η δημοκρατία της Αριστεράς, η κυβέρνηση της Αριστεράς

Standard

του Μάκη Κουζέλη

4-kouzelis-1Ξεκινώ με το δάνειο από τον Πουλαντζά, παραφράζοντάς τον: η δημοκρατία ή θα είναι σοσιαλιστική ή δεν θα είναι δημοκρατία.

Η κρίση έχει αναδείξει στην απλότητά της, στη γυμνή της αλήθεια, την εγγενώς αντιφατική σχέση μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού. Έχει επιτρέψει στις δυνάμεις που ελέγχουν την πολιτική και κατέχουν την οικονομική εξουσία να συρρικνώσουν σε μέγιστο βαθμό την ανταπόκριση του καθεστώτος στις λαϊκές αξιώσεις. Έχει νομιμοποιήσει την αναίρεση κατακτήσεων και δικαιωμάτων και επομένως την επιβολή πιο επιθετικών όρων αξιοποίησης-εκμετάλλευσης της εργασίας. Έχει καταστήσει πολιτικά σαφές πως, σε κάθε πίεση, το κεφάλαιο θα θυσιάσει θεσμικά περιεχόμενα και κοινωνικές παραχωρήσεις, ώστε να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις διευρυμένης αναπαραγωγής του· πως όπου και όσο μπορεί θα περιορίσει τις αρχές συγκρότησης της αστικής κοινωνίας –την ισότητα και την ελευθερία που ορίζουν τον ίδιο τον τρόπο παραγωγής– στο νομικο-οικονομικό τους περίβλημα, στις τυπικές προϋποθέσεις σύναψης συμβολαίων· πως όσο η λογική αλλά και ο τυχοδιωκτισμός του κυριαρχεί, η αντίφαση μεταξύ ισότητας και ιδιοκτησίας, μεταξύ λαϊκής κυριαρχίας και οικονομικής δεσποτείας θα επιλύεται υπέρ της δεύτερης.

Η αστική δεξίωση του φασισμού

Στην Ελλάδα της Χρυσής Αυγής, αλλά υποθέτω και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες από τη Γαλλία και την Ιταλία έως τη Νορβηγία και την Ουγγαρία –αφήνω να καταλαγιάσει η σκόνη κι η πυρίτιδα πριν αναφερθώ στην Ουκρανία–, παντού, η ενίσχυση και αστική δεξίωση του φασισμού, αλλά ακόμα και οι σπασμωδικές αντιδράσεις με την επιβαλλόμενη αναγνώριση της απειλής του, συνόδευσαν την αποσταθεροποίηση των δημοκρατικών θεσμών που οργανωμένα προωθεί το μπλοκ εξουσίας, μέσω της αδρανοποίησής τους. Αδρανοποιεί τους δημοκρατικούς θεσμούς για να ακυρώσει τις λαϊκές αξιώσεις που αρθρώνονται στο όνομά τους και με την αγωνιστική τους αξιοποίηση: σύνταγμα, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, κοινοβουλευτικός έλεγχος, αυτοδιοίκηση, δημοκρατικά οργανωμένα κόμματα, δημόσιος λόγος και δημόσιος διάλογος, λογοδοσία και διαφάνεια, αιρετή και αναιρέσιμη εκπροσώπηση, ελεύθερη και ισότιμη πληροφόρηση και έκφραση. Συνέχεια ανάγνωσης

Αστικοί κήποι: Ο λαχανόκηπος του Ελληνικού και τα μποστάνια του Γεντίκουλε

Standard

της Ακγκιούν Ιλχάν

Έργο του Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ

Έργο του Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ

Tο κύμα των ιδιωτικοποιήσεων, κατόπιν των συμφωνιών της ελληνικής κυβέρνησης με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σάρωσε και το παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού στην Αθήνα. Ο υπό ιδιωτικοποίηση παλιός αερολιμένας είναι μια ανεκτίμητη έκταση 6.200 στρεμμάτων στην παραλία με τη χρυσαφένια άμμο του Αγίου Κοσμά. Το Ελληνικό, με τη χλωρίδα και την πανίδα του, είναι μια από τις τελευταίες οάσεις πρασίνου στην Αθήνα. Εδώ βρίσκονται επίσης αθλητικές εγκαταστάσεις που κατασκευάστηκαν για τους Ολυμπιακούς του 2004. Όμως η κυβέρνηση σκοπεύει να νοικιάσει την έκταση σε επιχειρήσεις για 99 χρόνια, ενώ θα μπορούσε να την παραδώσει προς δημόσια χρήση, κάνοντας βελτιωτικές εργασίες περιορισμένου κόστους. Οι επιχειρήσεις θα κατασκευάσουν εδώ εμπορικά κέντρα, τουριστικούς χώρους αναψυχής, κτίρια γραφείων, καζίνα, γήπεδα γκολφ και πολυτελείς κατοικίες που προορίζονται για την ελίτ των πλουσίων. Το κεφάλαιο ανακαλύπτει ένα νέο πεδίο προς επενδύσεις, στο οποίο μπορεί να βάλει χέρι με τη βοήθεια του κράτους, κάνοντας κτήμα του τον δημόσιο χώρο σε μεγαλουπόλεις που συγκεντρώνουν μεγάλες μάζες καταναλωτών, όπου η γη έχει πλέον μεγάλη αξία. Έτσι, το κεφάλαιο αποκτά και τη δύναμη να μεταμορφώσει τις μεγαλουπόλεις σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες.  Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φόβος της Αριστεράς

Standard

 του Αριστείδη Καλάργαλη

 3-kalargalisΣτις 5 Ιουλίου 1931 πραγματοποιήθηκε αναπληρωματική εκλογή στον Νομό Λέσβου (εξαιτίας της παραίτησης του βουλευτή Βύρωνα Καραπαναγιώτη). Σ’ αυτές ο υποψήφιος της Αριστεράς (ΚΚΕ), Αχιλλέας Κοντάρας, συγκέντρωσε το 21,39% των ψήφων, ενώ στις προηγούμενες εκλογές του 1928 (Ενιαίον Εκλογικόν Μέτωπον) είχε λάβει μόλις 5,37%. Ταυτόχρονα, οι ψήφοι των Φιλελευθέρων από 82,95% ελαττώθηκαν περίπου στο μισό (46,53%). Αυτές οι δύο μεταβολές θορύβησαν πολλούς. Ανησύχησαν για την άνοδο της Αριστεράς — όπως και σήμερα. Στις τοπικές εφημερίδες δημοσιεύθηκαν δύο άρθρα που σχολιάζουν τα αποτελέσματα και τα αίτιά τους. Ο αρθρογράφος με το ψευδώνυμο ΤΡ.ΑΠ.ΕΡΙΑΝΟΣ γράφει απ’ την κωμόπολη Πολιχνίτος της Λέσβο, στην εφημερίδα Ταχυδρόμος (9.7.1931), την άποψή του για το εκλογικό αποτέλεσμα, στο άρθρο «Ο κόσμος πείνασε. Ξεγυμνώθηκε, ξεπαπουτσώθηκε».

Περιγράφει την κατάσταση του χωριού του, η οποία είναι η ίδια σε πολλά χωριά, αλλά παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με το σήμερα. «Παλιοί κτηματίαι νοικοκυρεμένοι, σήμερα δυστυχούν μαζί με τις οικογένειές των. Δεν έχουν στην τσέπη των ούτε τη δραχμή για καφέ. Πολλοί δεν κατεβαίνουν στο χωριό γιατί ο τσαγκάρης τούς αρνήθηκε την πίστωση και από πολλού το πόδι τους ξέμαθε να φορεί παπούτσι. Είναι οικογένειες που μόνη τροφή τους έχουν τα κουκιά προϊόν της εποχής και λάδι. Στερούνται και το ψωμί των ακόμα και το κάθε είδος της ανάγκης αφού ο βερεσές έπαψε προ πολλού. […] Στα καφενεία δεν κατεβαίνει τα βράδια γιατί έτσι που κατήντησε ντρέπεται κι αυτός τον εαυτό του». Φοβάται για το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών. Γιατί η ψήφος των πολιτών θα είναι «μαύρη βγαλμένη απ’ τις μαυρισμένες ψυχές των. “Μαύρη η ψήφος γι’ αυτούς που δε φάνηκαν πιστοί στην εργαζόμενη και μοχθισμένη τάξη, μαύρη πέρα ως πέρα για αυτούς που παρασύρθηκαν απ’ τους κεφαλαιοκράτες και μεγαλοβιομηχάνους και ξέχασαν ολότελα στο ύπαιθρο, τον ήλιο και στη βροχή τον κόσμο ο οποίος με τον ιδρώτα και τις στερήσεις του πληρώνει τους υπέρογκους φόρους στο κράτος τους οποίους χαμοτρώνε οι λυμεώνες των συμβάσεων και οι Ευρωπαίοι τοκογλύφοι». Ζει στο χωριό του και αντιλαμβάνεται ότι οι συγχωριανοί του, όπως και των άλλων χωριών, δεν αντέχουν πλέον την παραπλάνηση. «Την πάθαμε μια, την πάθαμε δυο, λεν οι καημένοι μ’ όλο το δίκιο μ’ όλη τους τη ψυχική αγανάχτηση. Δεν την ξαναπαθαίνουμε πια […] θα ψηφίσουμι δικούς μας ανθρώπους που θα μας υποστηρίξουν. Όχι καφαλαιοκράτες!». Συνέχεια ανάγνωσης

«Να τους πάρετε σπίτι σας!»

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Φωτογραφία του Άγγελου Τζωρτζίνη

Φωτογραφία του Άγγελου Τζωρτζίνη

«Να τους πάρετε σπίτι σας!». Αγαπημένη και μόνιμη επωδός κάθε αξιοσέβαστου ακροδεξιού, προς την Αριστερά, στις συζητήσεις για το μεταναστευτικό: «Αφού τους αγαπάτε τόσο τους μετανάστες, να τους βάλετε σπίτι σας!». Το έχουμε ακούσει πάμπολλες φορές σε καφενεία, στην τηλεόραση, στη Βουλή. Δεν θέλω φυσικά να αναλύσω τον παραλογισμό και τη δημαγωγία αυτής της επωδού. Με βάση την ίδια λογική, όποιος ζητάει να κυκλοφορεί το μετρό το βράδυ πρέπει να γίνει τραμβαγέρης και να οδηγεί τους συρμούς, όποιος ζητάει φαρμακευτική περίθαλψη πρέπει να γίνει ο ίδιος φαρμακοτρίφτης και να φτιάνει τα φάρμακα, όποιος ζητάει να βελτιωθούν τα σχολικά εγχειρίδια πρέπει να τα συγγράφει ο ίδιος κλπ. Η επωδός, ωστόσο, συνήθως πετυχαίνει τον στόχο της, δυσκολεύοντας τον αριστερό συνομιλητή. Με κάποιες απολαυστικές εξαιρέσεις. Πριν κάποια χρόνια στην τηλεόραση κάποιος επιφανής φασίστας (δεν θυμάμαι αν ήταν ο Α. Γεωργιάδης ή ο Μ. Βορίδης) «στρίμωχνε» τον Νάσο Θεοδωρίδη, επιμένοντας: «Εσείς του ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν τους παίρνετε σπίτι σας τους λαθρομετανάστες, αφού τους αγαπάτε;», «Εσείς, κ. Θεοδωρίδη, θα τους παίρνατε σπίτι σας;». Η απάντηση ήταν αποστομωτική: «Βεβαίως και θα τους έπαιρνα, με χαρά! Τους φασίστες σαν κι εσένα δεν θα ’παιρνα!».

Δεν τα θυμήθηκα όλα αυτά για να ευθυμήσουμε. Αντιθέτως. Τα θυμήθηκα επειδή, στην υπόθεση των ναυαγών της Σάμου, το ελληνικό κράτος φάνηκε να έχει υιοθετήσει πλήρως τη λογική «Να τους πάρετε σπίτι σας». Επί ένα διήμερο, μέχρι να έρθουν οι ναυαγοί από τη Σάμο στην Αθήνα, οι μόνοι που ασχολούνταν με το πού θα πάνε αυτοί οι άνθρωποι όταν φτάσουν στον Πειραιά ήταν βουλευτές της Αριστεράς και στελέχη ανθρωπιστικών οργανώσεων. Το κράτος και οι ποικίλοι φορείς όχι μόνο δεν δραστηριοποιήθηκαν, αλλά και κώφευαν –ή έστω ημικώφευαν– στις εκκλήσεις, πάντως λύση δεν βρισκόταν. Συνέχεια ανάγνωσης

Ψωμί, παιδεία, φαντασία: για της γενιάς μας τη μελλοντολογία

Standard

του Νικόλα Κοσματόπουλου

Μαξ Ερνστ. "Πλειάδες"

Μαξ Ερνστ. «Πλειάδες»

Το 2001 σπούδαζα στο Βερολίνο, όταν έπεσα πάνω στα βιβλία ενός καθηγητή «μελλοντολογίας». Ο κύριος αυτός, επικεφαλής ενός μεγάλου ερευνητικού προγράμματος που χρηματοδοτούσε η AmericanTobaccoCompany, είχε βαλθεί να μαντέψει το μέλλον με επιστημονικές μεθόδους, μελετώντας τάσεις, όχι μόνο στην κατανάλωση και τη μόδα, αλλά και το κράτος, την οικονομία, την πολιτική. Προερχόμενος από μια χώρα που έχει μάθει να δοξάζει το παρελθόν και να ζει το τώρα, θεώρησα ότι ο καθηγητής Οπασόφσκι ήταν τυχοδιώκτης, αν όχι τσαρλατάνος.

Σήμερα, ο τσαρλατάνος αυτός μού φαντάζει σοφός, όχι απαραίτητα γιατί έπεσε μέσα στις προβλέψεις του, αλλά πιο πολύ γιατί με έκανε να καταλάβω ότι η σημερινή ηγεμονία της Γερμανίας στην Ευρώπη οφείλεται (και) στην ιδιαίτερη σχέση της με τον χρόνο. Με μια έννοια, οι Γερμανοί είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένοι να ασχολούνται με το μέλλον, αφού έχουν αποκηρύξει το (εγκληματικό) παρελθόν. Αυτός ο μελλοντοκεντρισμός (sic!) αποτελεί όχι μόνο εξαίρεση στην Ευρώπη της ιστοριολαγνίας μέχρι αλληλοσπαραγμού, αλλά και σημαντικό πλεονέκτημα όταν, για παράδειγμα, οδήγησε τη Γερμανία στη μελέτη σεναρίων για το μέλλον της Ε.Ε. και του κόσμου, ενώ όλοι οι υπόλοιποι –εκτός από κάποιες ελάχιστες Κασσάνδρες που προέβλεπαν διάλυση της ένωσης ήδη από τότε– έπλεαν σε πελάγη (μουντιαλικής) ευτυχίας και (ολυμπιακής) άγνοιας. Ήδη πριν το ευρώ, οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να μετατρέπουν την Κίνα σε φτηνό παραγωγό και την υπόλοιπη Ευρώπη σε ακριβό καταναλωτή των προιόντων τους. Στη γερμανική εκδοχή του γνωστού μύθου, το μυρμήγκι δεν είχε ορίζοντα ενός χειμώνα, αλλά τουλάχιστον μιας εικοσαετίας, όταν το τζιτζίκι σφύριζε στην Εurovision.

Κρισιολογία ως νέα ηγεμονία. Η δυνατότητα της οργάνωσης του μέλλοντος με ψυχραιμία, υπομονή και σε βάθος χρόνου είναι η πρώτη που καταστρέφεται από την κρίση και ειδικά από την κρισολογία. Η κρισιολογία –ο κυρίαρχος Λόγος των ειδικών που αναλύει τα πάντα με όρους κατεπείγοντος– είναι ακόμα πιο επικίνδυνη από την ίδια την «κρίση». Μετατρέπει το πολιτικό υποκείμενο σε ιατρική περίπτωση, η οποία, αντί δικαιωμάτων, έχει αποκτήσει συμπτώματα, και της οποίας ο υπολειπόμενος χρόνος μετριέται ως αντίστροφη μέτρηση προς την επικείμενη καταστροφή. Η κρισιολογία διαφέρει από τον μεσσιανισμό κυρίως επειδή η πρώτη αδυνατεί να προσφέρει την λύτρωση που υπόσχεται ο δεύτερος. Συνέχεια ανάγνωσης