Μετανάστευση και εγκλήματα ρατσιστικού μίσους: Ένα μακρύ ταξίδι θυματοποίησης

Standard

της Αναστασίας Χαλκιά

Έργο του Κυριάκου Κατζουράκη, από την ενότητα "Ο δρόμος προς τη Δύση"

Έργο του Κυριάκου Κατζουράκη, από την ενότητα «Ο δρόμος προς τη Δύση»

Η μετανάστευση προς την Ελλάδα από τρίτες χώρες και η διαχείρισή της σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο δεν άφησαν ανεπηρέαστο το εγκληματικό φαινόμενο. Αντίθετα, φαίνεται πως συνέβαλαν στον μετασχηματισμό των στοιχείων του, στη διεύρυνση του κύκλου των θυμάτων αλλά και στη μεταβολή των κοινωνικών στάσεων. Στο πλαίσιο αυτό συγκροτήθηκε μια «νέα μορφή»[1] εγκληματικότητας, τα εγκλήματα ρατσιστικού μίσους ή ρατσιστικής προκατάληψης ή ρατσιστικής βίας.

Με τον όρο «έγκλημα μίσους» προσδιορίζεται η εγκληματική πράξη που υποκινείται από έχθρα ή προκατάληψη ενάντια σε ένα άτομο ή την περιουσία του (κινητή ή/και ακίνητη), βασιζόμενη σε πραγματικά ή αποδιδόμενα φυλετικά, εθνικά/εθνοτικά, θρησκευτικά, έμφυλα χαρακτηριστικά, στον σεξουαλικό προσανατολισμό του θύματος ή σε κάποιο άλλο παρεμφερές χαρακτηριστικό που είναι εγγενές και δεν μπορεί να αλλάξει ή τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα άτομο να μην πρέπει να αναγκάζεται να το αποκηρύξει. Τα εγκλήματα μίσους διαφέρουν έναντι των άλλων, αφενός λόγω των κινήτρων του δράστη, αφετέρου λόγω των συνεπειών τους στο μικρο- (άτομο), μεσο- (ομάδα) και μακροεπίπεδο (κοινωνία). Η πλημμελής αντιμετώπισή τους, σε συσχετισμό τη βαρύτητά τους και τη συχνότητα τέλεσής τους, μετέχουν στον σταδιακό εκφασισμό της κοινωνίας, και ως εκ τούτου στην έκπτωση της δημοκρατίας. Τα εγκλήματα αυτά δεν μπορούν να προσεγγιστούν ανεξάρτητα από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που δημιουργούν τους όρους εμφάνισής τους, την εκάστοτε ιστορική συγκυρία αλλά και τις έννοιες της ταυτότητας/ετερότητας και της ιεράρχησής τους στον χρόνο και τον χώρο. Συνεπώς, τα εγκλήματα ρατσιστικού μίσους, στην Ελλάδα σήμερα, ορίζουν το σημείο όπου συναντώνται, με εξαιρετική ένταση, η παρούσα κρίση, το μεταναστευτικό ζήτημα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι αξίες της δημοκρατίας.

Όμως, η θυματοποίηση στα εγκλήματα ρατσιστικού μίσους συνιστά μία μόνο από τις θυματοποιήσεις που υφίστανται οι μετανάστες και δεν μπορεί να μελετηθεί αποσπασματικά, εφόσον κάθε προηγούμενη δημιουργεί πρόσφορες συνθήκες για την επόμενη και όλες μαζί επιτείνουν την ολοένα αύξουσα ευαλωτότητα αυτών των ανθρώπων. Συναρτάται, επομένως, με θυματοποιήσεις που έχουν συμβεί στη χώρα καταγωγής (δομική θυματοποίηση) αλλά και στη χώρα προορισμού (θεσμική θυματοποίηση).

Οι μετανάστες, στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και των γεωπολιτικών συσχετισμών, ήταν ήδη δομικά θυματοποιημένοι στη χώρα καταγωγής. Η «δομική» θυματοποίηση αναφέρεται στις κοινωνικές δομές και στις σχέσεις εξουσίας σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, είναι διακριτή λόγω του μεγέθους της και του πανταχού παρόντος χαρακτήρα της και παίρνει διάφορες μορφές, όπως ο πόλεμος, η τυραννία, η γενοκτονία, η δικτατορία, η δίωξη, τα βασανιστήρια κ.λπ. Κατόπιν, εγκαταλείποντας τον τόπο τους, οι μετανάστες εμπλέκονται σε δίκτυα διακίνησης που μπορεί να περιλαμβάνουν, πέρα από τον χρηματισμό των διακινητών, εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση, κάκιστες και εξαιρετικά επισφαλείς συνθήκες μεταφοράς, εξαναγκασμό σε υποχρεωτική εργασία και σεξουαλική εκμετάλλευση. Σε όλη αυτή την πορεία, όμως, τίποτα δεν μοιάζει χειρότερο από την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής και τίποτα καλύτερο από την εκπλήρωση της προσμονής να φτάσουν –ζωντανοί– και να παραμείνουν στη Δύση. Στο πλαίσιο αυτό, η κατ’ επιλογήν ή αναγκαστική «απώλεια» των ταξιδιωτικών εγγράφων συνιστά την «ιδρυτική πράξη» θυματοποίησής τους σε αυτό το ταξίδι προς την Ευρώπη. Ισχυρισμοί όπως «πετάξαμε τα διαβατήρια στη θάλασσα» ή «μας είπε ο διακινητής να τα πετάξουμε» αποτελούν μια ενσυνείδητη απεμπόληση της (νόμιμης) ταυτότητας του υποκειμένου και σηματοδοτούν το πέρασμα σε μια άλλη, νέα, ακόμα πιο επισφαλή από την προηγούμενη. Η ταυτότητα του υποκειμένου (δεν) γίνεται δεκτή ως αληθής μόνο «κατά δήλωσή του» — με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τη ζωή του. Εξ ορισμού, όμως, η συνθήκη αυτή είναι ένα άνοιγμα προς την ευαλωτότητα, μια δεξίωση του κινδύνου άνευ όρων. Για τον λόγο αυτό δεν έχει σημασία εάν οι ισχυρισμοί του υποκειμένου είναι ψευδείς ή αληθείς αλλά ότι έχουν αντικειμενικές συνέπειες για το ίδιο.

Φτάνοντας στην Ελλάδα, οι μετανάστες χωρίς χαρτιά, εισέρχονται σε έναν νέο κύκλο θυματοποίησης, «θεσμικής» αυτή τη φορά, που αφορά τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησής τους, την εκπαίδευσή τους, τις δυνατότητες νόμιμης ένταξης στην κοινωνία όπου διαβιούν, αρκετοί από αυτούς αδιαλείπτως επί πολλά συναπτά έτη.

Πέρα, όμως, από την προηγηθείσα δομική θυματοποίησή στο τόπο τους και τη θεσμική στη χώρα προορισμού, η επικρατούσα πρόσληψη για την άμεση και γραμμική σύνδεση της μετανάστευσης με την εγκληματικότητα συμβάλλει περαιτέρω στη θυματοποίησή τους απέναντι στην ποινική δικαιοσύνη. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι από την αντίστιξη που δημιουργείται στη βάση του φυλετικού/εθνικού στοιχείου μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών, παράγεται μία ακόμη: η αντίστιξη του νομοταγούς έλληνα πολίτη και του εγκληματία μετανάστη, η οποία ενισχύει την πρώτη και μεταφέρει προϋπάρχουσες συγκρούσεις στο επίπεδο της ποινικής δικαιοσύνης. Εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη την έλλειψη πλαισίου και πρακτικών για την προστασία και αρωγή των θυμάτων ρατσιστικής βίας, τις επιχειρήσεις «φιλοξενίας» σε ενηλίκους και ανηλίκους που εγκλείονται επί μακρόν σε κέντρα κράτησης ή σε κρατητήρια αστυνομικών τμημάτων, μέσα σε άθλιες και εξευτελιστικές συνθήκες διαβίωσης και μεταχείρισης, διαφαίνεται πόσο σύνθετη καθίσταται η διαχείριση της μετανάστευσης σε πολιτειακό επίπεδο, στο βαθμό που μπορεί να αποτελέσει, μεταξύ άλλων, προσδιοριστικό παράγοντα τριών φαινομένων: της εγκληματογένεσης, της εγκληματοποίησης και της θυματοποίησης.

Η θυματοποίηση, όμως, δεν σταματά εκεί, αλλά, μέσω θεσμικών πρακτικών, εκτείνεται, «διαγενεακά» στα παιδιά των μεταναστών, τα οποία ενέχουν ρόλο διελκυστίνδας μεταξύ νόμιμου/παράνομου, και συνιστά το μέτρο βάσει του οποίου διαμορφώνεται η ζωή τους· συχνά στη μόνη χώρα που έχουν γνωρίσει.

Αν και η θυματοποίηση στο ρατσιστικό έγκλημα παραμένει από τις πιο βίαιες, εντούτοις, αποτελεί μία μόνο από αυτές που υφίστανται οι μετανάστες σε έναν διαρκή κύκλο (ανα)τροφοδότησης περιστάσεων κινδύνου και αποκλεισμού. Έπειτα από κάθε νέα θυματοποίηση, το υποκείμενο αναφύεται ακόμα πιο ευάλωτο και, ως εκ τούτου, με αυξημένες πιθανότητες να θυματοποιηθεί στο μέλλον. Μεταξύ της ανίσχυρης θέσης του υποκειμένου και της συχνότητας θυματοποίησης διαπιστώνεται θετική σχέση. Συχνά, το υποκείμενο ζει σε πλαίσιο όπου διαφορετικές μορφές θυματοποίησης είναι ταυτοχρόνως παρούσες, ενώ παράλληλα μπορεί να βιώνει μια δυστοπική κατάσταση, ικανή να στερήσει ακόμα και το «δικαίωμα στα δικαιώματα» (Χ. Άρεντ)

Έτσι, λίγο πλησιέστερα προς την αναγνώριση των εγκλημάτων ρατσιστικού μίσους και λίγο βαθύτερα προς τους νεκρούς στη θάλασσα της Μεσογείου, αναφαίνεται, παρά το σύνολο των γραπτών διακηρύξεων, των δεσμευτικών κανόνων, των αρχών του νομικού μας πολιτισμού και της δικαιικής μας κουλτούρας, η πιο ακραία στάση της Δύσης απέναντι στην ανθρώπινη ζωή, ως ύπαρξη και ως αξία «αποπουκιανπροέρχεται». Ο θάνατος των μεταναστών είτε από το ρατσιστικό έγκλημα είτε από τις βίαιες και μαζικές επαναπροωθήσεις ή τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας δεν είναι παρά το –«μοιραίο»– τέλος σε αυτό το ταξίδι θυματοποίησης.

H περιγραφή αυτού του ταξιδιού επιχειρεί να συμβάλει στην κατανόηση της κατάστασης και στη συσχέτιση διαφορετικών χρονικών στιγμών, γεωγραφικών σημείων και κοινωνικών γεγονότων μεταξύ τους. Η μετανάστευση φτωχών από φτωχές χώρες συνιστά ένα μακρύ ταξίδι θυματοποίησης προς δυσμάς που εμπεριέχει σε κάθε ενδιάμεσο σταθμό –γεωγραφικό, χρονικό, κοινωνικό– τη σταδιακή απέκδυση των δυνατοτήτων ασφάλειας και προστασίας του υποκειμένου, την κλιμάκωση της ευαλωτότητάς του, την αδυνατότητα διεκδίκησης μιας αποδεκτής και αναγνωρίσιμης ταυτότητας. Η ιεράρχηση της ανθρώπινης ζωής στο πλαίσιο μιας διεθνικής κοινωνικής γεωγραφίας, άρα και ο κίνδυνος θυματοποίησης, υποδηλώνει όχι μόνο ότι ορισμένοι χάνουν μέρα τη μέρα την «αξία» τους εδώ αλλά ότι δεν είχαν κι αυτή που έπρεπε ούτε εκεί όπου ήταν. Η αξία που αποδίδεται στους μετανάστες εδώ δεν είναι ανεξάρτητη της αξίας που είχαν εκεί, αλλά και της αξίας που χάνουν σταδιακά έως να «φθάσουν». Υπό αυτό το πρίσμα, ατομικά προβλήματα και προσωπικές διαδρομές συνδέονται με τα ζητήματα της κοινωνικής δομής όχι μόνο σε ένα γεωγραφικό πλαίσιο αλλά και σε διαφορετικά. Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα περί δικαίου παραμένει. Και, ίσως, εδώ, στον δυτικό κόσμο η υποχρέωση απάντησης είναι πιο επιτακτική σήμερα, προκειμένου να αντιμετωπισθούν προϋπάρχουσες και υφιστάμενες αδικίες, μέσω της έμπρακτης θεσμικής συναίνεσης ότι όριο του «συνόρου» είναι τα δικαιώματα του ανθρώπου, «γρανίτες προς τ’ άρμενά του».[2]

Η Αναστασία Χαλκιά είναι δρ εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.Το κείμενο βασίζεται σε εισήγηση στο 4ο Συνέδριο της Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρείας, 12-14 Δεκεμβρίου 2013, Αθήνα.

 

Έργο του Κυριάκου Κατζουράκη από το λεύκωμα «Ο δρόμος προς τη Δύση»

 

[1]Φαινόμενα τέτοιου είδους δεν είναι πρωτόγνωρα, αλλά αρκετά παλαιά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ενδεικτικά αναφέρονται το κυνήγι μαγισσών στον Μεσαίωνα, οι επιθέσεις εναντίον των Εβραίων, των Τσιγγάνων, το λιντσάρισμα στις ΗΠΑ, η δράση της Κου-Κλουξ-Κλαν.

[2] Τ.Σ. Έλιοτ, «Μαρίνα» (μτφρ.Γ.Σεφέρης).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s